user preferences

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Αναρχική Ιστορία / Γνώμη / Ανάλυση Tuesday May 04, 2021 19:07 byΓια τη Συγκρότησης Ένωση Αναρχ. Εργατών

«Λυπάμαι πολύ εξοχότατε που θα σας παρακαλέσω να με κρεμάσετε κι εμένα, αλλά είναι προτιμότερο να σκοτωθώ σε μια στιγμή παρά να πεθαίνω καθημερινά πόντο προς πόντο»
OSCAR NEEBE
Αναρχικός εργάτης, Σικάγο 1886

Για όσους δεν αρνήθηκαν να θυσιάσουν και τη ζωή τους ακόμα στον αγώνα για κοινωνική ισότητα και ελευθερία.

ΣΙΚΑΓΟ 1886 (Ιστορία)

1η Μάη 1886-1986 - Ενας αιώνας μισθωτής σκλαβιάς

Ιούνης 1884: Το συνδικάτο καπνεργατών του Σικάγο καλεί όλα τα συνδικάτα της πόλης να οργανώσουν ένα κεντρικό εργατικό συνδικάτο με καθαρά αγωνιστική πολιτική. Τέσσερα συνδικάτα απαντούν στο κάλεσμα και αποδέχονται την κοινή διακήρυξη:
«Όλη η γη αποτελεί κοινωνική κληρονομιά, ο πλούτος είναι δημιούργημα εργασίας, δεν μπορεί να υπάρχει καμιά αρμονία ανάμεσα στους εργάτες και το κεφάλαιο. Κάθε εργάτης οφείλει να αποσπαστεί από τα καπιταλιστικά πολιτικά κόμματα και να αφοσιωθεί στο συνδικάτο».
Απρίλης 1885: Στο κεντρικό εργατικό συνδικάτο συμμετέχουν 22 συνδικάτα. Διατηρούν επαφή με τη Διεθνή και αρχίζουν μια έντονη αγκιτάτσια για την καθιέρωση του 8ωρου. Δεν θεωρούν όμως σημαντική τη μείωση της εργάσιμης μέρας, αλλά τη δημιουργία κοινού εργατικού μετώπου και την πάλη των τάξεων.
Οκτώβρης 1885: Μετά από δήλωση του αναρχικού Σπάϊτζ κάνουν έκκληση στην εργατική τάξη να πάρει τα όπλα και να προβάλλει το μόνο αποτελεσματικό επιχείρημα: την επαναστατική βία..
Την 1η Μάη, γύρω στους 40.000 εργάτες κατεβαίνουν σε απεργία και σε τρεις μέρες φτάνουν τους 65.000 απεργούς. Η αστυνομία βρίσκεται σε επιφυλακή. Η απεργία παρουσιάζει απρόβλεπτη δύναμη και διάθεση αλληλεγγύης.
Δευτέρα 3 Μάη: η απεργία εξαπλώνεται τρομακτικά και η αστυνομία αρχίζει να διαλύει πορείες και συγκεντρώσεις. Μια επίθεση απεργών ενάντια στους απεργοσπάστες ενός εργοστασίου, φέρνει την αστυνομία που επιτίθεται και πυροβολεί τους απεργούς. 4 νεκροί, πολλοί τραυματίες. Κυκλοφορούν προκηρύξεις και καλούν τους εργάτες ν’ αντισταθούν στη βία της εξουσίας.
Τρίτη 4 Μάη: Η αστυνομία επιτίθεται ενάντια σε 3.000 απεργούς. Μια μεγάλη διαδήλωση προσπαθεί να διαλύσει η αστυνομία. Πέφτει μια βόμβα και τραυματίζει 66 αστυνομικούς. Απ’ αυτούς οι 7 πεθαίνουν. Η αστυνομία. πυροβολεί υστερικά στο πλήθος και τραυματίζει 200 εργάτες, αρχίζει πογκρόμ συλλήψεων (αναρχικών ιδιαίτερα που τους θεωρεί υποκινητές της εξέγερσης και υπαίτιους για την βομβιστική ενέργεια) και συλλαμβάνει τους Αναρχικούς επαναστάτες: Σπάιτζ, Φήλντεν, Στσουώμπ, Άντολφ Φίσερ, Τζωρτζ 'Ένγκελ, Λουΐς Λινγκ, Όσκαρ Νημπ κ.ά.
Μετά από μια άδικη δίκη, στις 11 Νοέμβρη 1887 κρεμάστηκαν 4 απ’ αυτούς. Δεν θέλησαν μια μετατροπή της ποινής αλλά ελευθερία ή θάνατο.

ΜΙΣΘΩΤΉ ΕΡΓΑΣΙΑ ΚΑΙ ΚΕΦΑΛΑΙΟ

Σήμερα εκατό ολόκληρα χρόνια από τότε εξακολουθούμε να ζούμε κάτω από την κυριαρχία της καπιταλιστικής παραγωγής.
Εξακολουθούμε να ζούμε σ’ έναν κόσμο που θα μπορούσε να ονομαστεί «εμπορευματικός κόσμος». Εξακολουθούμε να είμαστε το βασικότερο «εμπόρευμα» απ’ όλα τα εμπορεύματα. Το εμπόρευμα που παράγει κέρδος. Κι αυτή η σχέση πραγματοποιείται σήμερα με την αχαλίνωτη κατανάλωση στην οποία μας ωθεί το εκμεταλλευτικό σύστημα με αποτέλεσμα να καταναλώνουμε άχρηστα η επικίνδυνα πράγματα.
Οι χώροι εργασίας δεν είναι τίποτε άλλο από χώροι στους οποίους καταναλώνεται η εργατική μας δύναμη. Η εργατική μας δύναμη που έχει ήδη περάσει στην υπηρεσία του καπιταλιστή από τη στιγμή που περνάμε την πόρτα αυτών των χώρων. Έτσι, η εργατική μας δύναμη έχει χάσει κάθε δημιουργική ικανότητα μπαίνοντας στην υπηρεσία του καπιταλιστή που δεν τον ενδιαφέρει η κοινωνική ευημερία αλλά το κέρδος π.χ. της Πολεμικής Βιομηχανίας. Ο καπιταλιστής είναι που κατέχει το προϊόν της εργασίας μας ενώ εμείς είμαστε τελείως ξεκομμένοι απ’ αυτήν. Δηλαδή η εργατική δύναμη δεν είναι τίποτα άλλο από μια μορφή του κεφαλαίου και το κεφάλαιο δεν είναι τίποτα άλλο από μια μορφή συσσωρευμένης εργατικής δύναμης. Σε μας απομένουν τα λίγα ψίχουλα που ονομάζονται μισθός, ή αλλιώς τιμή της εργατικής δύναμης. Αυτή είναι η διαδικασία της αγοραπωλησίας που λέγεται, μισθωτή εργασία. Όσο λοιπόν θα υπάρχει κεφάλαιο θα υπάρχει και μισθωτή εργασία και όσο θα είμαστε υποχρεωμένοι να πουλάμε την ίδια μας τη ζωτικότητα και την δύναμη για εργασία στ’ αφεντικά τόσο θα στηρίζουμε αυτό το καθεστώς της σκλαβιάς που το μόνο που κάνει είναι να εξευτελίζει καθημερινά την ανθρώπινη υπόσταση και αξιοπρέπεια.
Βασικός θεσμός όμως πάνω στον οποίο στηρίζεται αυτή η σχέση είναι η ιδιοκτησία. Είτε είναι, ιδιωτική, είτε είναι κρατική, είναι ο βασικός όρος για την ύπαρξη της σημερινής οργάνωσης της οικονομίας που στηρίζεται, στην εκμετάλλευση της εργασίας απ’ αυτούς που κατέχουν τα μέσα παραγωγής.

ΙΔΙΟΚΤΗΣΙΑ ΚΑΙ ΚΡΑΤΟΣ.

