user preferences

Upcoming Events

No upcoming events.
Διεθνή / Αριστερά / Γνώμη / Ανάλυση Tuesday May 30, 2017 17:39 byΜιχαήλ Μπακούνιν

Το κείμενο αυτό περιλαμβάνεται στην έκδοση του έργου του Μιχαήλ Μπακούνιν «Η Παρισινή Κομμούνα και η ιδέα του Κράτους», σε μετάφραση Τζακ Λουμάλα και επιμέλεια Γ. Ξυλαγκρά, εκδόσεις «Ελεύθερος Τύπος» (σ.σ. 94-103).

Μπακούνιν – Κριτική της Μαρξιστικής θεωρίας του Κράτους

Δεν υπάρχει κανένας δρόμος που να οδηγεί απ’ τη μεταφυσική στις πραγματικές αλήθειες της ζωής. Θεωρία και πραγματικότητα χωρίζονται από μια άβυσσο. Είναι αδύνατο να δρασκελίσεις αυτή την άβυσσο, μ’ εκείνο που ονόμασε ο Χέγκελ «ποιοτικό πήδημα», απ’ τον κόσμο της λογικής στον κόσμο της φύσης και της πραγματικής ζωής.

Ο δρόμος που οδηγεί απ’ τη συγκεκριμένη πραγματικότητα στη θεωρία κι αντίστροφα, είναι η επιστημονική μέθοδος κι αποτελεί τον πραγματικό δρόμο. Στον πρακτικό κόσμο είναι η κίνηση της κοινωνίας προς οργανωτικές μορφές που θα καθρεφτίζουν την ίδια τη ζωή σ’ όλες τις πτυχές και την πολυπλοκότητά της, σ’ όσο το δυνατόν μεγαλύτερη έκταση.

Τέτοιος είναι ο δρόμος των ανθρώπων για την πλήρη απελευθέρωση, που θα είναι προσιτή σ’ όλους, ο δρόμος της αναρχικής κοινωνικής επανάστασης, που θα προέλθει από τους ίδιους τους ανθρώπους, μια στοιχειώδης δύναμη, που θα εξαλείψει όλα τα εμπόδια. Αργότερα, θα ξεπροβάλλουν αυθόρμητα απ’ τα βάθη της λαϊκής ψυχής οι νέες δημιουργικές μορφές της κοινωνικής ζωής. Ο δρόμος των κυρίων μεταφυσικών είναι εντελώς διαφορετικός.

Μεταφυσικός είναι ο όρος που χρησιμοποιούμε για τους οπαδούς του Χέγκελ και τους θετικιστές και γενικά για όλους εκείνους που λατρεύουν την επιστήμη σα θεό, όλους εκείνους τους σύγχρονους θαυμαστές του Προκρούστη, οι οποίοι, με τον ένα τρόπο ή τον άλλο, έχουν δημιουργήσει ένα ιδανικό πρότυπο κοινωνικής οργάνωσης, ένα στενό κελί, μέσα στο οποίο επιθυμούν να σπρώξουν τις μελλοντικές γενιές, όλους εκείνους, που αντί να δουν την επιστήμη σαν μια μόνο από τις βασικές εκδηλώσεις της φυσικής και κοινωνικής ζωής, επιμένουν πως όλη η ζωή κλείνεται στις αναγκαστικά πειραματικές επιστημονικές θεωρίες τους. Οι μεταφυσικοί και οι θετικιστές, όλοι αυτοί οι κύριοι που θεωρούν σαν αποστολή τους να επιβάλλουν αυταρχικά τους νόμους της ζωής στ’ όνομα της επιστήμης, είναι συνειδητά ή ασυνείδητα αντιδραστικοί. Αυτό είναι πολύ εύκολο ν’ αποδειχθεί.

Η επιστήμη με την πραγματική έννοια αυτής της λέξης, η πραγματική επιστήμη, είναι σήμερα προσιτή σε μια ασήμαντη μόνο μειονότητα. Για παράδειγμα, ανάμεσά μας στη Ρωσία πόσοι διακεκριμένοι επιστήμονες υπάρχουν σ’ ένα πληθυσμό 8 εκατομμυρίων; Πιθανόν χίλιοι να απασχολούνται σε επιστημονικούς τομείς, άλλα όχι περισσότεροι από λίγες εκατοντάδες μπορούν να θεωρηθούν πρώτης κλάσεως, σοβαροί επιστήμονες. «Αν η επιστήμη έπρεπε να υπαγορεύει τους νόμους, η συντριπτική πλειοψηφία, πολλά εκατομμύρια ατόμων, θα κυβερνούνταν από 100 ή 200 ειδικούς. Στην πραγματικότητα, θα ήταν ακόμα λιγότεροι από τον υπολογισμό αυτό, γιατί όλοι οι επιστημονικοί κλάδοι δεν ασχολούνται με την διοίκηση της κοινωνίας. Αυτό θα ήταν το καθήκον της κοινωνιολογίας — της επιστήμης των επιστημών — που προϋποθέτει, στην περίπτωση ενός καλά εκπαιδευμένου κοινωνιολόγου, ότι αυτός έχει επαρκή γνώση όλων των άλλων επιστημών. Πόσοι τέτοιοι άνθρωποι υπάρχουν στη Ρωσία ή σ’ ολόκληρη την Ευρώπη; Είκοσι ή τριάντα; Κι αυτοί οι είκοσι ή τριάντα θα κυβερνούσαν τον κόσμο; Μπορεί κανείς να φανταστεί έναν πιο παράλογο κι άθλιο δεσποτισμό;

Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι είκοσι ή τριάντα αυτοί ειδικοί θα μάλωναν μεταξύ τους κι αν συμφωνούσαν πάνω σε μια γραμμή κοινής πολιτικής αυτό θα γινόταν σε βάρος του ανθρώπινου γένους.

Το βασικό μειονέκτημα του μέσου ειδικού είναι η τάση του να μεγαλοποιεί τη δική του γνώση και να υποτιμά τη γνώση οποιουδήποτε άλλου. Δώστε του την εξουσία ελέγχου και θα γίνει ένας αφόρητος τύραννος. Τι κρίμα θα ήταν να είναι η ανθρωπότητα σκλάβα τυποποιημένων ειδικών! Δώστε τους απόλυτη εξουσία και θ’ αρχίσουν να εφαρμόζουν πάνω σ’ ανθρώπινα όντα τα ίδια πειράματα, που οι επιστήμονες κάνουν σήμερα σε κουνέλια και σε σκύλους.

Πρέπει να σεβόμαστε τους επιστήμονες για τα χαρίσματα και τα επιτεύγματά τους, αλλά για να προλάβουμε να μη διαφθαρεί το υψηλό τους ηθικό και διανοητικό επίπεδο, δεν πρέπει να τους παραχωρηθούν ειδικά προνόμια και δικαιώματα διαφορετικά από κείνα που κατέχει ο καθένας — για παράδειγμα, η ελευθερία να εκφράζουν τις πεποιθήσεις, τη σκέψη και τη γνώση τους — ούτε. σ’ αυτούς, ούτε σε καμιά άλλη ειδική ομάδα πρέπει να δοθεί εξουσία πάνω σ’ άλλους. Εκείνος που του έχει δοθεί η εξουσία θα γίνει αναπόφευκτα ένας καταπιεστής και εκμεταλλευτής της κοινωνίας.

Αλλά μας έχουν πει: «Η επιστήμη δεν θ’ αποτελεί για πάντα το προνόμιο λίγων, θα έρθει ο καιρός που θα είναι προσιτή σ’ όλους». Μια τέτοια εποχή είναι ακόμα πολύ μακρινή και θα υπάρξουν πολλές κοινωνικές αναταραχές προτού γίνει αληθινό αυτό τ’ όνειρο, αλλά και τότε ακόμα ποιος θα ήθελε να εμπιστευτεί τη μοίρα του στα χέρια των ιερέων της επιστήμης;

Νομίζουμε ότι όποιος πιστεύει, πως μετά από μια κοινωνική επανάσταση όλοι θα είναι εξίσου μορφωμένοι, κάνει μεγάλο λάθος. Τότε, όπως και τώρα, η επιστήμη θα παραμείνει ένας απ’ τους πολλούς ειδικευμένους τομείς, μόνο που θα πάψει να είναι προσιτή σε λίγα απλώς μέλη της προνομιούχας τάξης. Με την εξάλειψη των ταξικών διακρίσεων, η εκπαίδευση θα είναι προσιτή & όλους εκείνους που θα έχουν την ικανότητα και την επιθυμία να την επιδιώξουν, αλλά όχι όμως σε βάρος της χειρωνακτικής εργασίας, που θα είναι υποχρεωτική για όλους.

Στη διάθεση όλων θα υπάρχει μια γενική επιστημονική εκπαίδευση, ιδιαίτερα η εκμάθηση της επιστημονικής μεθόδου, η συνήθεια της σωστής σκέψης, η ικανότητα γενίκευσης από τ ατομικά δεδομένα και η ικανότητα να κάνει κανείς περισσότερο ή λιγότερο σωστές, λογικές αφαιρέσεις. Αλλά εγκυκλοπαιδικά πνεύματα. και προχωρημένοι κοινωνιολόγοι θα υπάρχουν πολλοί λίγοι, θα ήταν λυπηρό για το ανθρώπινο γένος, αν σε κάθε στιγμή η θεωρητική σκέψη γινόταν η μοναδική πηγή καθοδήγησης της κοινωνίας, αν μόνη η επιστήμη διαχειριζόταν όλη τη κοινωνική διοίκηση. Η ζωή θα έσβηνε και η ανθρώπινη κοινωνία θα μετατρεπόταν σε μια βουβή και δουλική αγέλη. Η κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή δεν μπορεί να έχει άλλο αποτέλεσμα παρά μόνο την αποκτήνωση του ανθρώπινου γένους.

Εμείς οι αναρχικοί επαναστάτες είμαστε οπαδοί της εκπαίδευσης για όλο το λαό, της απελευθέρωσης και της μεγαλύτερης δυνατής επέκτασης της κοινωνικής ζωής. Επομένως, είμαστε εχθροί του Κράτους και κάθε μορφής Κρατισμού. Σε αντίθεση με τους μεταφυσικούς, τους θετικιστές κι όλους εκείνους που λατρεύουν την επιστήμη, διακηρύσσουμε ότι η φυσική και η κοινωνική ζωή προηγούνται πάντοτε απ’ τη θεωρία, η οποία είναι μόνο μια από τις εκδηλώσεις της ζωής άλλα ποτέ ο δημιουργός της. Έξω απ’ τα ανεξάντλητα βάθη της η κοινωνία αναπτύσσεται μέσα από μια σειρά γεγονότα, όχι όμως με μόνη τη σκέψη. Η θεωρία γεννιέται πάντοτε απ’ τη ζωή, άλλα ποτέ δεν τη δημιουργεί» σαν τους ανεμοδείχτες και τις πινακίδες των δρόμων δεν δείχνει παρά μόνο την κατεύθυνση και τα διάφορα στάδια της ανεξάρτητης και μοναδικής εξέλιξης της ζωής.

Σύμφωνα μ’ αυτή την αντίληψη, ούτε σκοπεύουμε ούτε επιθυμούμε να επιβάλλουμε πάνω μας ή πάνω σ’ άλλους ανθρώπους κανένα σχέδιο κοινωνικής οργάνωσης, που είναι παρμένο από βιβλία ή έχει κατασκευαστεί από μας. Έχουμε πειστεί ότι οι λαϊκές μάζες φέρνουν μέσα τους, μέσα στα ένστικτά τους (που έχουν αναπτυχθεί περισσότερα η λιγότερο απ’ την ιστορική πορεία), στις καθημερινές τους ανάγκες και στις συνειδητές ή ασυνείδητες φιλοδοξίες τους, όλα τα στοιχεία της μελλοντικής κοινωνικής οργάνωσης. Αναζητούμε αυτό το ιδανικό μέσα στους ίδιους τους ανθρώπους. Κάθε Κρατική εξουσία, κάθε Κυβέρνηση απ’ την ίδια της τη φύση, τοποθετείται έξω και πάνω απ’ τους ανθρώπους και τους υποτάσσει αναπόφευκτα σε μια οργάνωση και σε σκοπούς που είναι ξένοι και αντίθετοι στις πραγματικές ανάγκες και φιλοδοξίες των ανθρώπων. Διακηρύσσουμε ότι είμαστε εχθροί κάθε Κυβέρνησης και κάθε Κρατικής εξουσίας και Κυβερνητικής οργάνωσης γενικά. Νομίζουμε ότι οι άνθρωποι θα μπορούν να είναι ελεύθεροι και ευτυχισμένοι μόνον όταν οργανωθούν απ’ τη βάση προς τα πάνω σ’ εντελώς ελεύθερες και ανεξάρτητες ενώσεις χωρίς τον Κυβερνητικό Πατερναλισμό, αν κι όχι χωρίς την επίδραση μιας ποικιλίας ελεύθερων ατόμων και κομμάτων.

Τέτοιες ιδέες έχουμε, σαν κοινωνικοί επαναστάτες, και γι αυτό κατά συνέπεια λεγόμαστε αναρχικοί. Δεν διαμαρτυρόμαστε γι’ αυτό το όνομα, γιατί πραγματικά είμαστε εχθροί κάθε Κυβερνητικής εξουσίας, αφού γνωρίζουμε ότι μια τέτοια εξουσία διαφθείρει εξίσου εκείνους που φοράνε το θώρακά της, κι αυτούς που εξαναγκάζονται να υποταχτούν σ αυτήν. Κάτω απ’ την καταστρεπτική της επίδραση, οι πρώτοι γίνονται φιλόδοξοι και φανατικοί δεσπότες κι εκμεταλλεύονται τη κοινωνία για χάρη των προσωπικών ή ταξικών τους συμφερόντων, ενώ οι άλλοι γίνονται δούλοι.

Οι κάθε είδους ιδεαλιστές, μεταφυσικοί, θετικιστές, εκείνοι που υποστηρίζουν την κυριαρχία της επιστήμης πάνω στη ζωή κι οι δογματικοί επαναστάτες, υπερασπίζουν όλοι την Κρατική ιδέα και την Κρατική εξουσία με εφάμιλλη αγωνιστικότητα, γιατί βλέπουν σ’ αυτή, σα συνέπεια των συστημάτων τους, τη μοναδική ελπίδα σωτηρίας για την κοινωνία. Εντελώς λογικά, αφού έχουν δεχθεί τη βασική πρόταση (την οποία θεωρούμε εντελώς λαθεμένη) ότι η σκέψη προηγείται της ζωής, ότι η θεωρία βρίσκεται μπροστά από την κοινωνική εμπειρία και, επομένως, ότι η κοινωνική επιστήμη πρέπει ν’ αποτελέσει την αφετηρία για όλες τις κοινωνικές εξεγέρσεις και αναδιαρθρώσεις, καταλήγουν αναπόφευκτα στο συμπέρασμα ότι επειδή η σκέψη, η θεωρία κι η επιστήμη βρίσκονται στη διάθεση λίγων, τουλάχιστον στη σημερινή εποχή, θα έπρεπε οι λίγοι αυτοί να είναι ηγέτες της κοινωνικής ζωής, όχι μόνο οι πρωτεργάτες άλλα κι οι ηγέτες όλων των λαϊκών κινημάτων. Αμέσως μετά την επανάσταση η νέα κοινωνική τάξη δεν θα οργανωθεί με την ελεύθερη σύνδεση των λαϊκών οργανώσεων ή ενώσεων, τοπικών και περιφερειακών, απ τη δάση προς τα πάνω, σύμφωνα με τις απαιτήσεις και τα ένστικτα των ανθρώπων, παρά μόνο με τη δικτατορική εξουσία, αυτής της μορφωμένης μειοψηφίας που υποτίθεται ότι εκπροσωπεί τη λαϊκή θέληση.

Ο μύθος μιας ψευτοαντιπροσωπευτικής Κυβέρνησης χρησιμεύει για ν’ αποκρύψει την κυριαρχία των μαζών από μια προνομιούχα «ελίτ», μια μειοψηφία που έχει εκλεγεί απ’ τις λαϊκές μάζες, οι όποιες είναι παγιδευμένες και δεν ξέρουν για ποιόν ή γιατί ψηφίζουν. Πάνω σ’ αυτή την τεχνητή κι αφηρημένη έκφραση εκείνου που λαθεμένα φαντάζονται ότι αποτελεί τη λαϊκή θέληση και για την οποία οι πραγματικοί άνθρωποι δεν έχουν την παραμικρή ιδέα, κατασκευάζουν τόσο τη θεωρία του Κρατισμού όσο και τη θεωρία της αποκαλούμενης επαναστατικής δικτατορίας.

Οι διαφορές μεταξύ επαναστατικής δικτατορίας και κρατισμού είναι μηδαμινές» κι οι δυο βασικά εκπροσωπούν τον ίδιο κανόνα της κυριαρχίας της μειοψηφίας πάνω στην πλειοψηφία, στ’ όνομα της υποτιθέμενης «ηλιθιότητας» των δεύτερων και της υποτιθέμενης «ευφυΐας» των πρώτων, επομένως είναι κι οι δύο εξίσου αντιδραστικοί, αφού κι οι δύο άμεσα κι αναπόφευκτα πρέπει να διατηρήσουν και να διαιωνίσουν τα πολιτικά και οικονομικά προνόμια της άρχουσας μειοψηφίας και την πολιτική και οικονομική υποδούλωση των λαϊκών μαζών.

Τώρα φαίνεται καθαρά γιατί οι δικτατορικοί επαναστάτες που αποσκοπούν στην ανατροπή των υφιστάμενων δυνάμεων και κοινωνικών δομών, για να στήσουν πάω στα ερείπια τους τις δικές τους δικτατορίες, ποτέ δεν υπήρξαν ή θα γίνουν εχθροί της κυβέρνησης αλλά, αντίθετα, θα παραμείνουν πάντοτε φανατικοί προπαγανδιστές της κυβερνητικής ιδέας. Είναι εχθροί μόνο των σύγχρονων κυβερνήσεων γιατί θέλουν να τις αντικαταστήσουν. Είναι εχθροί της σημερινής κυβερνητικής δομής γιατί αποκλείει τη δυνατότητα για μια δικτατορία τους. Ταυτόχρονα είναι οι πιο αφοσιωμένοι φίλοι της κυβερνητικής εξουσίας» γιατί, αν η επανάσταση κατάστρεφε αυτή την εξουσία, απελευθερώνοντας πραγματικά τις μάζες, θ’ αποστερούσε αυτή τη ψευτοεπαναστατική μειονότητα από κάθε ελπίδα χειραγώγησης των μαζών που θα τις έκανε κληρονόμους της δικής τους κυβερνητικής πολιτικής. Έχουμε ήδη εκφράσει αρκετές φορές τη βαθιά μας αποστροφή για τις θεωρίες του Λασσάλ και του Μαρξ, που συνιστούν στους εργάτες, αν όχι σαν τελικό ιδανικό, τουλάχιστον σαν επόμενο άμεσο στόχο την ίδρυση ενός Λαϊκού Κράτους, το οποίο, σύμφωνα με τη δική τους ερμηνεία, δεν θα είναι τίποτε άλλο παρά «το προλεταριάτο ανεβασμένο στη θέση της κυβερνητικής τάξης».

Αλλά ας μας επιτραπεί να ρωτήσουμε: αν το προλεταριάτο πρόκειται να είναι η άρχουσα τάξη, ποιόν θα εξουσιάζει; Εν ολίγοις θα διατηρηθεί κάποιο άλλο προλεταριάτο που θα υποταχθεί σ’ αυτή τη νέα αρχή, σ’ αυτό το νέο κράτος. Για παράδειγμα, οι χωρικοί, που όπως είναι γνωστό, δεν απολαμβάνουν τη συμπάθεια των Μαρξιστών, οι όποιοι τους θεωρούν ότι αντιπροσωπεύουν ένα χαμηλότερο επίπεδο κουλτούρας, θα κυβερνούνται πιθανόν από το βιομηχανικό προλεταριάτο των πόλεων. Ή αν πρέπει να προσεγγίσουμε αυτό το πρά6λημα από εθνικιστική σκοπιά, οι Σλάβοι θα βρεθούν στην ίδια θέση υποταγής απέναντι στο νικηφόρο Γερμανικό προλεταριάτο, στην οποία το τελευταίο βρίσκεται τώρα, σε σχέση με τη Γερμανική αστική τάξη.

Όσο υπάρχει το Κράτος θα υπάρχει η κυριαρχία μιας τάξης απέ μια άλλη και σαν αποτέλεσμα ή υποδούλωση. Κράτος χωρίς υποδούλωση δεν είναι νοητό και γι’ αυτό το λόγο είμαστε εχθροί του Κράτους.

Τι σημαίνει, ότι το προλεταριάτο θα μεταβληθεί σε άρχουσα τάξη; Είναι δυνατόν ολόκληρο το προλεταριάτο να τεθεί επικεφαλής της Κυβέρνησης; Υπάρχουν σχεδόν σαράντα εκατομμύρια Γερμανοί. Μπορούν και τα σαράντα αυτά εκατομμύρια να γίνουν μέλη της Κυβέρνησης; Σε μια τέτοια περίπτωση δεν θα υπάρχει ούτε Κυβέρνηση ούτε Κράτος, άλλα αν πρέπει να υπάρχει Κράτος θα υπάρχουν αυτοί που κυβερνούν κι εκείνοι που είναι δούλοι.

Η Μαρξιστική θεωρία λύνει πολύ άπλα αυτό το δίλημμα. Λέγοντας Λαϊκή Κυριαρχία εννοούν την κυριαρχία ενός μικρού αριθμού αντιπροσώπων που έχουν εκλεγεί απ’ το λαό. Το γενικό και το ατομικό δικαίωμα να εκλέγει κανείς τους λαϊκούς αντιπροσώπους και τους κυβερνήτες του Κράτους είναι η τελευταία λέξη των μαρξιστών, όπως επίσης και των δημοκρατών. Αυτό αποτελεί ένα ψέμα πίσω απ’ το όποιο κρύβεται ο δεσποτισμός της άρχουσας μειοψηφίας, ένα ψέμα που γίνεται ολοένα και πιο επικίνδυνο γιατί εμφανίζεται ότι εκφράζει την αποκαλούμενη λαϊκή θέληση.

Τελικά απ’ οποία άποψη κι αν εξετάσουμε αυτό το θέμα, καταλήγουμε πάντοτε στο ίδιο λυπηρό συμπέρασμα, την κυριαρχία των μεγάλων λαϊκών μαζών από μια προνομιούχα μειοψηφία. Οι μαρξιστές λένε ότι ή μειοψηφία αυτή θ’ αποτελείται από εργάτες.

Ναι, πιθανόν από πρώην εργάτες, οι οποίοι μόλις γίνουν κυρίαρχοι πάνω στους λαϊκούς αντιπρόσωπους θα πάψουν να είναι εργάτες. και θα κοιτούν τις απλές εργατικές μάζες απ’ τα ύψη του κυβερνητικού βάθρου, δεν θα εκπροσωπούν πια το λαό παρά μόνο τον εαυτό τους και τις απαιτήσεις που έχουν για την άσκηση της εξουσίας πάνω στο λαό. Εκείνοι που αμφιβάλλουν γι’ αυτό γνωρίζουν πολύ λίγο την Ανθρώπινη φύση.

Οι Μαρξιστές λένε ότι αυτοί οι εκλεγμένοι αντιπρόσωποι θα είναι αφοσιωμένοι και καλλιεργημένοι Σοσιαλιστές. Οι εκφράσεις «καλλιεργημένος Σοσιαλιστής», «Επιστημονικός Σοσιαλισμός» κλπ. που εμφανίζονται συνεχώς στους λόγους και στα κείμενα των οπαδών του Λασσάλ και του Μαρξ, αποδεικνύουν ότι το ψευτο-λαϊκό Κράτος δεν θα είναι τίποτ’ άλλο παρά ο δεσποτικός έλεγχος του πληθυσμού από μια νέα και καθόλου μεγάλη αριθμητικά, αριστοκρατία πραγματικών και ψευτοεπιστημόνων. οι «αμόρφωτοι» άνθρωποι θ’ απαλλαγούν εντελώς από τη φροντίδα της διοίκησης και θα τύχουν τη μεταχείριση μιας πειθαρχημένης αγέλης. Τι θαυμάσια απελευθέρωση πραγματικά!

Οι Μαρξιστές γνωρίζουν καλά αυτή την αντίφαση και αντιλαμβάνονται ότι μια Κυβέρνηση από επιστήμονες θα είναι μια πραγματική δικτατορία ανεξάρτητα απ’ τη δημοκρατική της μορφή. Παρηγορούνται όμως με την ιδέα ότι αυτή η κυριαρχία θα είναι προσωρινή. Λένε ότι η μόνη φροντίδα και σκοπός θα είναι η μόρφωση και το ανέβασμα του λαού οικονομικά και πολιτικά σ’ ένα τέτοιο επίπεδο, ώστε μια κυβέρνηση αυτής της μορφής να γίνει σύντομα άχρηστη και το Κράτος, αφού χάσει τον πολιτικό ή καταπιεστικά του χαρακτήρα, να εξελιχθεί σε μια εντελώς ελεύθερη οργάνωση οικονομικών συμφερόντων και κομμούνων.

Υπάρχει μια σοβαρή αντίφαση μέσα σ’ αυτή τη θεωρία. Αν το Κράτος τους είναι πραγματικά λαϊκό, γιατί να το καταργήσουν; Κι αφού το Κράτος χρειάζεται για ν’ απελευθερώσει τους εργάτες, τότε οι εργάτες δεν είναι ακόμα ελεύθεροι. Επομένως γιατί να ονομάζεται Λαϊκό Κράτος; Με την πολεμική μας ενάντια σ’ αυτούς, τους αναγκάσαμε ν’ αντιληφθούν ότι ή ελευθερία ή η αναρχία, που έχει το νόημα μιας ελεύθερης οργάνωσης των εργατικών μαζών, απ’ τη βάση προς τα πάνω, αποτελεί τον τελικό σκοπό της κοινωνικής ανάπτυξης κι ότι κάθε Κράτος, χωρίς να εξαιρέσουμε το Λαϊκό Κράτος τους, αποτελεί ζυγό που οδηγεί στη δημιουργία του δεσποτισμού απ’ τη μια μεριά και της υποδούλωσης απ’ την άλλη. Λένε ότι μια τέτοια καταπιεστική δικτατορία είναι ένα μεταδοτικό στάδιο στο δρόμο για την κατάκτηση της απόλυτης ελευθερίας για τους ανθρώπους» η αναρχία κι η ελευθερία αποτελούν το σκοπό, ενώ το Κράτος κι η δικτατορία το μέσο κι έτσι για ν’ απελευθερωθούν οι λαϊκές μάζες πρέπει πρώτα να υποδουλωθούν!

Η πολεμική μας πάνω σ’ αυτή την αντίφαση σταματάει εδώ. Οι Μαρξιστές επιμένουν ότι μόνο μια δικτατορία (φυσικά η δική τους) μπορεί να δώσει την ελευθερία στο λαό. Απαντούμε, ότι κάθε δικτατορία δεν έχει κανένα άλλο σκοπό παρά μόνο την αυτοσυντήρηση της κι ότι το μόνο που μπορεί να γεννήσει και να διαποτίσει μ’ αυτό τους ανθρώπους που την υπομένουν είναι η υποδούλωση. Η ελευθερία μπορεί να γεννηθεί μόνο από την ελευθερία, με μια ομαδική λαϊκή εξέγερση και με μια εθελοντική οργάνωση των ανθρώπων απ’ τη βάση προς τα πάνω.

Η κοινωνική θεωρία των αντικρατικών Σοσιαλιστών ή Αναρχικών τους οδηγεί άμεσα κι αναπόφευκτα, σε ρήξη μ’ όλες τις μορφές Κράτους, μ’ όλα τα διάφορα ρεύματα της αστικής πολιτικής και δεν αφήνει καμιά εκλογή παρά μόνο την Κοινωνική Επανάσταση. Η αντίθετη θεωρία, ο Κρατικός Κομμουνισμός κι η εξουσία των επιστημόνων, προσελκύει και προκαλεί σύγχυση στους οπαδούς της και κάτω απ’ το πρόσχημα της πολιτικής τακτικής δημιουργεί συνεχώς δοσοληψίες με τις κυβερνήσεις και τα διάφορα αστικά πολιτικά κόμματα και βαδίζει μοιραία στην κατεύθυνση της αντίδρασης.

image 1.bakunin.jpg 0.12 Mb

brazil/guyana/suriname/fguiana / miscellaneous / feature Tuesday May 30, 2017 05:32 byCoordenação Anarquista Brasileira
featured image
Corte de rua e barricada no estado do Paraná.

O Brasil vive um terremoto político, escancarando a podridão das elites do país e fragilizando ainda mais os laços que as sustentam no poder. A operação orquestrada que possibilitou a gravação entre o presidente Michel Temer e o dono da JBS, maior empresa de carnes do mundo, altera a correlação de forças no país e joga gasolina na crise política e social. Com a instabilidade política, o governo tem mais dificuldade para mobilizar sua base e avançar com as Reformas da Previdência e Trabalhista, os maiores ataques à classe oprimida.