Το κράτος είναι. ένας πολιτικο-οικονομικός οργανισμός «μηχανιστικά» σταθεροποιημένος και συγκεντρωτικός και διευθύνεται από μια πολιτική κυβέρνηση και με την ύπαρξή του στηρίζει και καθαγιάζει το σύστημα της εκμετάλλευσης. Αυτός ως οργανισμός στηρίζεται από το κοινοβούλιο, τα δικαστήρια τις φυλακές, το στρατό, την αστυνομία, ένα σύνολο δηλαδή καταπιεστικών δεσμών που μόνος τους προορισμός είναι η επιβολή του νόμου. Του νόμου των αφεντικών. Του νόμου που καταστέλλει κάθε ελεύθερη δραστηριότητα που καταστέλλει την ταξική πάλη. Μοναδικός σκοπός των νόμων και θεσμών είναι να κρατήσουν όσο μπορούν τους εργάτες υποδουλωμένους στο ζυγό της μισθωτής εργασίας. Το κράτος δεν διστάζει, σε καμιά περίπτωση να επιβάλλει την εξουσία του (την κυριαρχία του σε κάθε εκδήλωση της ζωής) με την βία της θεσμοποιημένης τρομοκρατίας (αστυνομία, στρατός). Το κράτος λοιπόν, είναι μηχανισμός άρρηκτα δεμένος με τη μισθωτή εργασία και πρέπει να κτυπηθεί απ’ αυτούς που μάχονται εναντίον της.
Στις παλιότερες μορφές ανάπτυξης του κεφαλαίου (ιδιωτική οικονομία - ελεύθερο εμπόριο) η ιδιοκτήτρια τάξη είχε και την διεύθυνση της παραγωγικής διαδικασίας. Ο καπιταλιστής καθόριζε το τι και πόσο θα παράγει χωρίς καμία κεντρική παρέμβαση. Το κράτος περιοριζόταν στο να επιβάλλει το νόμο και την τάξη που θα στήριζε το κεφάλαιο. Σήμερα όμως με την ανάπτυξη των πολυεθνικών και με την τάση της παραγωγής να ξεπεράσει την κατανάλωση, καθίσταται ολοένα και πιο εμφανής η ανάγκη μιας κεντρικής διεύθυνσης της οικονομίας. Την διεύθυνση αυτή αναλαμβάνει το κράτος ελέγχοντας ολικά την κοινωνία και επεκτείνοντας την κυριαρχία του και στην παραγωγή.
Αυτή η τάση αναδιάρθρωσης της καπιταλιστικής παραγωγής, ακολουθεί τρία παράλληλα μοντέλα με συμβατικές ομοιότητες, αλλά και εξίσου σημαντικές διαφορές με κύριο χαρακτηριστικό όμως την διαιώνιση της εκμετάλλευσης:
1. Το μοντέλο της παρέμβασης του κράτους στην παραγωγή (κρατικός παρεμβατισμός - αναπτυγμένες χώρες).
2. Η συγχώνευση της ιδιοκτήτριας και της διευθύνουσας τάξης μέσα στο κράτος (κρατικομονοπωλιακός καπιταλισμός - τρίτος κόσμος)
3. Την κρατικοποίηση της παραγωγής (κρατικός καπιταλισμός - Ρωσία κ.ά.).

ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ

Από τις πρώτες κιόλας ταξικές συγκρούσεις, δυο ήταν τα βασικά ρεύματα μέσα στον συνδικαλισμό: Ο μεταρρυθμιστικός (ρεφορμιστικός) και ο επαναστατικός.
Ο ρεφορμιστικός δεν βλέπει το συνδικάτο σαν όργανο των εργατών για την επανάσταση αλλά στην καλύτερη περίπτωση σαν πολιτικό όργανο της πολιτικής οργάνωσης (του κόμματος) που προωθεί κατ’ αυτόν την αλλαγή (μαρξισμός-σοσιαλισμός). Αφαιρώντας λοιπόν από το συνδικάτο αυτό τον βασικό (κατά τη γνώμη μας) ιστορικό του ρόλο, το καθιστά ένα διαιτητικό μεσολαβητικό μηχανισμό, ένα τραστ που ρυθμίζει την τιμή και τις συνθήκες αγοραπωλησίας της εργατικής δύναμης. Αυτό έχει σαν συνέπεια στο μοντέλο οργάνωσης που προτείνει ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός, να μη δίνει κάποια αντι-ιεραρχική πλατφόρμα για το μέλλον αλλά να διατηρεί τις εξουσιαστικές (κατακόρυφες) οργανωτικές μορφές του καπιταλισμού.
Αυτές οι μορφές στηρίζονται στην ιεραρχία και στην αντιπροσώπευση. Στην έλλειψη κάθε αυτονομίας και στη συγκεντρωτική διαδικασία λήψης αποφάσεων απ’ την κορυφή. Ακόμα αυτές οι οργανωτικές μορφές καταργούν κάθε δικαιοδοσία των οργανώσεων της βάσης και τις καθιστούν φερέφωνα των αποφάσεων της κεντρικής διοίκησης. Η κεντρική διοίκηση αποφασίζει για εκτονωτικούς περιπάτους και προαναγγελλόμενες απεργίες - έτσι δεν κινδυνεύει η επιχείρηση - δίνοντας την ευχέρεια στ’ αφεντικά ν’ αποθηκεύσουν μεγάλες ποσότητες προϊόντων (στοκ). Στην σημερινή φάση ανάπτυξης του κεφαλαίου, σε πολλές περιπτώσεις ο ρεφορμιστικός συνδικαλισμός και τα θεσμοποιημένα συνδικάτα ενσωματώνονται στο κράτος αποτελώντας συστατικά του μέρη (ΣΥΝΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗ, ελληνική πραγματικότητα).
Στην Ελλάδα μπορούμε να πούμε ότι δεν υπάρχει παράδοση επαναστατικού συνδικαλισμού. Το συνδικαλιστικό κίνημα. το μονοπωλούν οι εκάστοτε ρεφορμιστικές παρατάξεις (κυβερνητικές – μαρξιστικές). Το μοναδικό ουσιαστικά συνδικάτο (η Γ.Σ.Ε.Ε.) είναι ένας θεσμοποιημένος μηχανισμός-παρακλάδι, του Υπουργείου Εργασίας που καθορίζει τα πράγματα στον κόσμο της εργασίας μέσα από ένα παρασκηνιακό κλίμα. Οι επιμέρους κλαδικές, ομοιοεπαγγελματικές οργανώσεις δεν έχουν ουσιαστική πρόσβαση στους εργαζόμενους και. περιλαμβάνουν μόνον τα μέλη των τριών κύριων
παρατάξεων που δρουν σ’ αυτές (ΑΕΜ, ΕΣΑΚ-Σ, ΠΑΣΚΕ). Η όλη λειτουργία αυτών των οργανώσεων συνίσταται σ’ αυτή την διαδικασία: μια φορά το χρόνο η βάση καλείται να εκλέξει Δ.Σ. Από κει και πέρα αυτά αποφασίζουν και η βάση εκτελεί. Αυτά αποφασίζουν τις απεργίες και η βάση υπακούει. Όποτε αυτά κρίνουν αναγκαίο καλούν τη βάση σε συσκέψεις όπου τους εκθέτουν την πολιτική τους.
Αυτή η κατάσταση έχει οδηγήσει σε τέτοιο τέλμα το εργατικό κίνημα ώστε σχεδόν καμιά ουσιαστική σύγκρουση δεν έχει γίνει τα τελευταία χρόνια. Οι λίγες προσπάθειες άμεσης δράσης απ’ την πλευρά των εργατών χτυπιούνται με τη βία από το κράτος και τα ρεφορμιστικά σωματεία.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ ΚΑΙ ΟΡΓΑΝΩΣΗ

Αντίθετα από τον ρεφορμιστικό συνδικαλισμό, ο επαναστατικός εκφράζει την αντίληψη της αλλαγής της κοινωνίας μέσ’ από την κίνηση των επαναστατημένων μαζών. Κατά την άποψή μας, αυτή η αντίληψη δεν είναι απόρροια μιας επαναστατικής ιδεολογίας, αλλά ιστορική έκφραση της πάλης των τάξεων στο οργανωτικό πεδίο. Δηλαδή, ο επαναστατικός συνδικαλισμός δεν είναι μια θεωρία γεννημένη στα μυαλά κάποιων σοφών αλλά ένα επαναστατικό κίνημα γεννημένο από την πάλη των τάξεων.
Ο επαναστατικός συνδικαλισμός βασίζεται σε δύο πράγματα: α) στην άμεση δράση, β) στην αντιεξουσιαστική οργάνωση. Η άμεση δράση είναι η πρακτική που εξασκείται από την βάση των εργατών χωρίς μεσολάβηση διαιτητών και μεσαζόντων. Το κύριο στοιχείο της είναι η απ’ ευθείας σύγκρουση των εργατών με τ’ αφεντικά που οξύνει. τις αντιθέσεις, εξασκώντας επαναστατικούς τρόπους πάλης. Άγρια απεργία, σαμποτάζ στην παραγωγή κ.λπ. Αυτός ο τρόπος δράσης που χρησιμοποιεί ο επαναστατικός συνδικαλισμός έρχεται σε αντίθεση με τις ρεφορμιστικές μαλακίες περί διαιτησίας και του συνδικαλισμού των τριτοβάθμιων οργάνων. Ο επαναστατικός συνδικαλισμός σαν θεωρία οργάνωσης υποστηρίζει την οργάνωση των εργατών μέσα σε επίπεδα συνδικάτα που λειτουργούν βάσει των αρχών της αποκέντρωσης, της αυτονομίας, της ανακλητότητας, του πλουραλισμού.
Το επαναστατικό συνδικάτο είναι μια ομοσπονδία αυτόνομων οργανώσεων των εργατών στον τόπο παραγωγής. Αυτές οι οργανώσεις αποτελούν τις βασικές ελεύθερες δομές απ’ τις οποίες σχηματίζεται το επαναστατικό συνδικάτο. Η ελεύθερη συμμετοχή των εργαζομένων σ’ αυτά τα συμβούλια βάσης καταργεί το ρόλο του συνδικάτου σαν μεσολαβητή και τραστ της εργατικής δύναμης και το καθιστά όργανο των μαζών για την από κοινού εξάσκηση της άμεσης όρασης. Όλες οι αποφάσεις κατά συνέπεια παίρνονται από τη βάση μέσα σε συνελεύσεις των συμβουλίων βάσης και συγκεντρώνονται σε τακτικά και ευρύτερα επίπεδα από τους πάντα ανακλητούς και εναλλασσόμενους αντιπροσώπους.
Αυτό σημαίνει ότι όλες οι αρμοδιότητες στον επαναστατικό συνδικαλισμό είναι εκτελεστικές και ποτέ αποφασιστικές. Η μόνη που αποφασίζει είναι η βάση. Η λειτουργία του επαναστατικού συνδικαλισμού δεν βασίζεται στον δημοκρατικό συγκεντρωτισμό αλλά στην άμεση δημοκρατία. Δηλαδή κάθε άποψη μπορεί και έχει το δικαίωμα να προπαγανδίζεται στο κοινωνικό πεδίο ανεξάρτητα αν είναι πλειοψηφία ή μειοψηφία.
Το επαναστατικό συνδικάτο λοιπόν είναι η ελεύθερη οργάνωση των μαζών στο χώρο παραγωγής. Είναι η φυσική οργάνωση των εργατών.

ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΣ ΣΥΝΔΙΚΑΛΙΣΜΟΣ
ΕΡΓΑΤΙΚΕΣ ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΕΙΣ
ΓΕΝΙΚΕΥΜEΝΗ ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ

Για τον επαναστατικό συνδικαλισμό. δεν υπάρχουν αιτήματα, υπάρχουν απαιτήσεις. Σαν φυσική οργάνωση των εργατών έχει ένα διπλό προορισμό:
α) την προώθηση των κατακτήσεων των εργατών μέσα από την άμεση δράση και β) την προώθηση της ταξικής πάλης ενάντια στ’ αφεντικά, με τελικό στόχο την κατάργηση της μισθωτής εργασίας και της εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο καθώς και την ελεύθερη οργάνωση της κοινωνίας μέσω της γενικευμένης αυτοδιεύθυνσης. Συνδυάζει αυτούς τους δυο στόχους ώστε μέσα από την καθημερινή σύγκρουση στο χώρο της παραγωγής, να ξεκαθαρίζει όλο και περισσότερο η ανάγκη για την κοινωνική επανάσταση και την γενική αυτοδιεύθυνση.
Η αυτοδιεύθυνση της παραγωγής (και της ζωής) καταργεί την ιδιοποίηση της εργασίας και της δραστηριότητας των εργαζομένων από την ιδιοκτήτρια και διευθύνουσα τάξη χειραφετώντας έτσι την εργασία και καταστρέφοντας την ουσία του εμπορεύματος που αποτελεί την βάση των σημερινών διαχωρισμένων κοινωνικών σχέσεων.
Η υπό κοινού χρησιμοποίηση του κοινωνικού πλούτου χτυπά τις αλλοτριωμένες κοινωνικές σχέσεις φέρνοντας στη θέση του τις ελεύθερες σχέσεις των ανθρώπων.
Η μισθωτή εργασία σαν πρωταρχικό ανταλλακτικό «εμπόρευμα» παύει να υφίσταται, και. την θέση της παίρνει η ελεύθερη δημιουργία, που στηρίζεται, στην αρχή του «απ’ όλους για όλα».
Κατά συνέπεια, σ’ ένα τέτοιο σύστημα εργασίας η κατανάλωση θα είναι αυτή που θα καθορίζει την παραγωγή σε αντίθεση με το σημερινό εκμεταλλευτικό σύστημα που η παραγωγή καθορίζει την κατανάλωση. Δηλαδή, η παραγωγική διαδικασία θα κρίνεται. από τις ανάγκες των ανθρώπων. Η οργάνωση της ζωής θα διευθύνεται από τους ίδιους τους παραγωγούς και θα συντονίζεται από τα συμβούλια των παραγωγών.
Μ’ αυτή την οργάνωση ζωής όπου οι αποφάσεις παίρνονται από μας και για μας, το κράτος, ο στρατός, τα σύνορα, η αστυνομία, η πατρίδα, δεν έχουν λόγο ύπαρξης και γίνονται μουσειακά είδη.
Σήμερα που ο καπιταλισμός φτάνει στο σημείο έκρηξής του, η αυτοδιεύθυνση είναι η μόνη λύση.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΤΗΤΑ.

Στην Ελλάδα ο συνδικαλισμός έχει πέσει κυριολεκτικά σ’ ένα τέλμα με αποτέλεσμα οι εργάτες να περιορίζονται. στο φάντασμα του μεσολαβητικού συνδικαλισμού που διεξάγεται παρασκηνιακά στα σαλόνια από τα Δ.Σ. των ρεφορμιστικών συνδικαλιστικών οργανώσεων. Παράλληλα, το κεφάλαιο αναδιπλώθηκε ανακαινίζοντας και συμπληρώνοντας τα μέσα καταστολής του εργατικού κινήματος (απεργοσπαστικός μηχανισμός, εργατική νομοθεσία, ΜΑΤ, διώξεις συνδικαλιστών, μαζικές απολύσεις) με αποτέλεσμα μια ανοιχτή άμεση δράση στους τόπους δουλειάς να είναι αδύνατη. . .
Σ’ αυτή την κατάσταση, η μόνη λύση είναι η προώθηση επαναστατικών ομάδων μέσα στους τόπους παραγωγής που θα συσπειρώσουν τους επαναστάτες εργάτες και σαν στόχο τους θα έχουν την προώθηση της άμεσης δράσης.
Η δράση αυτών των ομάδων πιστεύουμε ότι θα συνίσταται στα εξής πράγματα: α) Κτύπημα του ρεφορμιστικού συνδικαλισμού, ξεσκέπασμα. των παζαριών με τ’ αφεντικά. Β) Προώθηση επαναστατικών μορφών δράσης, άγριες απεργίες-καταλήψεις-σαμποτάζ παραγωγής. γ) Προπαγάνδα για λήψη αποφάσεων απ’ τους ίδιους τους εργάτες μέσω γενικών συνελεύσεων και κτύπημα του πνεύματος της αντιπροσώπευσης.
Εδώ πρέπει να διευκρινίσουμε ότι σε καμία περίπτωση αυτές οι ομάδες δεν μπορούν να υποκαταστήσουν τις πραγματικές οργανώσεις των εργατών στους χώρους παραγωγής. Αυτές οι ομάδες απ’ τον ίδιο τον καθορισμό της δράσης τους, είναι οι καταλύτες της ζύμωσης για την προώθηση της ταξικής πάλης δια μέσου της άμεσης δράσης.

- ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΗ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ
- ΚΑΤΩ Η ΜΙΣΘΩΤΗ ΕΡΓΑΣΙΑ
- ΖΗΤΩ ΤΑ ΕΡΓΑΤΙΚΑ ΣΥΜΒΟΥΛΙΑ
- Η ΑΥΤΟΔΙΕΥΘΥΝΣΗ ΤΩΝ ΕΡΓΑΤΩΝ ΘΑ ΓΊΝΕΙ Ο ΤΑΦΟΣ ΤΩΝ ΚΑΠΙΤΑ-ΛΗΣΤΩΝ

ΚΙΝΗΣΗ ΓΙΑ ΤΗ ΣΥΓΚΡΟΤΗΣΗ ΕΝΩΣΗΣ ΑΝΑΡΧΙΚΩΝ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ

* Το κείμενο αυτό εκδόθηκε ως ξεχωριστή μπροσούρα την 1η Μάη του 1986 από την Κίνηση για τη Συγκρότηση Ένωσης Αναρχικών Εργατών. Δεν ξέρουμε όμως αν εκδόθηκε στην Αθήνα ή αλλού, ούτε και την κατάληξη της κίνησης αυτής, αν και δεν πρέπει να εκδόθηκε άλλο κείμενο από αυτήν την Κινηση. Όποιος/α έχει πληροφορίες ας τις καταθέσει.

Το μόνο σίγουρο είναι, ότι το φως πάνω από το κοιμητήριο στο Βαλντχάιμ δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Θα παραμένει να φωτίζει τις ιστορίες Ανθρώπων που επέλεξαν να αγωνιστούν για την Ελευθερία και το πολιτικό συνώνυμο της, την ΑΝΑΡΧΙΑ.