Isso não é motivo para se comemorar, não devemos tirar peso destas lutas. Agora é a hora de partir pra cima, massificar as mobilizações com o trancamento das ruas, paralisações rumo à greve geral para barrar os cortes sociais e as reformas. Devemos aprofundar a democracia, mas a democracia direta, onde as/os trabalhadoras/es nos seus locais de trabalho, estudo e moradia decidam o rumo do país. O momento é desfavorável para nós oprimidos e oprimidas, mas a crise e a disputa entre as elites abrem margem para outros projetos.

[Castellano] [English] [Italiano]

brasile/guyana/suriname/guiana francese / vari / opinione / analisi Monday May 29, 2017 22:49 byCoordinamento Anarchico Brasiliano

Testo della CAB sulla situazione in Brasile.

[Português] [Castellano] [English]

Democrazia diretta subito! Fermare le riforme nelle strade e costruire il potere popolare!

Coordinamento Anarchico Brasiliano (Coordenação Anarquista Brasileira–CAB)

Il Brasile sta vivendo un terremoto politico, che sta facendo emergere il marciume delle elites del paese e che sta ulteriormente indebolendo i legami che le tengono al potere. L'operazione orchestrata che ha permesso la registrazione della telefonata tra il presidente Michel Temer e il proprietario di JBS, la più grande azienda di carni bovine nel mondo, altera l'equilibrio delle forze nel paese e getta benzina sulla crisi politica e sociale. Con l'instabilità politica, il governo ha più difficoltà a mobilitare la sua base per andare avanti con le riforme delle pensioni e dei diritti dei lavoratori, uno dei più grandi attacchi contro la classe operaia. Questo non è certo un motivo per festeggiare, non abbiamo nulla da guadagnare da questi scontri di potere. Ora è il momento di muoversi, di accumulare le mobilitazioni con il blocco delle strade, ricorrere allo sciopero generale per bloccare i tagli al welfare e le riforme. Dobbiamo radicare la democrazia, ma la democrazia diretta, con cui i/le lavoratori/trici nei luoghi di lavoro, nei luoghi di studio e di vita possano decidere la direzione del paese. Non possiamo accettare le briciole dall'alto, abbiamo bisogno di imporre un programma popolare dei diritti sociali costruito e deciso dal popolo. Abbiamo bisogno di costruire la democrazia diretta, nei quartieri, nelle favelas, nelle baraccopoli, nelle occupazioni di terreni e abitazioni, nelle fabbriche, nelle scuole, al di fuori degli accordi di potere.

Il colpo di stato che ha messo fine al quarto mandato della presidenza PT / PMDB (Partito del Movimento Democratico Brasiliano, ndt) ha reso possibile l'adozione di misure dure contro il popolo ad un ritmo travolgente, con un ampio sostegno nel Congresso e nei media, soprattutto della rete televisiva Globe . Michel Temer ha approvato la riforma dell'istruzione, la legge sui tetti di spesa, la legge di outsourcing, le privatizzazioni e altri attacchi - già previsti durante il governo dello stesso Partito dei Lavoratori (PT). Decenni di burocratizzazione delle lotte da parte delle grandi centrali sindacali e di pratica della cooptazione dei dirigenti dei principali movimenti sociali da parte del PT, hanno contribuito e contribuiscono alla smobilitazione della popolazione ed ostacolano l'estensione di massa della resistenza contro questi attacchi. Tuttavia, altri settori come quelli degli studenti e degli indigeni stanno dando un rinnovato incoraggiamento alla lotta sociale. La crescente insoddisfazione popolare verso le riforme delle pensioni e del lavoro si è manifestata con grande impatto per le strade, nelle manifestazioni per lo sciopero generale del 15 e 28 aprile, costringendo i golpisti a fare marcia indietro rispetto alle proposte iniziali.

Con oltre il 90% di opposizione, il governo Temer non ha alcuna legittimità per sostenere questo falso sistema democratico. Che serve solo a mantenere gli uomini d'affari e la classe politica per rubare e uccidere la gente. I governi di conciliazione di classe di Lula e Dilma sono stati governi per gli imprenditori e per i ricchi, con qualche briciola per i poveri. E le innumerevoli accuse di corruzione non fanno che rendere evidente il disgustoso rapporto di favori tra le grandi imprese e lo Stato. I casi di corruzione non sono eventi isolati, ma fanno muovere la ruota dello Stato e del settore privato. Cioè, il sistema rappresentativo non serve gli interessi del popolo, ma quelli del capitalismo e della classe politica e delle imprese affinchè possano portare avanti i loro progetti.

È per questo che le "soluzioni magiche" come le privatizzazioni, l'outsourcing, gli attacchi ai diritti del lavoro servono solo a dare maggiori benefici agli imprenditori. Della stessa stregua sono gli attacchi ai diritti sociali, gli attacchi contro le popolazioni indigene e dei loro territori, ai contadini senza terra, alle donne, a LGBT, il genocidio del popolo nero e degli abitanti delle favelas e delle baraccopoli, la criminalizzazione della povertà. Sono tutte misure e politiche per la destra e per i conservatori, per gli uomini d'affari, per i proprietari terrieri, per i banchieri affinchè possano imporre la loro ideologia, possano lucrare di più, possano concentrare più ricchezza e sfruttare più persone. Gli imprenditori, come João Dória, non sono diversi da altri politici, sono nemici del popolo. Se i politici di professione sono screditati, il ​​sistema giudiziario tenta di legittimarsi con le operazioni anti-corruzione per aumentare il suo potere nella struttura dello Stato. La cupola formata da magistratura, polizia federale e Ministero Pubblico, con i settori allineati direttamente con gli Stati Uniti, hanno il massiccio sostegno della rete mediatica Globo per accumulare potere con esiti pericolosamente autoritari. Bisogna respingere questa strategia ed evitare qualsiasi illusione in una salvezza che provenga dalla giustizia borghese.

I vecchi media svolgono un ruolo cruciale nel groviglio di interessi della classe dominante. La rete Globo, la stessa che ha sostenuto il colpo di Stato mediatico-giuridico-parlamentare e che ha costruito e legittimato il golpe recente, ora si schiera dalla parte del più forte, con la Procura Generale della Repubblica (PGR) per le dimissioni di Temer. Lo scopo è quello di ripristinare le condizioni per l'approvazione delle riforme con l'elezione di un nuovo presidente tramite elezioni indirette. Non possiamo sottovalutare il ruolo che i giganti dei media svolgono a livello ideologico. La posizione del Globo contro Temer non significa nessun progresso per le masse. Nel discredito dei politici di professione e delle vecchie figure, come Aécio Neves, il Globo orienta la sua agenda verso la tendenza globale a sfruttare le candidature di personalità apparentemente "fuori" del campo politico-partitico. (Doria, Meirelles), della magistratura (Nelson Jobim, Carmem Lúcia, Joaquim Barbosa), o anche dei media di intrattenimento (Luciano Huck). Si tratta di una mossa strategica in discredito dei vecchi media per rafforzare il ritmo di democratizzazione della comunicazione limitato al potere di queste società e per rafforzare i media popolari.

E' necessario mettere in discussione il motivo per cui le denunce arrivano solo in questo momento. Anche se alcuni politici sono stati fatti fuori e si è innescata una certa instabilità, l'azione dimostra accordi di fedeltà tra lo Stato e il capitale. Il criterio è economico e sta nell'interesse a difendere una società che di recente è stata travolta dallo scandalo "carne fradicia", un'azione che, se da un lato ha mostrato le condizioni terribili in cui viene prodotto il nostro cibo, serve prioritariamente gli interessi americani per indebolire un concorrente nel mercato internazionale della carne. Va notato che è stato il governo del PT / PMDB che ha ingrassato la produttrice di carni JBS tramite la BNDES (Banca per lo sviluppo, ndt) con aiuti milionari, trasformando l'azienda in una delle più grandi al mondo.

Dal basso e da sinistra, democrazia diretta subito!

Il fatto è che la spinta che ha portato molte persone in piazza in questo primo anno di governo Temer può diventare realtà: le dimissioni di Michel Temer della Presidenza della Repubblica. E ci chiediamo: e adesso? Qual è il prossimo passo? Sappiamo che con i golpisti indeboliti e con la loro base parlamentare oscillante, mancano le condizioni per dare continuità nella gestione delle riforme del lavoro e della pensione. Dunque è urgente intensificare la lotta contro le riforme e riguadagnare i diritti che sono stati rimossi dai golpisti del passato e contro la attuale congiuntura che vive il PT / PMDB. Oltre a fermare le riforme, abbiamo bisogno di costruire un progetto che farà pagare ai ricchi il conto della crisi e che riconosca le elite politiche, gli imprenditori ed i media come nemici del popolo. Le grandi aziende come JBS devono al governo più di 400 miliardi di euro, circa tre volte il valore del falso debito per la sicurezza sociale.

Solo l'organizzazione delle persone e la pressione per le strade possono impedire le riforme e gli attacchi ai diritti sociali. Nulla potrà venire dal parlamento. Dobbiamo evitare che gli imprenditori e l'elite politiche realizzino i loro accordi da cupola e golpe per dare continuità al loro progetto. La mobilitazione e la pressione popolare sono urgenti e necessari ora per evitare lo stato di avanzamento delle riforme in mezzo a questa instabilità. E' necessario fare pressione per imporre al governo le volontà popolari, anche nel caso di un'elezione diretta. E la mobilitazione del popolo oggi è urgente per prevenire lo scenario peggiore, che è una sospensione delle elezioni nel 2018 attraverso un intervento politico-militare e la persecuzione dei settori militanti della sinistra.

La sinistra elettoralista richiede ora la Presidenza della Repubblica e il lulismo può riemergere, come anni fa, presentandosi come soluzione popolare nel bel mezzo del terremoto da crisi politica. Non possiamo farci ingannare! Abbiamo detto e continuiamo a dire: occorre superare il PTismo e tutta la sua eredità a sinistra. La convinzione che Lula saprà come affrontare la crisi e portare miglioramenti nelle vite degli oppressi non ha alcun fondamento. L'elezione di Lula rappresenterebbe solo un altro patto di classe con la borghesia ed i padroni, in termini ancor più prudenti rispetto agli anni precedenti.

La cosa importante ora è che la lotta deve essere dal basso e nelle strade per far avanzare un programma popolare dei diritti! Promuovere l'organizzazione, la mobilitazione contro la riforma delle pensioni e dei diritti del lavoro e la costruzione di un progetto popolare con autonomia di classe. Catalizzare l'insoddisfazione popolare in rivolta e avanzare nella lotta nei luoghi di militanza. Non si deve fare nessun affidamento nelle soluzioni derivanti dalla riorganizzazione della sinistra e dagli accordi della cupola per salvare la democrazia borghese. Nessuno ha il coniglio nel cilindro, la soluzione è quella di costruire un'organizzazione popolare nei quartieri, nelle scuole, nei luoghi di lavoro con i poveri e gli oppressi. Dobbiamo esigere la sospensione di tutte le misure anti-politiche avviate nel governo del PT e proseguite dal colpo di stato Temer.

Il momento non è favorevole per noi oppressi ed oppresse, ma la crisi e la disputa tra le élite aprono margini per altri progetti. Abbiamo bisogno di usare l'insoddisfazione per delegittimare il sistema e canalizzare lotta sociale.

Democrazia diretta subito!
Per la sospensione di tutte le misure antipolitiche!
Contro l'austerità e contro i tagli ai diritti!
Fuori i golpisti del Globo!
Costruire il Potere Popolare contro l'austerità e contro la repressione!

(traduzione a cura di AL/fdca - Ufficio Relazioni Internazionali)

brazil/guyana/suriname/fguiana / miscellaneous / opinion / analysis Monday May 29, 2017 22:42 byBrazilian Anarchist Coordination

Text by the Brazilian Anarchist Coordination (Coordenação Anarquista Brasileira, CAB) on the current situation in Brazil.

[Português] [Castellano] [Italiano]

Direct democracy now! Block the reforms in the streets and build Popular Power!

Brazilian Anarchist Coordination (Coordenação Anarquista Brasileira – CAB)

Brazil is experiencing a political earthquake, laying bare the rottenness of the country's elites and further weakening the ties that sustain them in power. The orchestrated operation that enabled the recording between President Michel Temer and the owner of JBS, the largest meat company in the world, changes the balance of forces in the country and pours petrol on the political and social crisis. With the political instability it is more difficult for the government to mobilize its base and move forward with the Labor Rights and Pension Reforms, the biggest attacks on the oppressed class. But this is no reason to celebrate and we must not be complacent about these struggles. Now is the time to intensify the struggle, to generalize the mobilizations with the blockading of streets, work stoppages building towards the general strike to block the social cuts and reforms. We must deepen democracy, but direct democracy, where workers in their places of work, study and residence decide the direction of the country. We can not accept the crumbs from those at the top, we need to impose a popular program of social rights built and decided by the people. We need to build direct democracy – outside the agreements of those at the top – in neighborhoods, in slums, in villages, in land and housing occupations, in factories, in schools.

The coup that brought down the PT/PMDB’s fourth mandate in the presidency made it possible to begin a successful first round of harsh anti-people measures at an overwhelming pace, with broad support in Congress and in the media, notably the Globo television network. Temer approved the high school education reform, the PEC spending cap bill, the outsourcing bill, privatizations and several more attacks – initiated during the PT government itself. Decades of bureaucratization of struggles by the large trade unions centrals and the practice of co-opting leaders of big social movements by the PT helped, and is still helping, to demobilize the people and impede the generalization of resistance against these attacks. Despite this, other sectors such as high school students and indigenous people are breathing new life into the social struggle. The growth of popular dissatisfaction with Temer’s labour and pension reforms manifested itself with great impact in the streets, in the mobilizations by the general strike of 15 and 28 April, forcing the coup makers to back down with their proposals.

With more than 90% rejection, the Temer government doesn't even have the legitimacy to sustain this false democratic system. This serves only to maintain the businessmen and political class robbing and killing the people. Lula and Dilma’s government of class conciliation was a government for businessmen and the rich, with a few crumbs for the poor. And the innumerable accusations of corruption only make evident the disgusting relationship of favoritism that exists between big business and the state. The cases of corruption are not isolated incidents but what makes the wheels of the state and private sector turn. That is, the representative system does not serve the interests of the people but those of capitalism, so that the political and business class can advance their projects.

That is why “magic solutions” like privatization, outsourcing, attacks on workers’ rights only serve to make businessmen profit more. Attacks on social rights, attacks on indigenous people and their territories, on peasants and the landless, on women, LGBTQIs, the genocide of blacks and residents of slums and poor neighborhoods and the criminalization of poverty are the same. They are all measures and policies for the right wing and conservative sectors, businessmen, landowners, bankers to impose their ideology, profit more, concentrate more wealth and exploit the people more. Businessmen, like João Dória, are no different from other politicians, they are enemies of the people. If professional politicians are in disrepute the justice system tries to assert legitimacy with anti-corruption operations in order to increase its power in the state structure. The heads of the Judiciary, Federal Police and Public Prosecutor’s Office, with sectors directly aligned to the United States, have massive support from the Globo network to accumulate power with dangerously authoritarian biases. It is necessary to repudiate this escalation and to avoid any illusion in salvation by bourgeois justice.