1η Μάη: Γιατί δεν ήταν και δεν θα γίνει ποτέ αργία

Αργύρης Αργυριάδης

H Αναρχία αποτελεί ένα πολύμορφο σύνολο πολιτικών ιδεών και εκφράζει την δυνατότητα οργάνωσης μιας κοινωνίας χωρίς εξουσία. Κατά την διάρκεια του 19ου αιώνα ο Αναρχισμός αποτέλεσε ένα σημαντικό κοινωνικό κίνημα με αρκετή επιρροή και υποστηρικτές τόσο στην «γενέτειρα» του Ευρώπη όσο και στην πολλά υποσχόμενη τότε νεαρή Αμερική. Αν και οι Αμερικανοί επηρεάζονται (αλλά δεν επηρεάζουν) από τον Ευρωπαϊκό Αναρχισμό, ο Αμερικανικός Αναρχισμός ειδικά στις ΗΠΑ ακολουθεί μια ξεχωριστή πορεία στον τρόπο διαμόρφωσης του αρκετές φορές άγνωστη στους πολλούς η οποία αν απομονωθεί από το ιστορικό κοινωνικό πλαίσιο τους μπορεί να οδηγήσει σε λανθασμένα συμπεράσματα. Ο αναρχισμός για αρκετούς είναι το σημείο που τέμνονται δυο αρκετά ανταγωνιστικές και αντικρουόμενες θεωρήσεις της κοινωνικής οργάνωσης αλλά και θέασης του ανθρώπου, ο αντιεξουσιαστικός σοσιαλισμός και ο άκρατος φιλελευθερισμός. Στην Αμερική το στοιχείο αυτό εκφράσθηκε έντονα με την ροπή προς τον Ατομικιστικό Αναρχισμό ο οποίος διαφέρει αρκετά όπως θα δούμε στην συνέχεια από τον Ευρωπαϊκό Στιρνερικό Ατομικισμό.

 Ο Πόλεμος της Ανεξαρτησίας των ΗΠΑ, ήταν ο ένοπλος αγώνας εναντίον της καταπιεστικής Αυτοκρατορίας και αποτέλεσε την κορύφωση των πολιτικών διεργασιών του δεύτερου μισού του 18ου αιώνα. Για αρκετούς πέρα από το οικονομικό στοιχείο (βαριοί φόροι) ήταν και ένας αγώνας ενάντια στην ελέω θεού βασιλεία και την απελευθέρωση του ατόμου εφόσον "όλοι οι άνθρωποι δημιουργούνται ίσοι", βασικό στοιχείο της Διακήρυξης της Ανεξαρτησίας που συνέταξε ο Τόμας Τζέφερσον. Η οικονομία των ΗΠΑ, την περίοδο 1815-1850, χαρακτηρίστηκε από ένα συνεχές ρεύμα αποίκων, κυρίως Ευρωπαίων, που εγκατέλειπαν την γηραιά ήπειρο, για να κατοικήσουν μια νέα γη που η αφθονία του χώρου και η ευκαιρία για πλούτο ήταν πρωτόγνωρες. Ο Αμερικανικός Εμφύλιος Πόλεμος είναι ιδιαίτερα σημαντικό ιστορικό γεγονός με βαρύ αντίκτυπο στην αμερικανική κοινωνία και οικονομία. Ο πόλεμος αυτός ήταν αποτέλεσμα κυρίως των πολύ σοβαρών οικονομικών διαφορών μεταξύ των πολιτειών αλλά και του πολιτειακού συστήματος, με την δουλεία να αποτελεί μια από τις κύριες αιτίες του εμφυλίου πολέμου. Αιτία που στην συνέχεια αποδυναμώθηκε και οι νόμοι Τζιμ Κρόου το 1877 σύντομα στέρησαν από πολλούς Αφροαμερικανούς τα εκλογικά τους δικαιώματα. Παράλληλα η αστικοποίηση του Βορρά και η συνεχιζόμενη αθρόα προσέλευση μεταναστών από την Βόρεια και Ανατολική Ευρώπη επιτάχυνε την εκβιομηχάνιση της χώρας, που κράτησε έως το 1929 όχι μόνο προμήθευσε με εργατικό πληθυσμό την νέα αναδυόμενη βιομηχανική οικονομία, άλλαξε και την αμερικανική κουλτούρα.

Όμως ότι φαινομενικά κερδήθηκε προς όφελος του «ίσου ανθρώπου» ανθρώπου και της αποκέντρωσης αποδυναμώθηκε με την δημιουργία ενός συνταγματικού μηχανισμού που θύμιζε μοναρχικό κράτος κάτω από ένα «δημοκρατικό» μανδύα που καθορίζονταν από τα συμφέροντα των αφεντικών της νέας Αμερικανικής Λευκής Αστικής Τάξης. Η κατάσταση αυτή προκάλεσε σύντομα την δυσαρέσκεια ανθρώπων με ελεύθερο πνεύμα που έβλεπαν το κράτος ως μια βάρβαρη συμμαχία πάνω στην ατομική τους οικονομική ελευθερία. Αυτό η συνθήκη επηρέασε καθοριστικά σύμφωνα με τον Max Nettlau και συνέβαλε αποφασιστικά στην ανάπτυξη ενός ιδιότυπου Ατομικιστικού Αναρχισμού με βασικό στοιχείο τον αλτρουισμό αλλά και τον ελευθεριακό ιδεαλισμό ως κατάλοιπό του θρησκευτικού συναισθήματός. Όπως ο Josiah Warren  εκδότης της πρώτης Αμερικανικής Αναρχικής εφημερίδας «Ο Ειρηνικός Επαναστάτης» (The Peaceful Revolutinist) που κυκλοφόρησε το 1833 στο Σινσινάτι. Και δεν ήταν ο μόνος, ανάλογες ατομικιστικές ιδέες υιοθέτησαν οι Lysander Spooner, Era M Heywood, Benjamin Tucker, τις οποίες και προπαγάνδισαν σε πολυάριθμα έντυπα της εποχής όπως “The Social Revolutionist”, “The Radical Review”, “Liberty”, “Lucifer” και “Fair Play”. Όλοι ανεξαιρέτως οι Αναρχοατομικιστές της εποχής αγωνίστηκαν ενάντια στην παρέμβαση στην ατομική ζωή, ενάντια στην εξουσία των μονοπωλίων, ενάντια στην σκλαβιά, στον γάμο και στην θρησκεία και υπέρ της ελευθερίας της σκέψης, του έρωτα αλλά και τη ιδιοκτησίας. Είναι δε αξιοσημείωτο ότι μέχρι το 1885 ο Αμερικανικός Αναρχοατομικισμός πέρασε απαρατήρητος ως ρεύμα από την Ευρώπη.

Στην βάση αυτή θεωρώ απόλυτα κατανοητό γιατί ο Αμερικανικός Αναρχισμός διαφέρει από τον Ευρωπαϊκό και δεν μου προκαλεί έκπληξη ότι ενώ δανείζεται από την Ευρώπη ιδέες δεν συνεισφέρει αντίστοιχα στο Ευρωπαικό Αναρχικό κίνημα της εποχής. Με τις ΗΠΑ να έχουν μόλις «απελευθερωθεί» από την αποικιοκρατία και σε ένα αχανές περιβάλλον της βορειοαμερικανικής ηπείρου με την οικονομία ακόμα αγροτική και μια βιομηχανική επανάσταση η οποία δεν έχει ακόμα εμφανισθεί στο προσκήνιο, θέματα όπως η φυσική ευταξία, ο αντικληρικαλισμός αλλά και η οικονομική ελευθερία είναι βασικά στοιχεία καθενός που είναι εχθρικός προς το κράτος, έτσι έχουμε διάφορες μορφές ατομικιστικού αντικρατισμού. Χαρακτηριστικό στοιχείο αυτού αποτελεί ο «Λιμπερτιανισμός» με στοχαστές όπως ο Henry David Thoreau, o Lysander Spooner και ο Benjamin Tucker (πριν ασπασθεί τον Στρινερισμό). Χαρακτηριστικό στοιχείο τους είναι η πίστη στην φυσική ευταξία, η πνευματική αλήθεια και η αυτοδυναμία του ανθρώπου. Ο Thoreau στην περίφημη εργασία του «Πολιτική Ανυπακοή» μετατρέπει το φιλελεύθερο σύνθημα του Τ. Jefferson από «Καλύτερη διακυβέρνηση είναι εκείνη που κυβερνά λιγότερο» σε «Καλύτερη διακυβέρνηση είναι εκείνη που δεν κυβερνά καθόλου». Για τον Thoreau, ο ατομικισμός οδηγεί την κατεύθυνση της ανυπακοής των πολιτών. Ο αναρχισμός του τοποθετεί την ατομική συνείδηση πέρα από τις απαιτήσεις της πολιτικής υποχρέωσης.

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να επισημάνω ότι αν και αναφέρομαι εκτενώς στον Αμερικανικό Αναρχοατομικισμό από τα μέσα του 1850 και μετά αναπτύσσετε παράλληλα και ο σοσιαλισμός αλλά και ο κολεκτιβισμός στις ΗΠΑ. Όλες οι τάσεις αυτές θα βρεθούν στην πορεία και θα αποτελέσουν σημεία έντασης για τους υποστηρικτές της κάθε πλευράς. Πριν δούμε όμως τα τεκταινόμενα εντός του Αμερικανικού Αναρχισμού κάτι στο οποίο θέλω όχι μόνο να παρατηρήσω αλλά θεωρώ άξιο προσοχής είναι ότι βρίσκεται πάντα εντός της κοινωνίας και όχι εκτός αυτής. Ένα πολύ ιδιαίτερο χαρακτηριστικό του πρώιμου αναρχοατομικισμού των ΗΠΑ, ο οποίος δεν έχει στοιχεία, ούτε είναι μηδενιστικός, αλλά βαθιά ηθικός και φιλοσοφικός.

Ας επανέλθουμε όμως στο τι συμβαίνει στην Αμερικανική οικονομία και στην κοινωνία αυτής συνακόλουθα. Με την λήξη του Αμερικανικού εμφυλίου (1865) η ένταση στην οικονομία μετατοπίζεται στην ανάπτυξη της μαζικής βιομηχανίας. Σε τέτοιο δε ρυθμό που πριν από μερικά χρόνια θα ήταν αδιανόητο να το σκεφτεί κανείς. Παράλληλα οι ταξικές αντιθέσεις διογκώνονται, η συσσώρευση του πλούτου στα χέρια λίγων, η ανάπτυξη των τραπεζών και τα εκατομμύρια φτωχών που δούλευαν με χαμηλά μεροκάματα ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά της εισόδου στην βιομηχανική εποχή στην οποία υπήρχε συχνή οικονομική ύφεση. Η πρώτη εθνική απεργία στους σιδηροδρόμους το 1877 προκάλεσε την διακοπή της λειτουργίας των γραμμών σε όλες τις ανατολικές Πολιτείες. Ο στρατός επιτέθηκε κατά των απεργών και των ανθρώπων που προσπαθούσαν να ανοίξουν τα βαγόνια των εμπορικών αμαξοστοιχιών στην προσπάθεια τους να βρούνε τροφή. Οι απεργοί μαζί με αναρχικούς & σοσιαλιστές κράτησαν τον έλεγχο της πόλης του Σεντ Λούις για μια εβδομάδα υπό την κατοχή τους. Ήταν ουσιαστικά η πρώτη φορά που μια ολόκληρη πόλη κατέβηκε σε απεργία και αναδιοργάνωσε τις κοινωνικές σχέσεις. Η απεργία τελειώνει με την επέμβαση του στρατού. Οι κατηγορίες στρέφονται κατά των κόκκινων (τότε ως Reds αποκαλούσαν αναρχικούς και σοσιαλιστές). Με αφορμή την άγρια απεργία στο Πίτσμπουργκ, ομάδες νεαρών αναρχοατομικιστών υιοθετούν μια αδιάλλακτη στάση και εκδίδουν το 1881 την επιθεώρηση «Ο Αναρχικός» που κατόρθωσε να βγάλει μόνο ένα τεύχος καθώς μετά απαγορεύθηκε. Η προσπάθεια συνεχίσθηκε με την εφημερίδα “Liberty’ με αρχισυντάκτη B. Tucker. Ένα ιδιαίτερα μαχητικό έντυπο που αμφισβητούσε την δυνατότητα στους κολεκτιβιστές και στους Αναρχοκομουνιστές το δικαίωμα να αποκαλούνται «Αναρχικοί», καθώς και του ίδιου του Κροπότκιν διότι δεν υποστηρίζουν την ιδιωτική ιδιοκτησία. Την εποχή εκείνη στο Λονδίνο ιδρύεται η «μαύρη διεθνής» (IWPA) με την συμμετοχή αρκετών Αμερικανών Αναρχικών της κομμουνιστικής τάσης.

Το μεγαλύτερο σημείο καμπής που αλλάζει τον ρου των γεγονότων που σημαδεύει την Αμερικανική βιομηχανική κοινωνία αλλά και το μετέπειτα Αναρχικό κίνημα είναι το θέμα του 8ωρου. Αποτέλεσε μια ριζοσπαστική πρόκληση που κορυφώθηκε με απεργίες όλη την χώρα και είχε τραγική κατάληξη τα γεγονότα στο Σικάγο την Πρωτομαγιά του 1886. Κατά το χρονικό διάστημα ανάμεσα στην απεργία του Πίτσμπουργκ και στην οικονομική ύφεση του 1886 οι «Κοινωνικοί επαναστάτες» όπως αποκαλούνταν οι Αναρχικοί του Σικάγο, ανάμεσα τους οι Albert Parsons, August Spies ιδρυτικά μέλη της International Working People's Association (Διεθνής Ένωση των Εργαζομένων), είχαν πολύ έντονη διακριτή παρουσία και επιρροή.

Οι «Κοινωνικοί επαναστάτες» οργάνωναν ογκώδεις συγκεντρώσεις, χορούς και πικ-νικ με κόκκινες σημαίες, ενώ περιγελούσαν τους πλούσιους με τεράστιες διαδηλώσεις που οργάνωναν την ημέρα των ευχαριστιών. Γιορτή ιδιαίτερα σημαντική για ενότητα του αμερικανικού «έθνους». Όμως χιλιάδες Γερμανόφωνοι μετανάστες θεωρούσαν τους εαυτούς τους εκτός της υπόσχεσης του αμερικανικού ονείρου και σε συνεργασία με επαναστάτες σοσιαλιστές που πίστευαν στην επανάσταση και όχι στις μεταρρυθμίσεις προετοίμαζαν για να πολεμήσουν την άρχουσα τάξη ακόμα και με τα όπλα. Η IWPA το 1883 στην Αμερική αριθμούσε πάνω από 5000 μέλη και συνέχιζε να αναπτύσσεται με έντονους ρυθμούς με την βοήθεια του Johann Most, Αναρχικού που πρόσφατα είχε μεταναστεύσει από την Γερμανία και ασπασθεί τον Αναρχισμό, εκδότη της εφημερίδας «Freiheit». O Μost είχε ένα εντυπωσιακό προσωπικό ιστορικό φυλακίσεων, ως αποτέλεσμα της επαναστατικής του δράσης στη Βιέννη, το Βερολίνο και το Λονδίνο. Στο Λονδίνο, με αφορμή τη δολοφονία του Τσάρου Αλεξάνδρου του Β’ από τους ρώσους μηδενιστές το 1881, έγραψε στην εφημερίδα του Freiheit (Ελευθερία) ένα άρθρο που εγκωμίαζε την πράξη αυτή και προέτρεπε και άλλους να κάνουν το ίδιο στους απανταχού εξουσιαστές. Γι’ αυτό, καταδικάστηκε σε 18 μήνες φυλακή. Αφού εξέτισε την ποινή του έφυγε για τις ΗΠΑ. Το 1883 στο Πίτσμπουργκ δημιουργείται και επίσημα το Αμερικανικό τμήμα το οποίο εκδίδει την ομώνυμη διακήρυξη (Pittsburgh Proclamation) στην οποία ανακοινώνουν ως στόχο την «καταστροφή της υπάρχουσας τάξης με όλα τα μέσα και την δημιουργία αυτόνομων κοινοτήτων και ενώσεων που θα οργανωθούν μέσω του ομοσπονδιακού (φεντεραλιστικού) μοντέλου». Αποφασίστηκε δε η δημιουργία στο Σικάγο ενός «γραφείου πληροφόρησης» της νέας οργάνωσης.

Στο Σικάγο το 1886 οι αναρχικοί πρωταγωνιστούσαν στην όλη κατάσταση. Διοργάνωναν συναντήσεις στις όχθες της λίμνης το πλήθος που μαζευόταν αποτελούνταν κυρίως από άνεργους πεινασμένους άνδρες, πολλοί απ’ τους οποίους δεν είχαν καν μέρος να κοιμηθούν. Η κόκκινη σημαία υψωνόταν σ’ αυτά τα μαζέματα και οι ομιλητές εξηγούσαν ότι αυτή ήταν «ένα σύμβολο του λαϊκού επαναστατικού πνεύματος», στην συνέχεια εμφανίστηκε και η μαύρη σημαία «συμβολίζοντας τη φτώχεια, την πείνα και την απελπισία». Δεν είναι τυχαία λοιπόν η συντεταγμένη επίθεση από το κράτος στους Αναρχικούς του Σικάγο με αποκορύφωση την πρωτομαγιά του 1886 και τα γεγονότα του Haymarket.