The old media plays a crucial role in the tangle of ruling class interests. The Globo network, which supported the Parliamentary Judicial Media Coup, engineered and legitimized the current coup and has now placed itself on the stronger side, with the Attorney General’s Office (PGR, Procuradoria-Geral da República), for the departure of Temer. The purpose is to recuperate the conditions to approve the reforms with the election of a new president by indirect elections. We can not underestimate the role that communication giants play in the ideological field. Globo’s turn against Temer does not signify any advance for the popular camp. In the discrediting of professional politicians it discards old bets, like Aécio Neves, and orients its agenda by the worldwide tendency to leverage the candidacies of personalities seemingly “from outside” the political-partisan camp. They seek to put in place subjects directly from the business community (Doria, Meirelles), the judiciary (Nelson Jobim, Carmem Lúcia, Joaquim Barbosa), or even the entertainment media (Luciano Huck). It is strategic to advance in the discrediting of the old media and to strengthen the demand for the democratization of communication with restrictions to the power of these companies, as well as to strengthen popular means of communication.

It is still necessary to question the reason for the denunciations only arriving at this moment. Even though they have discarded some politicians and triggered some instability, the action shows loyalty in the agreements between state and capital. The criterion is economic and there is an interest in defending a company that recently faced the Carne Fraca (“Weak Meat”) operation; an action that, if on the one hand has demonstrated the terrible conditions in which our food is produced, first served the US interests of weakening a competitor in the international dispute of the meat market. It should be noted that it was the PT/PMDB government that fattened JBS up through BNDES with millions of dollars, transforming the company into one of the largest in the world.

From Below and to the Left, Direct Democracy now!

The fact is that the demand that brought many people onto the streets in this 1 year of Temer government could become reality: Michel Temer’s departure from the presidency of the republic. And we ask ourselves: what now? What is the next step? We know that with the coup makers weakened and their parliamentary base oscillating, there is a lack of conditions to continue the process of labor and pension reform. Now it is urgent to generalize the struggle against the reforms and to take back the rights that were rolled back by coup makers from the past and the present conjuncture, the PT/PMDB. In addition to blocking the reforms we need to build a project that makes the rich pay for the cost of the crisis and that recognizes the political, business and media elite as enemies of the people. Big companies like JBS owe the government more than 400 billion, about three times the amount they contribute to the false social security deficit.

Only the organization of the people and pressure in the streets can prevent the reforms and attacks on social rights. Nothing from parliament will go in that direction. We have to prevent businessmen and the political elite from making their summit agreements and coups in order to proceed with their project. Mobilization and popular pressure are necessary and urgent now to block the reforms from moving forward amid this instability. They are necessary pressures to impose a popular agenda on the government, even in the case of a direct election. And the mobilization of the people today is urgent to prevent the worst case scenario, which is a suspension of the elections in 2018 through a political-military intervention and the persecution of the combative sectors of the left.

The electoral left demands rights now so that the Presidency of the Republic and lulismo (Lula-ism) can appear, as in previous years, managing to present itself as a supposed popular exit in the middle of the earthquake of the political crisis. We can not deceive ourselves! We have affirmed and continue affirming: we must overcome petismo (PT-ism) and all its inheritance on the left. The belief that Lula will have to deal with the crisis and bring about improvements in the living conditions of those at the bottom of society does not hold up. An election of Lula would only represent another class pact with the bourgeoisie and the bosses, in even more withdrawn terms than in previous years.

The important thing at the moment is that the struggle has to be from below and in the streets in order to advance a popular rights program! Promote organization, mobilization against the pension and labor rights reform, and for the construction of a popular project based on class independence. Catalyze popular dissatisfaction in revolt and advance in grassroots struggles. Do not allow yourself to be carried away by immediate solutions, in this process of reorganization of the left and summit agreements to save bourgeois democracy. There is no rabbit in a top hat, the way out is to build popular organization in the neighborhoods, in schools, in workplaces with the poor and oppressed people. We must demand the suspension of all the anti-people measures initiated by the PT government and continued by the coup leader Temer.

The moment is unfavorable for us oppressed, but the crisis and the dispute between the elites open up space for other projects. We need to use the dissatisfaction to delegitimize this system and channel the social struggle.

Direct Democracy now!
For the suspension of all anti-people measures!
Against the fiscal adjustment and rights cuts!
Away with Globo coup makers!
Build Popular Power against austerity and repression!


English translation by Jonathan/ZACF

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Εργατικοί Αγώνες / Γνώμη / Ανάλυση Monday May 29, 2017 19:58 byΘερσίτης, χώρος ραδιουργίας & ανατροπής

Κείμενο του Θερσίτη για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την ανασυγκρότηση των αντιστάσεων στους χώρους δουλειάς. Το κείμενο αυτό συνόδευσε την σχετική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον χώρο του Θερσίτη στις 19/5/2017.
Την πρωτομαγιά του 2005, γράφοντας ένα σχετικό με την ημέρα κείμενο, ξεκινούσαμε με την δήλωση του τότε προέδρου του ΣΕΒ Ορέστη Κυριακόπουλου (βιομηχανία ορυκτών και μετάλλων) σε κάποιο συνέδριο των ντόπιων αφεντικών: "το 8ωρο είναι ένας συναισθηματισμός που πρέπει να εγκαταλειφθεί"... 12 χρόνια μετά, ο πρόεδρος φαίνεται ήδη ξεπερασμένος: το 8ωρο είναι ήδη ένα "συναίσθημα" που έχει ξεθωριάσει. Για την ακρίβεια είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο στους χώρους εργασίας (μαζί με το "καλός μισθός" και "πληρωμένες υπερωρίες").

Aπό την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων στην ανασυγκρότηση των αντιστάσεων στους χώρους δουλειάς

Κείμενο του Θερσίτη για την αναδιάρθρωση των εργασιακών σχέσεων και την ανασυγκρότηση των αντιστάσεων στους χώρους δουλειάς. Το κείμενο αυτό συνόδευσε την σχετική εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στον χώρο του Θερσίτη στις 19/5/2017.

Την πρωτομαγιά του 2005, γράφοντας ένα σχετικό με την ημέρα κείμενο, ξεκινούσαμε με την δήλωση του τότε προέδρου του ΣΕΒ Ορέστη Κυριακόπουλου (βιομηχανία ορυκτών και μετάλλων) σε κάποιο συνέδριο των ντόπιων αφεντικών: "το 8ωρο είναι ένας συναισθηματισμός που πρέπει να εγκαταλειφθεί"... 12 χρόνια μετά, ο πρόεδρος φαίνεται ήδη ξεπερασμένος: το 8ωρο είναι ήδη ένα "συναίσθημα" που έχει ξεθωριάσει. Για την ακρίβεια είναι το πιο σύντομο ανέκδοτο στους χώρους εργασίας (μαζί με το "καλός μισθός" και "πληρωμένες υπερωρίες").

Το "8ωρο" του Κυριακόπουλου δεν αφορούσε βέβαια ένα απλό λογιστικό μέγεθος: αφορούσε ολόκληρη την οργάνωση της εκμεταλλευτικής σχέσης, τα συμβόλαια ταξικών συμβιβασμών που απαιτούσαν ένα σχεδόν σταθερό μοντέλο εργασίας και έναν (σχεδόν) εγγυημένο κατώτατο μισθό, ένα συγκεκριμένο μοντέλο τριμερών θεσμικών διαμεσολαβήσεων (κράτος-αφεντικά-συνδικαλιστικές οργανώσεις) ως εγγυητές της κοινωνικής ειρήνης και βέβαια ένα ελάχιστο δίχτυ κράτους πρόνοιας για μια (σχεδόν και πάλι) ομαλή κοινωνική αναπαραγωγή.

Οι λεγόμενες «διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις» που είχε ανάγκη η εθνική οικονομία και ο λεγόμενος εκσυγχρονισμός της ελληνικής κοινωνίας, δηλαδή η συνολική νεοφιλελεύθερη βίαιη απορρύθμιση των κοινωνικών συμβολαίων, ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1990 και επιταχύνθηκε στα χρυσά χρόνια της ανάπτυξης, παρόλο που έβρισκε διαρκώς τα όρια της πότε σε κοινωνικές αντιστάσεις (πχ οι μεγάλες συγκεντρώσεις ενάντια στον αντιασφαλιστικό νόμο Γιαννίτση το 2001, που τον ακύρωσαν πριν καν συζητηθεί στην Βουλή, ή οι αγώνες ενάντια στην εκπαιδευτική μεταρρύθμιση και τις ιδιωτικοποιήσεις την 3ετία 90-93) και πότε στην δομική αδυναμία του ελληνικού καπιταλιστικού σχηματισμού να προσπεράσει το ισχυρό κορπορατιστικό μοντέλο της μεταπολίτευσης. Η είσοδος στην περίοδο της «δημοσιονομικής κρίσης», από το 2009 αποδείχτηκε μια εξαιρετική ευκαιρία για μια άνευ ιστορικού προηγούμενου επίθεση στο κοινωνικό σώμα με βιαιότητα blietzkrieg (κεραυνοβόλος πόλεμος) και τους «συναισθηματισμούς» του. Η βιαιότητα βεβαίως καθοριζόταν όχι μόνο από τα δημοσιονομικά μεγέθη (που δεν έβγαιναν) αλλά και από τα μεγέθη της κρίσης συναίνεσης που τάραξε το ελληνικό κράτος ήδη από τον Δεκέμβρη του 2008 και που θα συνεχιζόταν με άγρια δυναμική ως και το 2012. Ταυτόχρονα, στην ευρύτερη περιοχή (και όχι μόνο βέβαια) ξεσπούσαν γενικευμένες κοινωνικές ταραχές που σχετίζονταν πότε οργανικά (πχ εξεγέρσεις για τα είδη πρώτης ανάγκης και τις τιμές των τροφίμων σε χώρες όπως η Αλγερία, η Μοζαμβίκη, το Μπαγκλαντές κ.α) ή δια αντανακλάσεως (πχ οι εξεγέρσεις της λεγόμενης Αραβικής Άνοιξης) με την παγκόσμια καπιταλιστική κρίση…

Από το κράτος πρόνοιας...

"Η «πλήρης απασχόληση» κατείχε την κάπως διφορούμενη θέση να συνιστά ταυτόχρονα δικαίωμα και καθήκον. Ανάλογα με το ποια πλευρά του «συμβολαίου μίσθωσης εργασίας» που επικαλούνταν την αρχή της πλήρους απασχόλησης, στο προσκήνιο ερχόταν κάποιο από αυτά τα δύο γνωρίσματά της. Όπως όμως συμβαίνει με όλους τους κανόνες, και οι δύο πλευρές έπρεπε να είναι παρούσες για να διασφαλιστεί η γενική ισχύς της αρχής. Η ιδέα της πλήρους απασχόλησης ως απαραίτητο γνώρισμα της «κανονικής κοινωνίας» υπονοούσε τόσο ένα καθήκον καθολικά και πρόθυμα αποδεκτό όσο και μια συμμεριζόμενη απ’ όλους θέληση εξυψωμένη στο επίπεδο του καθολικού δικαιώματος...."

"Παρά τον επικαθορισμό του, η αρχική πολιτική δημοτικότητα του κράτους πρόνοιας θα ήταν αδιανόητη μέσα σε μια καπιταλιστικά κυριαρχούμενη κοινωνία, εάν δεν υπήρχε σύμπνοια μεταξύ της δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης και των αναγκών της καπιταλιστικής οικονομίας. Μεταξύ των πολλών άλλων λειτουργιών του, το κράτος πρόνοιας διαδραμάτιζε έναν ιδιαίτερα κρίσιμο ρόλο στη διαιώνιση της «επανεμπορευματοποίησης» της εργασίας: με το να παρέχει καλής ποιότητας εκπαίδευση, επαρκείς υπηρεσίες παροχής υγείας, αξιοπρεπή στέγαση και υγιεινή ανατροφή για τα παιδιά των φτωχών οικογενειών διασφάλιζε τη σταθερότητα στην προσφορά απασχολήσιμου εργατικού δυναμικού προς την καπιταλιστική βιομηχανία. Αυτό δεν θα μπορούσε να το διασφαλίσει από μόνη της καμία ατομική εταιρεία ή ομάδα εταιρειών." Zygmunt Bauman

Στην μεταπολεμική «κεϋνσιανή-φορντική περίοδο» οι κρατικές πολιτικές σε γενικές γραμμές υιοθετούσαν ως πρωταρχικό στόχο τους όχι τόσο τη σταθερότητα των τιμών και τους ισοσκελισμένους προϋπολογισμούς, αλλά την πλήρη απασχόληση και τη χορήγηση κοινών αγαθών. Συνεπώς, η παρέμβασή του κράτους στην κοινωνία δεν περιοριζόταν απλά στη διαμόρφωση και την τήρηση των κανόνων του παιχνιδιού της αγοράς, δεν είχε δηλαδή απλά μια τυπική ρυθμιστική λειτουργία ως «συλλογικός καπιταλιστής». Αντιθέτως, αναλάμβανε την ευθύνη να προωθεί με κεντρικά σχεδιασμένες πολιτικές την καπιταλιστική ανάπτυξη. Επίσης είχε αναλάβει το κομμάτι της κοινωνικής αναπαραγωγής και έπαιζε το ρόλο του εξουδετερωτή των κοινωνικά παραγόμενων κινδύνων ή ατυχιών για την ατομική και συλλογική ύπαρξη (από την ασθένεια, τα ατυχήματα, τα γηρατειά κτλ). Διακήρυττε την πρόθεσή του να «κοινωνικοποιηθούν» οι ατομικοί κίνδυνοι και να καταστεί ο περιορισμός τους καθήκον και ευθύνη του κράτους και διαμέσου αυτής της αποδοχής από την πλευρά της κοινωνίας ενσωμάτωνε και κανονικοποιούσε κοινωνικά στρώματα και ταξικές διεκδικήσεις. Ουσιαστικά δηλαδή εισήγαγε πολιτικές κοινωνικής κάλυψης των επισφαλειών.