Παρόλη την καταστολή που επήρθε με το κλείσιμο εφημερίδων και την γενικότερη κρατική τρομοκρατία, το Αμερικανικό Αναρχικό κίνημα συνεχίζει την πορεία του και προσπαθεί να οργανωθεί περισσότερο στους εργατικούς αγώνες μιας και η δεκαετία του 1890 σημειώνεται η χειρότερη οικονομική ύφεση στην μέχρι τότε Αμερικανική ιστορία. Με την πληθώρα ανέργων και λιμοκτονούντων ανθρώπων που ζητούσαν απεγνωσμένα δουλειά, τα αφεντικά μειώνουν τα ημερομίσθια και προσπαθούν να διαλύσουν τα εργατικά συνδικάτα. Ξεσπούν βίαιες συγκρούσεις στις βιομηχανίες χάλυβα, στο Χόμστεντ της Πενσιλβάνια. Βρισκόμαστε στην περίοδο της «προπαγάνδας της δράσης» που κοινωνικοποίησε έντονα με τα γραπτά του ο J. Most. Εκείνη την εποχή η τσαρική Ρωσία «μαστίζονταν» από τις δυναμικές ενέργειες τερροριστικών ομάδων. Ο Most συχνά αναφέρονταν στις δράσεις αυτές και στη σημασία τους για την ανάπτυξη του επαναστατικού κινήματος. Η ρητορική του, θα μπορούσαμε να πούμε, πως ενέπνευσαν, τον Αλεξάντερ Μπέργκμαν (σύντροφο της Ε. Γκόλντμαν), να κάνει την απόπειρα δολοφονίας του μεγαλοβιομήχανου Χένρι Κλέι Φρικ (Henry Clay Frick) το 1892. Η απόπειρα αυτή έγινε ως αντίποινα στη δολοφονία εννέα μεταλλεργατών. Στις 14 Σεπτεμβρίου 1901, δολοφονείτε στο Μπάφαλο ο 25ος αμερικανός πρόεδρος William McKinley από τον 28χρονο αναρχικό Leon Czolgosz, ο οποίος λίγο πριν οδηγηθεί στο εκτελεστικό απόσπασμα, δήλωσε για την πράξη του ότι «ο McKinley ήταν εχθρός των εργαζομένων». To 1903 ψηφίζεται ο νόμος περί μετανάστευσης το περίφημο «Anarchist Exclusion Act» μια νομοθετική πράξη που απαγόρευε την μετανάστευση προς τις ΗΠΑ αλλά και την απέλαση ατόμων που ασπάζονταν τον αναρχισμό ή χαρακτηρίζονταν αναρχικοί. Μέχρι το 1929 θα επακολουθούσαν και άλλες παρόμοιες διατάξεις.

Παρ' όλα αυτά το Αμερικανικό ριζοσπαστικό κίνημα αρνείται να πεθάνει ή να παραδοθεί. Τα γεγονότα αυτά οδήγησαν στην ανάγκη ενός δυνατού συνδικαλιστικού κινήματος, ως απάντηση στην γενικευμένη καταστολή των αφεντικών και οδήγησαν στην δημιουργία των Βιομηχανικών Εργατών του Κόσμου (Industrial Workers of the World). Στην ιδρυτική συνάντηση στο Σικάγο τον Ιούνιο του 1905, συμμετείχαν διακόσοι αντιπρόσωποι από την Ομοσπονδία Ανθρακωρύχων των Δυτικών περιοχών των ΗΠΑ και από άλλα μικρότερα συνδικάτα, αναρχικοί και σοσιαλιστές. Η δράση της ΙWW ήταν αρκετά δυναμική και το συνδικάτο πρωτοστάτησε σε όλους τους εργατικούς και κοινωνικούς αγώνες μέχρι το 1929. Κάπου εδώ θα σταματήσω αυτή την μικρή συνοπτική εξιστόρηση του Αμερικανικού Αναρχισμού.

Σύμφωνα με τα παραπάνω γίνεται κατανοητό ότι στο περιβάλλον των Αναρχικών της εποχής εκείνης και ειδικά στην Αμερική, ο κοµµουνισµός, ο ατοµικισµός, ο κολεκτιβισµός, η αλληλοβοήθεια και όλα τα ενδιάµεσα και εκλεκτικά προγράµµατα είναι απλά οι τρόποι που εξετάζονται καλύτερα για την επίτευξη της ελευθερίας και της αλληλεγγύης στην οικονοµική ζωή. Είναι οι τρόποι που θεωρούνται για να αντιστοιχούν περισσότερο µε τη δικαιοσύνη και την ελευθερία για τη διανοµή των µέσων παραγωγής και των προϊόντων της εργασίας µεταξύ των ατόµων. Γιαυτό και δεν προκαλεί το ότι υπάρχουν αναρχοατομικιστές που συμμετέχουν στο εργατικό κίνημα όπως ο  Dyer D. Lum μέντορας της Βολτεριν Ντε Κλερ στον μουτουελισμό. Κάποιοι για τον λόγο της υπεράσπισης και την εγγύηση της ελευθερίας δηλώνουν ότι είναι ατοµικιστές και θέλουν κάθε πρόσωπο, να έχει ως µεµονωµένη ατοµική ιδιοκτησία το µέρος που οφείλεται σε αυτόν από τα µέσα παραγωγής και εποµένως την ελεύθερη διάθεση των προϊόντων της εργασίας του. Κάποιοι άλλοι πιστεύουν ότι η διανοµή των φυσικών µέσων παραγωγής µε τον καθορισµό της αξίας των πραγµάτων, τόσο απαραίτητο σε κάθε σύστηµα, εκτός από τον αναρχικό κοµµουνισµό, θα µπορούσε να είναι δύσκολο να επιτευχθεί χωρίς την προσπάθεια και την αδικία, οι οποίες ενδεχοµένως να καταλήξουν στην καθιέρωση των νέων µορφών εξουσίας και αδικίας. Τελικά σύμφωνα με τον Μαλατέστα, αλλά και τον Γκαλεάνι δεν υπάρχει αναντιστοιχία ούτε το ένα (ατομικισμός) είναι αντικρουόμενο του άλλου γιατί οι Αναρχικοί παραµένουν κοµµουνιστικοί (συλλογικοί) στο συναίσθηµα και τη φιλοδοξία, αλλά θέλουν και αφήνουν την ελευθερία της δράσης (ατοµικισµό) στον πειραµατισµό όλων των τρόπων της ζωής που µπορούν να φανταστούν και να επιδιωχτούν.

Το μόνο σίγουρο είναι, ότι το φως πάνω από το κοιμητήριο στο Βαλντχάιμ δεν πρόκειται να σβήσει ποτέ. Θα παραμένει να φωτίζει τις ιστορίες Ανθρώπων που επέλεξαν να αγωνιστούν για την Ελευθερία και το πολιτικό συνώνυμο της, την ΑΝΑΡΧΙΑ.

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Αναρχική Ιστορία / Γνώμη / Ανάλυση Friday April 02, 2021 07:22 byΜανώλης Χουμεριανός

Το αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η επιρροή και η δράση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών στην Πελοπόννησο στα τέλη του περασμένου αιώνα. Στην εργασία αυτή δεν εξαντλούνται ασφαλώς όλες οι παράμετροι του ζητήματος της συνάντησης των μικροϊδιοκτητών σταφιδοκαλλιεργητών με τις πρώτες αναρχο- σοσιαλιστικές ομάδες, κατά την περίοδο της σταφιδικής κρίσης του 1893-1905 και της κοινωνικής διαμαρτυρίας που την ακολούθησε. Ακόμα, δεν μπορεί να απα ντηθεί άμεσα στο ερώτημα, εάν και κατά πόσο αναπτύχθηκε εκείνη την περίοδο ένα κίνημα αγροτικού αναρχισμού, αντίστοιχο με εκείνα που παρατηρούνται σε περιό δους αγροτικών κρίσεων τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Λατινική Αμερική

Αναρχισμός και κοινωνική διαμαρτυρία στην Πελοπόννησο του ύστερου ΧΙΧ αιώνα

Μανώλης Χουμεριανός

Το αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η επιρροή και η δράση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών στην Πελοπόννησο στα τέλη του περασμένου αιώνα. Στην εργασία αυτή δεν εξαντλούνται ασφαλώς όλες οι παράμετροι του ζητήματος της συνάντησης των μικροϊδιοκτητών σταφιδοκαλλιεργητών με τις πρώτες αναρχο- σοσιαλιστικές ομάδες, κατά την περίοδο της σταφιδικής κρίσης του 1893-1905 και της κοινωνικής διαμαρτυρίας που την ακολούθησε. Ακόμα, δεν μπορεί να απα ντηθεί άμεσα στο ερώτημα, εάν και κατά πόσο αναπτύχθηκε εκείνη την περίοδο ένα κίνημα αγροτικού αναρχισμού, αντίστοιχο με εκείνα που παρατηρούνται σε περιό δους αγροτικών κρίσεων τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Λατινική Αμερική.1

Η φιλοδοξία αυτής της εργασίας περιορίζεται στο να διαγράψει τις διαδικασίες συγκρότησης των όρων που επέτρεψαν και, ως ένα σημείο, προκάλεσαν την σύγκλιση αναρχοσοσιαλισμού και αγροτικής διαμαρτυρίας. Ο ερευνητής της περιόδου και του αγροτικού κινήματος έχει να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά προβλήματα: πρώτον, την έλλειψη ενός πλούσιου και ποικίλου υλικού2 και, δεύτερον, το γεγονός ότι η παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων στη διαμαρτυρία των σταφιδοπαραγωγών, δεν κατέχει πρωτεύουσα θέση στη θεματολογία των περισσότερων ιστορικών ερευνών.