Από τα μέσα της δεκαετίας του 70 συντελέστηκε μια όχι και τόσο ξαφνική ή παράδοξη αλλαγή στο διαχειριστικό πλαίσιο του καπιταλισμού. Αλλαγή, η οποία μπορεί να γίνει κατα­νοητή λαμβάνοντας υπ' όψιν τρεις άμεσα σχετιζόμενους παράγοντες: την επιδείνω­ση των οικονομικών επιδόσεων των δυτικών καπιταλιστικών χωρών (μειωμένη συσσώρευση, χαμηλοί ρυθμοί ανάπτυξης, υψηλός πληθωρισμός και αυξανόμενη ανεργία κτλ), την αδυναμία ανάπτυξης των κρατών του τότε «υπαρκτού σοσιαλισμού» (για την ακρίβεια είχαν αρχίσει ήδη να βυθίζονται σε μια ατελείωτη σπείρα αποσύνθεσης) και τις διευρυμένες και γενικευμένες κοινωνικές αντιστάσεις ήδη από την δεκαετία του 60. Οι κρίσεις στον καπιταλισμό είναι εγγενείς, είναι αναπόσπαστο κομμάτι της ύπαρξής του, εκφράζουν τις αντιφάσεις του συγκεκριμένου τρόπου παραγωγής, τα πεπερασμένα του όρια και το ισοζύγιο των κοινωνικών αντιστάσεων.

Έτσι λοιπόν οι προωθούμενες νεοφιλελεύθερες πολιτικές που άρχισαν να εφαρμόζονται ως «θεραπεία» στις αδυναμίες της «κρατικής παρεμβατικότητας» και στις στρεβλώσεις της ελεύθερης αγοράς, απαίτησαν μια συνολική μετατόπιση, σε όλα τα πεδία της κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης. Στο επίπεδο της παραγωγής αρχίζουν και σαρώνονται οι «σταθερές» που αφορούν τόσο την μισθολογική πολιτική όσο και την λογική της "μονιμότητας" στην εργασία και εφαρμόζονται οι γνωστές στρατηγικές απορρύθμισης της ευέλικτης και επισφαλούς εργασίας. Οργανώνεται σε ιδεολογικό και θεσμικό επίπεδο μια συγκεκριμένη στρατηγική ενάντια στις εργατικές διεκδικήσεις και τις μορφές αγώνα και οργάνωσης στους χώρους εργασίας. Αντιαπεργιακοί νόμοι, δυνατότητα θεσμοθέτησης "προσωπικών συμβάσεων εργασίας" που αντικαθιστούν τις συλλογικές, ευνοϊκότερο εργατικό δίκαιο για την "επιχειρηματικότητα" και ταυτόχρονα "επικινδυνοποίηση" των εργατικών διεκδικήσεων και υπερπαραγωγή λόγων για την συνολική απονοηματοδότηση βασικών και ριζοσπαστικών κοινωνικών εννοιών και αξιών: όπου αλληλεγγύη, ανταγωνισμός, όπου κοινότητα, οικογένεια (κατά την γνωστή ρήση της Θάτσερ), όπου συλλογικότητα, κατακερματισμένοι/ες και εξατομικευμένοι-ες υπήκοοι/εργάτες-εργάτριες. Μέσα σε αυτό το πλέγμα αρχίζει και ξεδιπλώνεται το ιδεολόγημα του "κοινωνικού παρασιτισμού" (αυτών δηλαδή που "τρέφονται" με τα πενιχρά επιδόματα κοινωνικής πρόνοιας) που εξατομικεύει, στοχοποιεί και ποινικοποιεί την "αποτυχία"(προάγγελος της στρατηγικής των "περισσευούμενων πληθυσμών" στις κρισιακές μέρες που ζούμε). Τα τρία Ε (economy, efficiency, effectiveness - οικονομία, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα) γίνονται ο ρυθμιστικός κανόνας του κοινωνικού. Ταυτόχρονα η επέκταση της διεθνοποίησης του κεφαλαίου, καθιστά και ευκολότερη την διεθνοποίηση και του "δικαίου" του και τον συγχρονισμό διαφορετικών εθνικών καπιταλιστικών σχηματισμών σε ένα πιο συνεκτικό πλαίσιο.

Στην περίοδο αυτή, υπάρχει ένας στρατηγικός αυτομετασχηματισμός του κράτους: η μείωση του ρόλου του σε κάποιους τομείς όμως δεν σημαίνει οριστική απόσυρσή του από αυτούς ή τη συνολική μείωση της ισχύος του και του ρόλου που επιτελεί στο νεοφιλελεύθερο διεθνοποιημένο περιβάλλον. Δεν αλλάζουν μόνο το ποια μέτρα επιστρατεύει το κράτος για την αντιμετώπιση των προβλημάτων, αλλά και ο τρόπος με τον οποίον τα αντιλαμβάνεται, τα ιεραρχεί και τα αντιμετωπίζει. Έτσι, για παράδειγμα, το νεοφιλελεύθερο κράτος δεν επιδιώκει, όπως ο προκάτοχός του, να εξασφαλίσει τους όρους μιας γενικής οικονομικής αναπτυξιακής διαδικασίας και την αναδιανομή των εισοδημάτων, αλλά να προωθήσει τις «διαρθρωτικές αλλαγές» που έχει ανάγκη το κεφάλαιο για να ξεπεράσει τις όποιες κρίσεις του ή τα κάθε είδους «αναχώματα» στην ανάπτυξή του.

Το κράτος "εξολοθρευτής" των κοινωνικών κινδύνων, το κράτος πρόνοιας δηλαδή, βαθμιαία αποδιαρθρώνεται ενώ απομακρύνονται και οι περιορισμοί που εφαρμόζονταν στις επιχειρηματικές δραστηριότητες στο πεδίο της "ελεύθερης αγοράς". Δηλαδή πλέον δεν αποτελεί κατά βάση ένα μηχανισμό αναπλήρωσης εισοδημάτων που δεν ασχολείται με το ζήτημα του καταλογισμού της ευθύνης. Αντιθέτως, αποτελεί ένα μηχανισμό που επιτηρεί και καθιστά «αξιολογήσιμες» για τους μηχανισμούς της ελεύθερης αγοράς τις αποκλεισμένες κοινωνικές ομάδες. Στη νεοφιλελεύθερη εποχή η πρόσβαση σε κοινωνικές παροχές δεν αποτελεί (κοινωνικό) δικαίωμα που διαθέτει αυτόματα όποιος είναι φορέας της ιδιότητας του πολίτη, αλλά πρέπει να περιορίζεται σε αυτούς που αποδεδειγμένα έχουν τη μεγαλύτερη ανάγκη και προσπαθούν να επανενταχθούν στην αγορά εργασίας. Για αυτό άλλωστε έχει αποδυναμωθεί εξαιρετικά (όχι όμως και καταργηθεί) το «δόγμα της καθολικότητας των παροχών». Το σύγχρονο κράτος πρόνοιας περιορίζει τις προστατευτικές του λειτουργίες σε ένα κοινωνικό κομμάτι "ανήμπορων προς εργασία" για να τους εξασφαλίσει ένα κατώτατο όριο κατανάλωσης προς επιβίωση και μόνο. Από «παθητικό» (σύμφωνα με την τρέχουσα φιλελεύθερη ορολογία) μετατρέπεται σε ένα «επιλεκτικό» και «ενεργητικό» κράτος πρόνοιας.

Έτσι το ιδεολόγημα του "κοινωνικού παρασιτισμού" που ξεδιπλώθηκε στις αρχές του 80 βρίσκει ένα λαμπρό πεδίο εφαρμογής σε μεγακλίμακα και στραμμένο πλέον όπως προαναφέρθηκε στην λογική της διαχείρισης περισσευούμενων πληθυσμών. Δεν έχει πλέον σημασία η ύπαρξη ενός περιεκτικού συστήματος παροχών ή πολιτικών ενσωμάτωσης αφού to πεδίο της κοινωνικής αναπαραγωγής γίνεται "ιδιωτική υπόθεση". Όπως έγραψε και ο Ούρλιχ Μπεκ, για την επιβίωση, απαιτείται πλέον από τα άτομα να αναζητήσουν βιογραφικές λύσεις για συστημικές αντιφάσεις...

...στην ευελιξία και την επισφάλεια...

"Η σημερινή ελίτ τείνει να θεωρεί κάθε είδους εργασία κυρίως ζήτημα αισθητικής ικανοποίησης. Όσον αφορά την πραγματικότητα της ζωής στον πυθμένα της κοινωνικής ιεραρχίας, αυτή η αντίληψη, ακριβώς όπως και η προηγούμενή της, αποτελεί μεγάλη παρωδία. Εντούτοις, επιτρέπει να καλλιεργείται η πίστη ότι η εθελοντική «ευελιξία» της εργασίας που επιλέγεται ελεύθερα και με ενθουσιασμό από αυτούς στην κορυφή —οι οποίοι, από τη στιγμή που την επιλέγουν, την περιβάλλουν με στοργή και την προστατεύουν πεισματικά- συνιστά υποχρεωτικά την απόλυτη ευλογία για όλους τους άλλους. Συμπεριλαμβάνονται αυτοί για τους οποίους «ευελιξία» σημαίνει όχι τόσο ελευθερία της επιλογής, αυτονομία και δικαίωμα στην αυτοπεποίθηση, όσο έλλειψη ασφάλειας, εξαναγκαστικό ξερίζωμα και αβέβαιο μέλλον." Zygmunt Bauman

Η επισφάλεια και η ευελιξία είναι η κυρίαρχη τάση στις αλλαγές που προωθούνται στην αγορά εργασίας. Δεν αποτελούν όμως απλά ένα εργοδοτικό κόλπο για την απόσπαση ακόμα μεγαλύτερης υπεραξίας από την παρεχόμενη εργασία. Αποτελούν ένα διαρκές πεδίο κοινωνικής και προσωπικής απορρύθμισης στον καθημερινό επιβιωτικό αγώνα και παίζουν κομβικό ρόλο στην "επανοηματοδότηση" ή καλύτερα συσκότιση της εκμεταλλευτικής φύσης της μισθωτής σκλαβιάς. Ο συνδυασμός ευελιξίας, επισφάλειας και ανεργίας, η διαρκής διαβίωση/εναλλαγή στους ομόκεντρους κύκλους τους, μεγεθύνουν την αίσθηση των εκμεταλλευόμενων πως είναι περισσότερο από ποτέ περιττοί/ες και αναλώσιμοι/ες. Η διαρκής επανεπινόηση των όρων της "εργασιακής ευελιξίας" καθιστά το εμπόρευμα "εργασιακή δύναμη" όχι μόνο πιο φτηνό αλλά και πιο υπάκουο.

Οι επισφαλείς εργασιακές σχέσεις αποτελούνται από ένα ευρύ πλέγμα πρακτικών. Αφορούν τον χρόνο εργασίας, το μειωμένο ωράριο, λιγότερες μέρες εργασίας ανά εβδομάδα. Επίσης, τον χώρο της εργασίας, μετακινήσεις σε εσωτερικές θέσεις ανάλογα με τις ανάγκες της παραγωγικής διαδικασίας. Η επισφάλεια αναφέρεται επίσης στις συνθήκες εργασίας, εκ περιτροπής εργασία, συμβάσεις ορισμένου χρόνου, δελτία παροχής υπηρεσιών, εργασία με το κομμάτι, ανασφάλιστη και απλήρωτη εργασία. Στις σύγχρονες προωθημένες της μορφές, η επισφάλεια ακόμη και στις χώρες της Ευρώπης (πρωταθλήτριες είναι η Βρετανία και η Γερμανία) παίρνει την μορφή των συμβάσεων ανά ημέρα, δηλαδή υπογραφή συμβάσεων εργασίας μόνο για μια ημέρα (minijobs) (υπάρχουν βέβαια για τους προνομιούχους και οι midijobs με συμβάσεις εργασίας 3,7 ή 10 ημερών!!). Η έννοια της ευελιξίας όπως εφαρμόζεται κατά την απορρύθμιση του εργατικού δικαίου διακρίνεται σε τέσσερις διαστάσεις. "Την αριθμητική ευελιξία, που έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία οι εργοδότες μπορούν να προσαρμόζουν τον αριθμό των εργαζομένων που απασχολούν ή τις ώρες εργασίας τους, με βάση τις διακυμάνσεις της ζήτησης του προϊόντος που παράγει η επιχείρηση. Τη λειτουργική ευελιξία, που αφορά την ευκολία με την οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να μετακινούνται σε διαφορετικές εργασίες μέσα στην ίδια την επιχείρηση. Τη μισθολογική ευελιξία, η οποία αναφέρεται στην ευκαμψία των μισθών σε μεταβολές της προσφοράς και της ζήτησης. Τέλος, την ευελιξία κινητικότητας, η οποία έχει να κάνει με την ευκολία με την οποία οι εργαζόμενοι μπορούν να αλλάζουν απασχόληση ή τοποθεσία απασχόλησης σε περιπτώσεις μεταβαλλόμενων συνθηκών στις αγορές" (Βεληζιώτης και Κύρου, 2014).

Το κράτος είναι βασικός συντελεστής στην προώθηση της ευέλικτης εργασίας, με προγράμματα μαθητείας (stage), δελτία παροχής υπηρεσιών και συμβάσεις ορισμένου χρόνου στην τοπική αυτοδιοίκηση, αλλά και στον στενό πυρήνα του όπως η εκπαίδευση. Τα μέτρα απορρύθμισης της εργασίας όπως είναι αναμενόμενο ξεκίνησαν να εφαρμόζονται αρχικά στα περισσότερο ευάλωτα τμήματα εργαζομένων, μερικές φορές ως η απόλυτη αντιστροφή της πραγματικότητας, δηλαδή ως προγράμματα "θετικής δράσης" ή "άρσης αποκλεισμών στην αγορά εργασίας" κυρίως στις γυναίκες και στους νέους, προκειμένου σταδιακά να γενικευθούν και να αποτελέσουν κανονικότητα για το σύνολο του κόσμου της εργασίας.

...στο workfare...

Το "workfare" είναι ένα λογοπαίγνιο-παραφθορά της λέξης "welfare" (που σημαίνει πρόνοια) και επινοήθηκε για να νοηματοδοτήσει το πέρασμα από το "κράτος πρόνοιας" στην "ανταποδοτική πρόνοια" ή στην "κοινωφελή διαχείριση της επισφάλειας"... Τα προγράμματα workfare, κοινωφελούς εργασίας, αποτελούν μία κεντρική έκφανση και στρατηγική της νεοφιλελεύθερης αναδιάρθρωσης της αγοράς εργασίας. Πρόκειται για προγράμματα απασχόλησης που αντικαθιστούν το επίδομα ανεργίας, με εργασία στο δημόσιο και στον ιδιωτικό τομέα. Τα προγράμματα workfare αφορούν την παραγωγική διαχείριση μεγάλων πληθυσμών ανέργων. Το κεντρικό επιχείρημα για την εφαρμογή τους είναι η κατάρτιση των ανέργων(συνήθως βέβαια αποδεικνύεται πολύ δαπανηρότερη από την "παλαιά" κρατική επιδοματική πολιτική). Η μισθωτή εργασία μετατρέπεται σε "πακέτα εργασίας" που προσφέρονται στους ανέργους, όχι για να επιβιώσουν, αλλά για να μπορέσουν να ξαναδουλέψουν, ενώ ο μισθός παίρνει τον χαρακτήρα επιδόματος. Οι θέσεις εργασίας που καλύπτουν τα προγράμματα workfare αφορούν πάγιες και διαρκείς ανάγκες του δημόσιου και του ιδιωτικού τομέα, μειώνοντας σημαντικά το κόστος εργασίας και την αξία της εργατικής δύναμης.

Τα συγκεκριμένα προγράμματα εισάγουν και την κομβική έννοια του "ωφελούμενου" ο οποίος δεν δικαιούται κάτι apriori (ως μέλος ενός κοινωνικού σχηματισμού), αλλά κάνει αποκλειστικά και μόνο χρήση -κατ' επέκταση είναι οφειλέτης- μιας προσφερόμενης από το κράτος υπηρεσίας. Πολύ απλά, όσο πιο "παράλογος" γίνεται ο κοινωνικός καταναγκασμός της «εργασίας», τόσο περισσότερο συσκοτίζεται η εκμεταλλευτική φύση της εμπορευματικής κοινωνίας, τόσο περισσότερο ενσωματώνεται από τους/τις εκμεταλλευόμενους/ες όχι μόνο η ιδέα ότι δεν μπορούν να έχουν ούτε καν ένα ξεροκόμματο "χωρίς ιδρώτα" ή "δωρεάν" αλλά η πιο βαθιά αναπαραγωγή του ρόλου του περιττού και του αναλώσιμου.

Στην ελληνική αγορά εργασίας, οι κύριες μορφές εφαρμογής των workfare είναι τα προγράμματα: α) οι «επιταγές κατάρτισης» τα γνωστά σε όλους πλέον voucher β)τα «προγράμματα κοινωφελούς εργασίας», στην πραγματικότητα 5μηνη κάλυψη πάγιων και διαρκών αναγκών δήμων, νοσοκομείων και λοιπών δημοσίων υπηρεσιών έναντι ενός επιδόματος 25ευρώ ανά μέρα εργασίας (τα ένσημα τα επιδοτεί ο ΟΑΕΔ) γ)Οι «επιταγές εισόδου στην αγορά εργασίας για άνεργους νέους ως 29 ετών» (κατά βάση εξειδικευμένο ή επιστημονικά καταρτισμένο εργατικό δυναμικό), δηλαδή πεντάμηνη, εξάωρη «πρακτική άσκηση» σε επίσης «ωφελούμενες» εταιρείες του ιδιωτικού τομέα για 2700 ευρώ για τους απόφοιτους ΑΕΙ/ΤΕΙ (400 ευρώ κατάρτιση και 460μηνιάτικο) και 2400 ευρώ για αποφοίτους λυκείου (400 ευρώ κατάρτιση και 400 ευρώ μηνιάτικο). δ) το πιλοτικό πρόγραμμα για το "ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα" που φαίνεται ότι θα αποτελέσει τον κορμό του workfarestate επί το ελληνικό...Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα, που προβλέπεται να διασφαλιστεί σε κάθε «ωφελούμενη μονάδα», ξεκινά από τα 2.400 ευρώ το χρόνο ή 200 ευρώ το μήνα για άγαμους χωρίς παιδιά και αυξάνεται ανάλογα με τον αριθμό των ανήλικων και ενήλικων τεκνών στα 6.000 ευρώ ετησίως ή 500 ευρώ μηνιαίως. Όπως φαίνεται, το συγκεκριμένο θα αποτελεί το κεντρικό επίδομα που θα ενσωματώσει-συμπιέσει άλλες προνοιακές παροχές (πχ επιδόματα απορίας, πολυτέκνων, αναπηρίας, γήρατος κτλ). Σύμφωνα με τον νόμο, οι αρμόδιες αρχές θα μπορούν να ερευνούν διαρκώς "τις ωφελούμενες μονάδες" (δηλαδή τους "χρήστες" του επιδόματος) για το αληθές των στοιχείων που δήλωσαν, καθώς και ότι "οι αιτούντες συμμετοχή στον πρόγραμμα δηλώνουν ότι είναι εγγεγραμμένοι στον ΟΑΕΔ, συναινούν στις παραπάνω έρευνες και θα αποδεχθούν τις δράσεις κατάρτισης και επανένταξής τους στην αγορά εργασίας που θα τους προταθούν από τους αρμόδιους φορείς, ενώ θα απενταχθούν από το πρόγραμμα σε περίπτωση που επιλεγούν για προγράμματα κοινωφελούς εργασίας ή ανάλογης απασχόλησης." Επίσης σημαντικό σημείο είναι και το ότι παύει η χρηματοδότηση αν «οι δικαιούχοι αρνηθούν να απασχοληθούν σε συγκεκριμένη εργασία που τους προτείνεται από τον ΟΑΕΔ αντίστοιχη των δεξιοτήτων και των ικανοτήτων τους».

...στις επικίνδυνες τάξεις και τα logistics...

"Παρίες...αυτός ο ορισμός που βασίζεται στη συμπεριφορά συμπεριλαμβάνει στην ίδια λέξη τους φτωχούς ανθρώπους που εγκαταλείπουν το σχολείο, αυτούς που δεν εργάζονται και από τις νεαρές γυναίκες όσες έχουν παιδιά χωρίς το πλεονέκτημα του γάμου και λαμβάνουν προνοιακές παροχές. Η συμπεριφορική τάξη των παριών συμπεριλαμβάνει επίσης τους άστεγους, τους ζητιάνους, τους επαίτες, τους φτωχούς που είναι εξαρτημένοι από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά και τους εγκληματίες του δρόμου. Λόγω του ότι ο όρος είναι ελαστικός, οι φτωχοί άνθρωποι που ζουν σε δημόσια οικιστικά συγκροτήματα, οι παράνομοι μετανάστες και τα μέλη των νεανικών συμμοριών συχνά καταγράφονται και αυτοί σε αυτή την τάξη. Πράγματι, η ίδια η ελαστικότητα αυτού του συμπεριφορικού ορισμού τού επιτρέπει να μπορεί να χρησιμοποιηθεί για το στιγματισμό των φτωχών, όποια κι αν είναι η πραγματική τους συμπεριφορά." Herbert J. Gans

Γίνεται σαφές ότι όσο περισσότερο βυθιζόμαστε σε μια πολυσήμαντη κατάσταση εκτάκτου ανάγκης, τόσο το κράτος θα περιστέλλεται στον κατασταλτικό του πυρήνα. Αν η εργασία στις απαρχές της "βιομηχανίας έντασης εργασίας" (μέχρι και πολύ πρόσφατα) αποθεώθηκε ως ύψιστο (αρρενωπό στην αρχή) ανθρώπινο καθήκον και αξία, ως βασική συνθήκη αξιοπρέπειας, ως εγγύηση κοινωνικής ειρήνης και θεραπευτής της "μάστιγας της φτώχειας", όλα αυτά σήμερα ακούγονται κάπως συγχυσμένα. Ο εξορθολογισμός της παραγωγής -πολύ περισσότερο μέσα σε συνθήκες κρίσης- θεωρεί την μαζική εργασία περιοριστικό παράγοντα.Η πλεονάζουσα εργασία δεν αντιμετωπίζεται ως "εφεδρικός στρατός" αλλά σαν πρόβλημα, και κάθε έρευνα για τον περαιτέρω εξορθολογισμό (δηλαδή, περισσότερα κέρδη για το επενδυμένο κεφάλαιο) επικεντρώνεται πρωτίστως στις περαιτέρω δυνατότητες περικοπής του αριθμού των απασχολουμένων.Η "απροθυμία" από την πλευρά των κυρίαρχων για την σύνθεση ενός περιεκτικού νοήματος που να συμπεριλαμβάνει τους πάντες στην καπιταλιστική "υπόσχεση ευτυχίας", οργανώνεται γύρω από τον έλεγχο και την "επικινδυνοποίηση" αυτών που περισσεύουν. Εδώ είναι που τα στρατόπεδα «φιλοξενίας» μεταναστών (η καλλωπισμένη έννοια δηλαδή για τα στρατόπεδα κράτησης ή εκτοπισμού) αποτελούν την αιχμηρότερη μορφή της «νέας» πραγματικότητας.

Η οργάνωση του πεδίου της εργασίας (και των μηχανισμών κοινωνικής πρόνοιας) με όρους διαρκών αποκλεισμών, επισφάλειας, ελέγχου "διελεύσεων" και κατευθύνσεων, με ποινικοποίηση "αντικανονικών" συμπεριφορών (πχ η μη αποδοχή παρεχόμενης "κοινωφελούς εργασίας"), με σαφή καθορισμό των "αναγκών και των δεξιοτήτων" των υποκειμένων, με αοριστία-ευελιξία θεσμικού πλαισίου,παίρνει μια μορφή που συνενώνει τα logistics με το στρατόπεδο.Η ανυπαρξία σταθερότητας-εγγύησης στην εργασιακή σχέση, η διαρκής εναλλαγή επαγγελμάτων (και ο ενδιάμεσος χρόνος ανεργίας) αποκτά έναν χαρακτήρα όπου το να έχεις εργασία όσο και το να είσαι έξω από αυτήν,γίνεται μία ενιαία σφαίρα που απαιτεί από τους "τροφίμους" της άνευ όρων παράδοση, μια ζωή υποταγής στους κανόνες, ελεγχόμενη και επαναλαμβανόμενη δραστηριότητα διαχωρισμένη από κάθε άλλο κοινωνικό πλαίσιο, και υπακοή σε έναν αφηρημένο «οικονομικό» ορθολογισμό. Σε αυτήν την σφαίρα, ο χρόνος και η υπόσταση του/της καθενός/μιας μετατρέπεται σε μια μετρήσιμη, φτηνή και ακατέργαστη ύλη, που είναι έτοιμη για την βέλτιστη εκμετάλλευσή της.

Η «σπάνη» της εργασίας αλλά και οι ευέλικτες μορφές της, μαζί με την γενική αποσάρθρωση των κοινωνικών δικτύων, αποτελούν κομμάτι του βιοπολιτικού ελέγχου. Η «μάχη για την εργασία» σε μια περίοδο «σπάνης» και «απαξίας» γίνεται το προνομοιακό πεδίο όχι της άρνησής της αλλά της εκ νέου ιεροποίησής της.

Πέρα από την γενίκευση σε μεγάλα κοινωνικά κομμάτια του υπαρξιακού άγχους της επιβίωσης, η συγκεκριμένη συνθήκη παράγει «νέους» κοινωνικούς καταμερισμούς (για την ακρίβεια ισχυροποιεί τους πρωταρχικούς καταμερισμούς με βάση το φύλο, την φυλή, την ηλικία και την αρτιμέλεια) και κάθετες διακρίσεις ανάμεσα στην τάξη των εκμεταλλευόμενων. Δεν είναι μόνο η «παραδοσιακή» διάκριση ανάμεσα σε αυτούς που κατέχουν μια περισσότερο ή λιγότερο «σταθερή δουλειά» και αυτούς –την πλειονότητα- που μετεωρίζονται στην εργασιακή αβεβαιότητα και επισφάλεια. «Αναζωογονούνται» δυναμικά όλες εκείνες οι αντιλήψεις διαχωρισμών και ιεραρχήσεων, όλα τα έμφυλα και φυλετικά στερεότυπα. Η πατριαρχία και ο ρατσισμός αλωνίζουν μέσα στην «κρίση της κοινωνίας της εργασίας». Το «δουλειά στους Βρετανούς» (κατά το δουλειά στον έλληνα εργάτη των ντόπιων φασιστών) που σάρωνε σαν σύνθημα στην καμπάνια του brexit είναι ένα σημείο που καταδεικνύει ότι η «εργασία» -ως σχέση, αξία και ηθική- οφείλει να οργανώσει το κοινωνικό διαμέσω καθαρών υγειονομικών εθνικών χώρων. Στο πεδίο των έμφυλων καταμερισμών, κι ενώ έχει πεθάνει ο μύθος που θέλει την εργασία να «χειραφετεί» ή και να απελευθερώνει τις γυναίκες από τους έμφυλους ρόλους και εξαρτήσεις τους, η «επιστροφή στην οικογένεια» (με την διάρκεια που ορίζουν οι περίοδοι εργασίας και ανεργίας) ως του μόνου «συνεκτικού» σημείου για την επιβίωση και του «φυσικού» χώρου των γυναικών, επαναορίζει τα πεδία των έμφυλων καταναγκασμών.

Η «προβληματοποίηση» των περιττών πληθυσμών, η αναγωγή τους σε πληθυσμούς που πρέπει να ελεγχθούν, που πρέπει να τεθούν προς λογιστική και κατασταλτική διαχείριση, όπως προείπαμε, είναι ένα εξελικτικό στάδιο της θεωρίας του «κοινωνικού παρασιτισμού». Στην κοινωνία του ρίσκου, των ρευστών κινδύνων και της ανασφάλειας, η «φτώχεια» αποσυμπλέκεται από την εκμεταλλευτική φύση της εμπορευματικής κοινωνίας και διασυνδέεται με μια θολή κατάσταση ανάμεσα στην εγγενή/φυσική αδυναμία του υποκειμένου να ξεφύγει από αυτήν και την αναπαράσταση ολόκληρων κοινωνικών ομάδων με «κοινά πολιτιστικά και συμπεριφορικά χαρακτηριστικά». Οι αποκλεισμένοι/ες, οι περιττοί/ες, οι αναλώσιμοι/ες οι αρνητές και οι αρνήτριες, οι Άλλοι/ες μπορεί να μην αναπαρίστανται πλέον ως γκροτέσκο φιγούρες «δαιμόνων» και «φιδιών», αλλά αναγνωρίζονται πλέον ως φιγούρες που συνορεύουν διαρκώς με την πρόκληση απειλών: "Η δαιμονοποίηση έχει αντικατασταθεί από την στρατηγική της "επικινδυνοποίησης". Κατά συνέπεια, η πολιτική διαχείριση εξαρτάται εν μέρει από τον αποκλίνοντα Άλλο και από την κινητοποίηση του αισθήματος ασφάλειας" (Hans-Jorg Albrecht "immigration, crime and safety")

Αν παρόλ' αυτά υπάρχει μια καλή υπηρεσία να προσφέρει η "παλιά" ηθική της εργασίας είναι να επιρρίψει την ευθύνη για τη μιζέρια των φτωχών σε κάποια απροθυμία τους να εργαστούν και να ενσωματωθούν, συνεπώς, να τους κατηγορήσει για ηθική εξαχρείωση και να παρουσιάσει τη φτώχεια σαν ποινή για τα λάθη τους, ως τιμωρία για την απειλή που αποτελούν….

Το γερμανικό μοντέλο Hartz

Το 1999, τίθεται σε εφαρμογή από την "κοινωνική" κυβέρνηση του συνασπισμού Σοσιαλδημοκρατών-Πρασίνων το πρόγραμμα Hartz, το οποίο αποτελεί σταθμό για την απορρύθμιση των διευρυμένων προνοιακών παροχών του γερμανικού κράτους. Παρακάτω παραθέτουμε απόσπασμα από το περιοδικό Θέσεις (τ.136) αναφορικά με το τι αποτελούσε τον κορμό αυτού του νόμου. Το παραθέτουμε εδώ, γιατί ο Hartz αποτέλεσε πηγή έμπνευσης και μπούσουλα για την αναδιοργάνωση του "κράτους πρόνοιας" σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες έκτοτε και πιστεύουμε πως απηχεί τις "διαθέσεις" της εδώ σοσιαλδημοκρατικής κυβέρνησης Σύριζα (χαρακτηριστικότερο παράδειγμα το πρόσφατο "ποινολόγιο" του ΟΑΕΔ). Ένα σημαντικό σημείο του νόμου που δεν αναφέρεται στο απόσπασμα που παραθέτουμε, είναι ο ρόλος που έπαιξε στην εκ νέου "οργάνωση" και παρανομοποίηση της εργασίας των μεταναστών/τριών και την αυστηροποίηση -έως εξαφάνιση- των προνοιακών επιδομάτων προς αυτούς, (αναλυτικά περιγράφεται στην μπροσούρα "Μετανάστευση, προσφυγιά και εργασία" που μεταφράστηκε και εκδόθηκε τον Απρίλιο 2016 από τους/τις "σύντροφοι/ισσες από Ρεσάλτο, Θερσίτη and friends."

Τον Ιανουάριο του 2003 η γερμανική κυβέρνηση έθεσε σε εφαρμογή τον νόμο Hartz II που θέσπιζε τις συμβάσεις minijob, που απαλλάσσουν τους εργοδότες από την υποχρέωση να καταβάλλουν ασφαλιστικές εισφορές και δεν διασφαλίζουν στους εργαζομένους ούτε ταμείο ανεργίας ούτε σύνταξη, και midijobs, που προβλέπουν μισθούς από 400 μέχρι 800 ευρώ τον μήνα. Τον Ιανουάριο της επόμενης χρονιάς έθεσε σε ισχύ και τον νόμο Hartz III που προέβλεπε την αναδιάρθρωση της εθνικής υπηρεσίας απασχόλησης, δηλαδή του Ομοσπονδιακού Ιδρύματος Εργασίας (που μετονομάστηκε σε Ομοσπονδιακό Οργανισμό Εργασίας - Agentur für Arbeit) και των παραρτημάτων της. Όταν δε ένα χρόνο μετά θεωρήθηκε ότι οι υπηρεσίες απασχόλησης μπορούν πλέον να ελέγξουν εντατικότερα και αποτελεσματικότερα τη συμπεριφορά και τη ζωή των φτωχών εργαζομένων, η κυβέρνηση έθεσε σε ισχύ και τον HartzIV, που, στο όνομα της ανάγκης ριζικού μετασχηματισμού της γερμανικής πολιτικής απασχόλησης, προβλέπει:

Τη μείωση της διάρκειας παροχής του επιδόματος ανεργίας (του λεγόμενου επιδόματος ανεργίας I) που λαμβάνει κάποιος που μόλις έχασε τη δουλειά του από 32 σε 12 μήνες το πολύ.

Την παραχώρηση του δικαιώματος εγγραφής στο Ταμείο ανεργίας μόνο σε όποιον εργαζόταν τουλάχιστον δώδεκα μήνες στα δύο χρόνια πριν απολέσει τη δουλειά του.

Την ενοποίηση του επιδόματος που λάμβανε ο μακροχρόνια άνεργος μετά το πέρας των 32 μηνών (το λεγόμενο Arbeitslosenhilfe) με το επίδομα κοινωνικής πρόνοιας (Sozialhilfe). Πρακτικά αυτό σημαίνει ότι από 1/1/2005, ο μακροχρόνια άνεργος λαμβάνει ένα κοινωνικό βοήθημα 374 ευρώ (το λεγόμενο επίδομα ανεργίας II ή επίδομα Hartz) αντί για ένα επίδομα το ύψος του οποίου θα αντιστοιχούσε (αν δεν είχε αλλάξει ο νόμος) στο 50% του τελευταίου μισθού που έλαβε.

Η λήψη των επιδομάτων από τον άνεργο να μπορεί γίνει μόνο εάν ο τελευταίος υπογράψει την «Συμφωνία Ένταξης στην Αγορά Εργασίας», η οποία τον υποχρεώνει να δηλώσει στο Ομοσπονδιακό Οργανισμό Εργασίας όλα του τα περιουσιακά στοιχεία, να αποδεικνύει ανά τακτά χρονικά διαστήματα ότι έχει καταβάλει σοβαρές προσπάθειες εύρεσης εργασίας και να συναινεί σε οποιαδήποτε πρωτοβουλία λαμβάνει ο Οργανισμός για την επανένταξή του στην αγορά εργασίας.

Την παροχή του επιδόματος ανεργίας II μόνο στην περίπτωση που ο άνεργος δεν διαθέτει περιουσιακά στοιχεία με τα οποία μπορεί να διασφαλίσει την επιβίωσή του.

Τη μείωση του επιδόματος στον μακροχρόνια άνεργο που απορρίπτει μια θέση εργασίας κατώτερη των προσόντων του, που όμως ο Ομοσπονδιακός Οργανισμός τη θεωρεί υποφερτή, δηλαδή ότι μπορεί σωματικά, νοητικά και ψυχολογικά να την αναλάβει, παραβλέποντας τόσο την επαγγελματική κατάρτισή και το μορφωτικό του επίπεδο όσο και το ύψος του μισθού.

Την υποχρέωση των ανέργων να δέχονται ταυτόχρονα με το επίδομα ανεργίας θέσεις εργασίας με μισθό 1 ευρώ την ώρα («ευτυχώς» καθαρά!).

Στον υπολογισμό του επιδόματος II ενός ανέργου που, για οποιαδήποτε λόγο, συγκατοικεί με κάποιο άλλο πρόσωπο, να λαμβάνεται υπ’ όψιν (και μάλιστα να παίζει αποφασιστικό ρόλο) το εισόδημα του τελευταίου, επειδή για τη διασφάλιση της επιβίωσης του κάθε ανέργου ευθύνεται πρώτα ο ίδιος και όσοι συγκατοικούν μαζί του και μετά το κράτος πρόνοιας.

Τη δυνατότητα το κράτος να ελέγχει το εάν η κατοικία του ανέργου που λαμβάνει το επίδομα II είναι αδικαιολόγητα μεγάλη και δαπανηρή και να απαιτεί, σε περίπτωση που διαπιστώσει ότι όντως είναι, ο άνεργος να αλλάξει κατοικία και να μετακομίσει σε ένα σπίτι που η αρμόδια υπηρεσία έχει εγκρίνει.

...και οι αγώνες;

Στην Ελλάδα, η πολιτική σύμφωνα με την οποία η ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων ανάγεται σε κυρίαρχη αξία, δεν εμφανίστηκε βέβαια με τα μνημόνια. Ήδη από τη δεκαετία του ’90, αρχίζει να γίνεται λόγος για «απελευθέρωση της αγοράς εργασίας» σαν να ήταν δέσμια κάποιων, για «ευελιξία» στο χρόνο, τον τόπο και την οργάνωση της εργασίας. Το 1990 θεσμοθετήθηκαν για πρώτη φορά με νομοσχέδιο η μερική απασχόληση και η απελευθέρωση του ωραρίου των καταστημάτων. Εισάγονται στο εργατικό δίκαιο, σταδιακά αλλά με εντεινόμενους ρυθμούς, στοιχεία από τη λογική της νεοφιλελεύθερης αγοράς, με αποτέλεσμα την περαιτέρω μετατόπισή του από αυτό που θεωρητικά προστάτευε: τον αδύνατο πόλο της εργασιακής σχέσης. Στην πραγματικότητα στο δίκαιο "αποτυπώνεται" το ισοζύγιο των ανταγωνιστικών δυνάμεων και η βασική του μέριμνα δεν είναι η "προστασία του αδυνάτου" αλλά η προστασία της κοινωνικής ειρήνης. Τόσο σε θεσμικό επίπεδο όσο και σε πρακτικό (δηλαδή ο τρόπος που ο κρατικός μηχανισμός αντιμετωπίζει και τηρεί αυτά που νομοθετεί) φαίνεται ξεκάθαρα τα τελευταία χρόνια η "διολίσθηση" από την "προστασία του εργαζομένου" στην ανάγκη "προστασίας της εργασίας".

Η δεκαετία του ’90 -ειδικά από το ’95 και μετά- ήταν η «χρυσή περίοδος» της λεγόμενης ανάκαμψης της ελληνικής οικονομίας που συνοδεύτηκε από τον καταναλωτισμό, τον τραπεζικό δανεισμό και τη συνολικότερη κοινωνική συναίνεση και αποπολιτικοποίηση. Φυσικά είναι και η περίοδος κατά την οποία οι μετανάστες, που πρώτη φορά εμφανίστηκαν στον ελλαδικό χώρο με τέτοια μαζικότητα, «προσφέρθηκαν» στις απαιτήσεις του ντόπιου κεφαλαίου με όρους λεηλασίας. Οι αγώνες εκείνης της περιόδου δεν μπόρεσαν να συσπειρώσουν μεγάλο κομμάτι των εργαζομένων –με μια εξαίρεση ίσως το ασφαλιστικό το ’01, που όμως αποσύρθηκε «αναίμακτα». Οι πιο εκτεταμένοι αγώνες εξελίχθηκαν σε συγκεκριμένους κλάδους (εκπαιδευτικοί ’98, ιδιωτικοποιήσεις ’90-’93).

Από το 2005 και μετά , οι συντελούμενες αλλαγές στο πεδίο των εργασιακών σχέσεων καθώς και η εκτεταμένη «ευελιξία», με ενδεικτικό το φαινόμενο της ανασφάλιστης εργασίας σε ποσοστό 22% το 2009, ενίσχυσαν τις πολιτικές διαχείρισης του χαμηλού εργατικού κόστους ώστε πριν ακόμη από την εκδήλωση των συμπτωμάτων της οικονομικής κρίσης να γίνεται λόγος για τη γενιά των 700 ευρώ που εκπροσωπούσε το 1/5 περίπου του απασχολούμενου εργατικού δυναμικού στη χώρα.

Από το 2009 και μετά, αφ’ ενός λόγω του συνολικότερου εξεγερτικού κλίματος που ακολούθησε την εξέγερση του Δεκέμβρη του ’08 αφ’ ετέρου λόγω των πρώτων δειγμάτων της κρίσης που θα ακολουθούσε, οι εργατικές κινητοποιήσεις άρχισαν να πλαισιώνονται από ευρύτερα κοινωνικά κομμάτια αλλά και να ενισχύονται σε μεγαλύτερο βαθμό από το ευρύτερο ριζοσπαστικό κίνημα. Με αποκορύφωμα την περίοδο 2010 έως 2012 όπου ο τεράστιος αριθμός συμμετοχής αλλά και η κοινωνική νομιμοποίηση της σύγκρουσης στο δρόμο, χαρακτήρισε τις μεγάλες απεργιακές κινητοποιήσεις. Παρόλα αυτά, η συσπείρωση αυτή δεν εξηγείται τόσο με την ανάπτυξη της ταξικής συνείδησης σε ένα μεγάλο κομμάτι των εκμεταλλευόμενων όσο περισσότερο με την αντίδραση (σε πολλά σημεία διαταξική, αφού συνένωνε προλετάριους, μικρά και μεσαία αφεντικά) ενάντια στη συνολική κοινωνική αποδιοργάνωση (φορολογία, μείωση συντάξεων κτλ) που σηματοδότησε η εμφάνιση των μνημονίων και η υπαγωγή της χώρας σε δανεισμό από το ΔΝΤ και το ευρωπαϊκό ταμείο. Ταυτόχρονα το κίνημα δεν μπόρεσε να ξεφύγει από τη λογική των «αμυντικών» αγώνων προσπαθώντας με νύχια και με δόντια να κρατήσει ένα στοιχειώδες επίπεδο κεκτημένων.

Έκτοτε παρατηρείται μεγάλη καθίζηση στους αγώνες συνολικότερα και ειδικότερα στις εργατικές διεκδικήσεις καθώς έχει εσωτερικευτεί η ήττα και η ματαιότητα από ένα μεγάλο κομμάτι της κοινωνίας και του κινήματος. Η ανάδειξη του ΣΥΡΙΖΑ σε δεύτερο κόμμα το ’12 ήταν μια κομβική στιγμή, αναδίπλωσης της στάσης πολλών ανθρώπων που ως τότε είτε συμμετείχαν σε οριζόντια αυτοοργανωμένα εγχειρήματα είτε στήριζαν με την παρουσία τους πολιτικές δράσεις. Είναι χαρακτηριστικό, πως από τις εκλογές και μετά, σταδιακά αποδυναμώθηκαν όλες οι συνελεύσεις γειτονιάς που ως τότε πλαισιώνονταν από πολύ κόσμο. Η πώληση της ελπίδας, έτσι κι αλλιώς προνομιακό πεδίο της σοσιαλδημοκρατικής διαχείρισης, έχει αποδειχτεί ως η μόνη αποτελεσματική μπίζνα στα χρόνια της κρίσης.

Φτάνουμε λοιπόν σε ένα εργασιακό τοπίο που χαρακτηρίζεται από την υποβάθμιση του ρόλου της πλήρους και σταθερής απασχόλησης υπέρ των ευέλικτων μορφών εργασίας που συνεπάγονται περιορισμένες αμοιβές και δικαιώματα, στην αποδιάρθρωση του τρόπου διαμόρφωσης των συλλογικών συμβάσεων και του τρόπου καθορισμού των αποδοχών, στην ελαστικοποίηση του χρόνου εργασίας με την απόλυτη προσαρμογή του στις ανάγκες της επιχείρησης και, τέλος, στην άμβλυνση των όρων της προστασίας από τις απολύσεις.

Από το 2005 έως το 2008 οι εργαζόμενοι με μερική απασχόληση ήταν επί του συνόλου στο 5% περίπου. Τον Απρίλη του 2012 αυξήθηκαν κατά 86%, από 299.906, έφτασαν τους 558.150 τον Απρίλη του 2016. Επί του συνόλου των μισθωτών ασφαλισμένων στο ΙΚΑ, μερικώς απασχολούμενοι ήταν 20% τον Απρίλη του 2012 και έφθασαν στο 29% τον Απρίλη του 2016. Ενδεικτικό είναι πως από το 2012 και μετά στις προσλήψεις υπάρχει μια αναλογία σχεδόν 1:1 για μερική και πλήρη απασχόληση (συμφώνα με τα επίσημα στατιστικά, μόνο τον Απρίλη του 2017 οι προσλήψεις πλήρους απασχόλησης ξεπέρασαν αυτές τις μερικής μετά από 5 περίπου χρόνια με ποσοστό 54%-46%). )Χαρακτηριστικά, παρ’ ότι οι θέσεις πλήρους απασχόλησης μεταξύ Απρίλη του 2012 και του 2016 αυξήθηκαν κατά 191.191, η μισθοδοσία του συνόλου των εργαζομένων μειώθηκε κατά 33,5 εκατ. ευρώ. Σε ό,τι αφορά τους μέσους μισθούς, στην πλήρη απασχόληση μειώθηκε κατά 15,71% και στη μερική απασχόληση κατά 31%. Σε όλους τους κλάδους, βασικό χαρακτηριστικό είναι ότι η πτώση των μισθών ήταν μεγαλύτερη ή και πολύ μεγαλύτερη της πτώσης της απασχόλησης και των ωρών εργασίας. Αντίστοιχα η πτώση της απασχόλησης είναι μεγαλύτερη από την πτώση των ωρών εργασίας, πράγμα που δείχνει την ένταση της εκμετάλλευσης δηλαδή ότι οι εργαζόμενοι/ες που παραμένουν, δουλεύουν περισσότερες ώρες και αμείβονται λιγότερο.

Στον αντίποδα είναι οι άνεργοι/ες , ο αριθμός των οποίων διογκώθηκε στα χρόνια της καπιταλιστικής κρίσης και παραμένει ιδιαίτερα υψηλός, περίπου 1,1 εκατομμύρια άτομα ενώ η εμφανιζόμενη σχετική αποκλιμάκωση, σχετίζεται άμεσα με τη γενίκευση των «ευέλικτων μορφών απασχόλησης» (μερική απασχόληση, εκ περιτροπής εργασία κ.ο.κ.), που απλά ανακυκλώνει το "διαθέσιμο υλικό".

Η γενικότερη επισφάλεια μέσα στη συγκεκριμένη συνθήκη, έχει οδηγήσει σε μια τάση «ιεροποίησης» της εργασίας -παρά την εξαθλίωση που αναγνωρίζεται μεν, αντιμετωπίζεται ως δεδομένη δε. Το γεγονός αυτό λειτουργεί με διαλυτικό τρόπο σε οποιαδήποτε μορφή κοινότητας των «από κάτω» μιας και η εργασία θεωρείται «ύψιστο αγαθό» που αξίζει να διεκδικηθεί με κάθε τρόπο. Αντίστοιχα διασπαστικό ρόλο μεταξύ των καταπιεσμένων, παίζει και ο διαχωρισμός των εργαζομένων ανάμεσα σε εκείνους/ες που έχουν σταθερή εργασία, σε όσους/ες περιπλανώνται στην εργασιακή ζούγκλα και στους/τις άνεργους/ες. Επιπλέον, οι εργαζόμενοι-ες συνάπτοντας μια σύμβαση εργασίας, ήταν υποχρεωμένοι να παρέχουν την εργασία τους έναντι αμοιβής, χωρίς να μετέχουν στον επιχειρηματικό κίνδυνο. Με τη νέα συνθήκη που έχει διαμορφωθεί, οι εκμεταλλευόμενοι-ες καλούνται να «πληρώσουν» μέρος του επιχειρηματικού κινδύνου ενώ ταυτόχρονα υφίστανται την πλήρη αποδιοργάνωση και της εργασίας και της ζωής τους.

Μέσα σε ένα σαφώς διαφορετικό κοινωνικό πεδίο από αυτό πριν την "εποχή της κρίσης", με κάθετες επεμβάσεις και βίαιες προλεταριοποιήσεις μεγάλων κοινωνικών κομματιών, βιοπολιτικές στρατηγικές ελέγχου "επικίνδυνων τάξεων", νέα "υποκείμενα" και "φιγούρες" που αναδύονται στους εργασιακούς χώρους... με την πλήρη απαξίωση των παλαιών διαμεσολαβητικών μηχανισμών του επίσημου συνδικαλισμού, την ξεκάθαρη άμπωτη των κοινωνικών και ταξικών αγώνων τα τελευταία 3 χρόνια αλλά και την παρακαταθήκη των αγώνων από το 2008 και μετά -με τα όρια και τις αντιφάσεις τους- τίθενται τα ερωτήματα για το πως "ξαναπιάνουμε" το νήμα των αντιστάσεων στους εργασιακούς χώρους.

Προφανώς τα ζητήματα της επιθετικότητας των αφεντικών και της διαρκούς απαξίωσής μας, δεν μπορούν να αντιμετωπιστούν με υλικά που η ιστορία των ίδιων των πρόσφατων κοινωνικών αγώνων τα έχει πετάξει από την πόρτα.

Δεν θα μπορούσε να είναι διεκδικούμενο, μια "επιστροφή στην (πρότερη) κανονικότητα", γιατί αυτό είναι καταρχήν βασικός άξονας απόσπασης συναινέσεων διαμέσω μιας "διαταξικής-εθνικής αφήγησης" (κυρίως από την αριστερά) για την "έξοδο από τα μνημόνια" (χαρακτηριστικές είναι οι δηλώσεις των υπουργών για την επιστροφή των συλλογικών συμβάσεων). Δεν θα αγαπήσουμε λοιπόν την "καπιταλιστική σταθερότητα", ούτε μπορούμε να τη δούμε ως προνομιακό πεδίο για την επέκταση των συμφερόντων των εκμεταλλευόμενων. Επιπλέον, μια τέτοια προοπτική ξαναδίνει ζωή σε μηχανισμούς διαμεσολάβησης που έχουν από καιρό αδρανοποιηθεί, δηλαδή τα συνδικάτα και τον καθετοποιημένο, διαμεσολαβημένο και αλλοτριωτικό τρόπο οργάνωσης της κοινότητας των εργαζομένων. Οι αιτηματικές λογικές για να "ξαναπάρουμε πίσω κάποια από τα κλεμμένα" στην πραγματικότητα ακυρώνουν την παρακαταθήκη των πρόσφατων αγώνων, τα ανοιχτά ερωτήματα που έθεσαν, που δεν απάντησαν, αλλά είναι εκεί προς "επίλυση". Ακυρώνουν το διευρυμένο κοινωνικό πειραματισμό και τη συγκρουσιακότητα των προηγούμενων ετών, για να τα στριμώξουν σε αμυντικές λογικές, των οποίων το όριο είναι προϊόν ετεροκαθορισμού (πάλι χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας) και η πραγματική τους έκταση δεν μπορεί ποτέ να ξεπεράσει το πεδίο που "παραχωρούν" οι κυρίαρχοι.

Η "σπάνη" της εργασίας όπως προαναφέραμε, έχει οδηγήσει σε μια εκ νέου λατρεία της. Από παντού, από όλο το φάσμα της δεξιάς και όλο (μα όλο) το φάσμα της αριστεράς, διατρανώνεται η "κοινωνική ανάγκη" της "απασχόλησης" και της διεύρυνσής της (μάλιστα η αριστερά την θεωρεί και θεραπεία του κοινωνικού εκφασισμού!). Η εκμεταλλευτική σχέση και πάλι μυστικοποιείται και αντί να μιλάμε για "απελευθέρωση από την εργασία" διεκδικούμε "απελευθέρωση της εργασίας", διεκδικώντας την επιστροφή από τη χωρίς υποσχέσεις ευτυχίας, σημερινή εργασία, στο γλοιώδες στερεότυπο της εργασίας ως αυτοπραγμάτωσης...Δεν θα αγαπήσουμε την δουλειά...

Μέσα στο κοινωνικό σκοτάδι των τελευταίων χρόνων, γίνονται προσπάθειες, οριζόντιες και ριζοσπαστικές, από αυτοοργανωμένες συλλογικότητες, πρωτοβουλίες και σωματεία βάσης για να τεθούν εκ νέου τα ζητήματα που αφορούν τον "κόσμο της εργασίας" και προσπαθούν να "ξαναπιάσουν το νήμα" των αγώνων και της σημασίας της αναδημιουργίας κοινότητας μεταξύ των από κάτω. Γνωρίζουμε πολύ καλά πως κάθε κίνηση μέσα από τα τείχη μας είναι απαραίτητη όπως και ο διαρκής αναστοχασμός των πειραματισμών μας προς την κατεύθυνση της όξυνσης της ρήξης με τον κόσμο των αφεντικών...

Η εργασία, ήταν, είναι και θα είναι εκβιασμός και η κατάργησή της, ένα από τα διαχρονικά προτάγματά μας. Στόχος μας δεν είναι πώς θα «τα φέρουμε βόλτα» αλλά πως θα μπορέσουμε να δημιουργήσουμε αναχώματα στην επιδιωκόμενη κοινωνική και εργασιακή αποσύνθεση. Στους εργασιακούς χώρους βιώνεται μια ιδιαίτερη μορφή καταπίεσης και μπορούν να αποτελέσουν σημείο συλλογικής αναφοράς στη βάση της ανατροπής και στην κατεύθυνση της ατομικής και συλλογικής ελευθερίας. Από την πλευρά μας, δεν μπορούμε παρά να θέτουμε συνεχώς τη συλλογικοποίηση και την επαναφορά της κοινότητας με όρους οριζοντιότητας και αλληλεγγύης και ενάντια σε κάθε λογική εξατομίκευσης.

Μάϊος 2017,

Θερσίτης

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



Employees at the Zarfati Garage in Mishur Adumim vote to strike on July 22, 2014. (Photo courtesy of Ma’an workers union)

Employees at the Zarfati Garage in Mishur Adumim vote to strike on July 22, 2014. (Photo courtesy of Ma’an workers union)

Tue 30 May, 19:00

browse text browse image

23.jpg imageΚριτική Μαρξιστι... May 30 17:39 by Μιχαήλ Μπακούνιν 0 comments

Corte de rua e barricada no estado do Paraná. imageDemocracia direta já! Barrar as reformas nas ruas e construir o Poder Popular! May 30 05:32 by Coordenação Anarquista Brasileira 1 comments

corte_de_rua_parana_1.jpg imageDemocrazia diretta subito! Fermare le riforme nelle strade e costruire il potere popolare! May 29 22:49 by Coordinamento Anarchico Brasiliano 0 comments

Blockaded road in the state of Parana. imageDirect democracy now! Block the reforms in the streets and build Popular Power! May 29 22:42 by Brazilian Anarchist Coordination 0 comments

ergasiaka_5_17_thersitis_.jpg imageAπό την αναδιάρθρ ... May 29 19:58 by Θερσίτης, χώρος ραδιουργίας & ανατροπής 0 comments

rocinante.jpg imageΚαμία ανοχή σε πρ ... May 27 16:58 by Αναρχοσυνδικαλιστική Πρωτοβουλία Ροσινάντε 0 comments

18620433_1162661047213463_4012854343119008300_n.jpg image¡Apoyemos el paro nacional de l@s trabajador@s y el boicot en Walmart y subsidiarias! May 26 17:03 by Revolución Internacional / World Revolution 0 comments

thumb_640.jpg imageΓια τη διάσκεψη τ ... May 25 19:53 by Δίκτυο Ομάδων Αλληλεγγύης Δωδεκανήσου 0 comments

Barricadas en Paraná (Brasil) image¡Democracia directa ya! ¡Barrar las reformas en las calles y construir el Poder Popular! May 25 12:19 by Coordinación Anarquista Brasileña 1 comments

hand_fist_punch_water_77012_1920x1080800x450.jpg imageΗ (έμμεση) ιδιωτικ&#... May 24 20:08 by αναρχική ομάδα cumulonimbus 0 comments

9788485735921.jpg imageReseña del libro de José Luis Carretero Miramar “Eduardo Barriobero: Las Luchas de un Jaba... May 24 15:46 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

textL'EUSKARA, la lingua degli "Indiani d'Europa" (i baschi) May 22 23:06 by Gianni Sartori 0 comments

O ex-deputador federal Eduardo Cunha e o futuro ex-presidente Michel Temer imageAnálise da crise política do início da queda do governo Temer May 21 23:19 by Bruno Lima Rocha 0 comments

textCampaign of Hate. Russia and ‘Gay Propaganda’ May 21 23:06 by Alternativa Libertaria/FdCA 0 comments

no_hagan_objetivo_militar.jpg imageLlamado a la solidaridad con procesos comunicativos de Colombia May 21 04:09 by Rebeldía Contrainformativa & CEP Enraizando 0 comments

thessaloniki_3.jpg imageΟι κινητοποιήσει... May 20 16:26 by Αναρχική Ομοσπονδία 0 comments

18601216_1797218623923391_1697630022_n.jpg imageΚινητοποιήσεις 17-18... May 20 16:21 by αναρχική ομάδα “δυσήνιος ίππος” 0 comments

textEUSKADI TA ASKATASUNA, una storia lunga sessanta anni May 20 06:08 by Gianni Sartori 0 comments

18057648_10209517627674561_6863660973845875269_n.jpg imagePreparan resistencia en Cacahuatepec ante la presencia de grupos paramilitares y despojo ... May 19 16:42 by Demián Revart 0 comments

whatsappimage20170518at11.13.57imp.jpg imageUna semana sangrienta para México; 7 trabajadores agrícolas y 2 periodistas asesinados por... May 19 16:26 by Demián Revart 0 comments

8ca2d88053be4241927f7a2855c650eb.jpeg imageStop the threats of the Mexican State against our militant comrade Adrián! May 19 16:07 by Revolución Internacional / World Revolution 0 comments

Fotografía tomada durante la "Minga de trabajo y pensamiento" en Corinto, el 9 de mayo. imageCuando re-sentir se vuelve una razón para acallarnos May 19 03:12 by CEP-Enraizando 0 comments

logoindex.gif imageDès maintenant, passons de la défiance à la résistance sociale ! May 18 21:36 by Relations Extérieures de la CGA 1 comments

e127_09_5.jpg imageΓια το φράγμα Πεί ... May 18 20:53 by Αναρχική ομάδα “δυσήνιος ίππος” 0 comments

img_0485.jpg imageWe, supporters of Rojava, should be worried about its partnership with the United States. May 18 11:50 by Zaher Baher 1 comments

p_04_03_2017.jpeg imageEl alma esquizofrénica del proyecto europeo May 16 18:55 by José Antonio Gutiérrez D. 0 comments

1demayo201755101.jpg imageMujeres, precariedad y feminismo: desafíos del movimiento sindical May 16 05:45 by María Carrasco y Alejandra Villegas 0 comments

wp_20160611_002.jpg imageΔεν ελπίζω τίποτ^... May 16 05:02 by Ελευθεριακή Συνδικαλιστική Ένωση Αθήνας 0 comments

12311094_1697455980474713_9086228949900891244_n.jpg imageΜια απο τα ίδια ή μ&... May 16 04:59 by ΑΝΑΡΧΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ 0 comments

ggf.jpg imageΙδρυτική διακήρυ... May 15 18:26 by Quieta Movere 0 comments

more >>
© 2005-2017 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]