Ένα προσωρινό οπωσδήποτε συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει κανείς σχετικά με τις απόψεις που διατυπώθηκαν μέχρι σήμερα, είναι ότι οι θεωρήσεις που προτάθηκαν, αν και δεν υστερούν σε ό,τι αφορά την ποικιλία των πορισμάτων, κινούνται εν τούτοις σε παραπλήσια ερμηνευτικά πλαίσια ή τουλάχιστον δεν παρουσιάζονται να εκκινούν από ριζικά διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες. Η ερμηνεία του Γ. Κορδάτου είναι από τις πρώτες που διατυπώθηκαν και είναι χαρακτηριστική για τις αναλυτικές/θεωρητικές αφετηρίες που χρησιμοποιεί. Η ανάλυση του επικεντρώνεται ουσιαστικά στην αδυναμία ανάδειξης ενός κινήματος αγροτικού αναρχισμού με διάρκεια και μαζικότητα, γεγονός που αποδίδεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνάντησης αναρχικών και σταφιδοκαλλιεργητών και τη συγκυρία: αποσπασματικές κινητοποιήσεις, μεμονωμένη παρέμβαση, αυθόρμητη και πρόσκαιρη συμμετοχή, κλπ.3

Αρκεί όμως η επίκληση των διαπιστώσεων αυτών, που αφορούν κυρίως το αποτέλεσμα της προσέγγισης αναρχοσοσιαλισιών και σταφιδοκαλλιεργητών, για να διερευνήσει κανείς τη δράση των αγροτών στο πλαίσιο της κοινωνικής διαμαρτυρίας της οποίας ήταν πρωταγωνιστές; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο προσανατολισμός προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά/αποτελέσματα της σύγκλησης και της συγκυρίας, υποβαθμίζει τη δυναμική που έχει η ίδια η κινητοποίηση σε περιόδους κρίσης. Η ανάλυση, λοιπόν, της συγκυρίας και του κινήματος των σταφιδοκαλ- λιεργητών, δεν μπορεί να αναδείξει το εύρος της ιστορικής δυναμικής, παρά μονά χα εστιάζοντας στις σχέσεις που συγκροτήθηκαν κατά τη διάρκεια της κοινωνικής διαμαρτυρίας και την στάθμιση της ιστορικής συγκυρίας στην ανάπτυξη και εξέλιξη του κινήματος.

Μ’ αυτήν την έννοια, θα πρέπει να αξιολογηθεί η μεταβατική περίοδος που διανύει η ελληνική κοινωνία και οικονομία της περιόδου και να επισημανθεί ο τύπος και ο ρόλος της σταφιδικής κρίσης. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να σταθμιστεί και η σύγκλιση αναρχοσοσιαλιστών και αγροτών στο πλαίσιο μιας διερυμένπς κοινωνικής δυσαρέσκειας, ώστε τα προαναφερθέντα πορίσματα της έρευνας να μην κινδυνεύουν να θεωρηθούν απλά εργαλεία σύνδεσης των ιστορι κών γεγονότων με γενικά θεωρητικά πλαίσια, τα οποία έχουν ως αφετηρία την ιδεολογική στάση του συγγραφέα. Συνέπεια μιας τέτοιας οπτικής είναι η δυσκαμψία στην προσέγγιση των διαδικασιών δόμησης των κοινωνικών στρωμάτων και της συμπεριφοράς τους στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, οδηγούμαστε και στην αδυναμία διάκρισης των διαφόρων μορφών κοινωνικής δράσης, όπως αγροτικό κίνημα ή αγροτική διαμαρτυρία. 4

Πιό πρόσφατες έρευνες κατέδειξαν με περισσότερη σαφήνεια τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής διαμαρτυρίας στην περίοδο που επηρεάστηκε από την παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων ακόμα, εντόπισε χαρακτηριστικά ϊης πολιτικής παράδοσης των περιοχών της Δυτικής Πελοποννήσου και ιδίως τις δεκτικότητάς της στα ριζοσπαστικά ιδεολογικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης, λόγω της γεωγραφικής γετνίασης με τα Ιόνια Νησιά και την Ιταλία.5 Παρ’ όλα αυτά, είναι εμφανής η απουσία αναλυτικών ερμηνειών των όρων που επέτρεψαν τη διαμόρ φωση των συγκεκριμένων εξωτερικών χαρακτηριστικών, και κυρίως, των συνθηκών πρόσληψης εκ μέρους των αγροτών των πολιτικοκοινωνικών αυτών ρευμάτων σ’ αυτή τη χρονική περίοδο. Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι, πώς άραγε γίνεται κατανοητός ο προπαγανδιστικός λόγος των πρώτων σοσιαλιστών και αναρχικών από τους μικροϊδιοκτήτες παραγωγούς και πώς, σε ορισμένες φάσεις της κοινωνικής διαμαρτυρίας, γίνεται εργαλείο έκφρασης και εκφοράς των αιτημάτων τους;

Οι απόψεις οι οποίες προβάλλουν την ασυμβατότητα ανάμεσα σε μια «ριζοσπαστική ιδεολογία» και σε κάποιες «ρεφορμιστικές ή μικροαστικές μάζες», όπως και εκείνες που επιχειρούν να αναδείξουν τον «επαναστατικό» ή «ανιεπαναστατικό» χαρακτήρα της κοινωνικής δράσης των σταφοδοπαραγωγών, επειδή υποκινήθηκε από ομάδες συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης, εμπεριέχουν από τη φύση τους μια αντινομία.6 Παραπέμπουν σε θεωρητικά και ερμηνευτικά πλαίσια, τα οποία αποδίδουν το περιεχόμενο της κοινωνικής δράσης μέσω του αποτελέσματος, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τη λογική ομοιοτήτων και ανομοιοτήτων που προκύπτει από την απλή περιγραφή των εξωτερικών της γνωρισμάτων. Ποικίλα είναι τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει κανείς σε αυτό το σημείο κυρίως, εάν είναι δυνατόν να αναχθούν στο πώς προσλαμβάνουν οι φορείς της κοινωνικής δράσης -έτσι όπως οι ίδιοι την κατανοούν στο πλαίσιο της πραγματικότητας που βιώνουν- την έννοια της «εκλογίκευσης» της κοινωνίας τους «...με την κατάργηση μιας εξουσίας παράλογης» ή εκείνη της επαναστατικής ή μη-επαναστατικής δράσης με βάση την εκδήλωση βίαιων ή μη μορφών διαμαρτυρίας;

Εξάλλου, δεν θα πρέπει να μας δαφεύγει το γεγονός ότι οι κλίμακες αξιολόγησης της δράσης και τα κριτήρια νομιμοποίησής της, συγκροτούν και συγ κροτούνται σε ένα κοινωνικό πεδίο που χαρακτηρίζεται από διαρκή εξέλιξη και όχι από στασιμότητα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τον ευμετάβλητο/δυναμικό χαρα κτήρα του και, συνεπώς, τη σημασία της συγκυρίας, αλλά και της ιστορικής συνέχειας. Αυτό που εμείς -ως παρατηρητές της ιστορίας, με όλη της σημασία της έννοιας- θεωρούμε ως «επαναστατικό», «ρεφορμιστικό ή μήη», αποτιμούμενο μέσω των εξωτερικών χαρακτηριστικών, δεν αποδίδει τη δυναμική της κοινωνικής δράσης και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται και νοηματοδοτείται από τους φορείς της. Μόνο η διερεύνηση του πεδίου μέσα στο οποίο οι κοινωνικές σχέσεις συγκροτούνται και λειτουργούν δυναμικά -είτε μέσω της συνειδητοποίησης των όρων λειτουργίας τους, είτε μέσω της «παρερμηνείας» τους- φωτίζει τα ερεθίσματα, τα κίνητρα και κυρίως το νόημα που οι άνθρωποι αποδίδουν στη δράση τους.

Ο τρόπος με τον οποίο ο μικροϊδιοκτήτης σταφιδοπαραγωγός προσλαμβάνει το αίτημα της «εκλογίκευσης των παραλογιών της εξουσίας», ασφαλώς δεν συμπίπτει με εκείνο που ωθεί ορισμένους φιλελεύθερους στην πατρινή κοινωνία να ενστερνιστούν την αναρχική ιδεολογία, ως μη-άρνηση του κοινωνικού συστήματος ή το αντίθετο.7 Το πως εννοιολογείται ένα τέτοιου τύπου αίτημα από κοινωνικούς χώρους με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές (αγροτική/παραδοσιακή κοινωνία της υπαίθρου, αστικά μικροαστικά στρώματα της πόλης), εξαρτάται από τις ισχύουσες μορφές διαπραγμάτευσης, οι οποίες συνδέουν τον συγκεκριμένο χώρο και ρυθμίζουν τις σχέσεις του με τη διεθνή αγορά της σταφίδας.

Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ποια είναι η επίδραση της συγκυρίας της κρίσης στον μηχανισμό διαπραγμάτευσης που στήριζε έως τότε την εύρυθμη εξέλιξη του μοντέλου; Μια πρώτη υπόθεση είναι ότι η δυσαρέσκεια και τα κοινωνικά αιτήματα των εξεγερμένων αγροτών βρίσκουν, στη συνάντησή τους με τους αναρχοσοσιαλιστές, μια επικοινωνιακή «διέξοδο», μέσω της υιοθέτησης και οικειοποίησης εκφραστικών κωδίκων που προσφέρονται από τον προπαγανδιστικό τους λόγο.

Επίσης, μπορεί να υποθέσει κανείς πως η οικειοποίηση των παραπάνω κωδίκων επιτυγχάνεται μέσω μιας διαδικασίας παρερμηνείας των νοημάτων που αποδίδει ο αναρχικός λόγος. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στους εξεγερμένους καλλιεργητές να προβάλουν μέσα από τον αναρχικό λόγο την αναγνωρίσιμη από τους ίδιους ηθική τάξη των πραγμάτων, τις κανονικότητες που αναγνωρίζουν και οι οποίες έχουν διασαλευτεί εξ αιτίας της κρίσης.

Σε αυτήν την περίπτωση, το αίτημα της «εκλογίκευσης», έτσι όπως μεταφέρεται από το αστικό περιβάλλον των Πατρών στην αγροτική κοινωνία, μπορεί να θεωρηθεί ως κίνητρο κοινωνικής δράσης, η οποία θα μπορούσε να έχει εκ των προτέρων συγκεκριμένους στόχους; Δηλαδή, είτε την αναπαραγωγή των έως τότε κυρίαρχων σχέσεων, είτε την ισχυροποίηση όρων ικανών να προκαλέσουν τον μετασχηματισμό τους. Τα ίδια ερωτήματα αναδεικνύονται σε σχέση με απόψεις που υποστηρίζουν πως βίαιες μορφές δράσης εκφράζουν συνολική άρνηση απέναντι σε ένα κοινωνικό/οικονομικό σύστημα. 8 Και το ερώτημα που προκύπτει πάλι είναι, εάν δεν μπορεί άραγε η κοινωνική διαμαρτυρία, που εκδηλώνεται με βίαιες μορφές δράσης, να εκφράζει κάποιες φορές την αντίδραση σε ανισορροπίες, οι οποίες προκαλούνται από τη συγκυρία της κρίσης και οι οποίες δεν μπορούν να αντι σταθμιστούν από τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του συστήματος;

Για να διερευνήσουμε λοιπόν το περιεχόμενο και τους προσανατολισμούς της κοινωνικής δράσης και συγκεκριμένα με τη μορφή της κοινωνικής διαμαρτυρίας, θα πρέπει να διερευνήσουμε τη δυναμική και την εξέλιξη των κυρίαρχων σχέσεων. Η διερεύνηση του πεδίου μέσα στο οποίο αναδεικνύονται οι όροι που καθορίζουν τη διαμόρφωση, την αναπαραγωγή ή τη μεταβολή των σχέσεων αυτών, είναι απαραίτητη, διότι είναι ένα πεδίο που συνιστά και συγκροτεί επικοινωνία ή διαπραγμάτευση. Το πώς τώρα αυτοί οι όροι εκφράζονται, εξαρτάται από τη φύση/κατάσταση αυτού του πεδίου, τη συγκυρία, την ιστορική του διάσταση και τον ρόλο που έχει διαδραματίσει στον σχηματισμό ενός ευρύτερου κοινωνικοπολιτισμικού συστήματος. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο παράγονται οι λεκτικοί ή πραξεακοί κώδικες μέσω των οποίων διεκπεραιώνεται η διαπραγμάτευση, ως διαδικασία διατύπωσης αιτημάτων και απάντησής τους από την εξουσία, νοηματοδοτούνται τόσο η κοινωνική πραγματικότητα, όσο και οι συγκρουσιακές διαδικασίες σε περιόδους εκδήλωσης της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Επειδή πρόκειται για ένα πεδίο που αναπαράγει τον μηχανισμό εσωτερικής συνοχής ενός συστήματος, γίνεται έτσι περισσότερο κατανοητή η δράση των ανθρώπων, καθώς επίσης και η βίωση των αποτελέσματά της από αυτούς τους ίδιους, αφού νοηματοδοτείται σε σχέση με το περιβάλλον στο οποίο δρούν.

Έτσι, διερεύνηση του επικοινωνιακού και, κατ’ επέκταση, του διαπραγματευτικού πεδίου, συσχετίζεται με την ανάλυση της πολιτισμικής υπόστασης του συγκεκρμένου αγροτικού χώρου, βάσει της οποίας διαμορφώνονται οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις στις περιοχές της σταφιδοκαλλιέργειας. Η σημασία του πεδίου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι στους κόλπους του διατυπώνονται κοινωνικά μυνήματα, που εγγράφουν τη λειτουργικότητα των σχέσεων αυτών και οι οποίες με τη σειρά τους επιδρούν άμεσα στη δημιουργία των όρων σύγκλισης αγροτών και αναρχοσοσιαλιστών, στην πρόσληψη και τη εκφορά του αναρχοσοσιαλιστικού λόγου κατά την περίοδο κρίσης και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Τα όρια αυτού του επικοινωνιακού πολιτισμικού πεδίου αναδεικνύουν τη συνάντηση του «παραδοσιακού» και του «σύγχρονου» στο πλαίσιο μιας αγροτικής διαμαρτυρίας. Έτσι, η ανάλυση κάτω από αυτά το πρίσμα πιθανόν να μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε κατά πόσο η παρέμβαση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών γίνεται μέσον ενεργοποίησης των δυναμικών στοιχείων της παραδοσιακής εξέγερσης, που παραπέμπουν στη δυνατότητα αυτοσχεδιασμού που αφήνει κάθε «ζωντανή παράδοση». 9

Θα αναφερθούμε τώρα πολύ συνοπτικά στην ιστορική συγκυρία μέσα στην οποία εκδηλώθηκε η κοινωνική διαμαρτυρία των σταφιδοπαραγωγών. Η παρένθεση αυτή είναι απαραίτητη για να εξακριβώσουμε τη θέση των μικροκαλλιεργητών στο οικονομικοκοινωνικό μοντέλο στο οποίο μετείχαν, καθώς επίσης και τη δυνατότητά τους να διαπραγματευτούν τους όρους δράσης και αναπαραγωγής τους μέσα σ’ αυτό.

Η μονοεξαγωγική μορφή του σταφιδικού μοντέλου προκάλεσε την απόλυτη εξάρτησή του, από τη διεθνή αγορά. Κύριο χαρακτηριστικό της εξάρτησης υπήρξε η αστάθεια της ζήτησης σταθερών ποσοτήτων σταφίδας, με αποτέλεσμα τις διαρκείς αυξομειώσεις των τιμών. Η αρνητικές συνέπειες αυτής της συνθήκης ελαχιστοποιήθηκαν, έως τις αρχές τουλάχιστον της δεκαετίας του 1890, εξαιτίας των αυξημένων ποσοτήτων που κατανάλωναν κατ’ αρχάς η Αγγλία και μετέπειτα η Γαλλία. Η ξαφνική όμως πτώση της ζήτησης από το 1893 και έπειτα, είχε ως συνέπεια να μείνουν αδιάθετες τεράστιες προσότητες σταφίδας, όπως και την απότομη πτώση των τιμών.10

Η οικονομική και, γενικότερα, η κοινωνική κρίση εξαπλώνεται στις περισσότερες περιοχές της ΒΔ Πελοποννήσου με άμεσο αποτέλεσμα την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων και την ανάπτυξη του κινήματος διαμαρτυρίας των σταφιδοκαλλιεργητών. Τα αιτήματα των αγροτών επικεντρώνονται, α. στη λήψη μέτρων από το κράτος, β. στις αντιθέσεις που δημιουργούνται από την εφαρμογή των μέτρων κατά περιοχές, γ. στην απαλλαγή των παραγωγών από τα χρέη προς τους έμπορους/τοκογλύφους και, τέλος, στο να μη διωχθούν δικαστικά.

Η διαμαρτυρία εκφράζεται ουσιαστικά με δύο μορφές. Εκδηλώσεις διαμαρτυρίας με τη μορφή ένοπλων εξεγέρσεων παραδοσιακού αγροτικού τύπου, με άμεση συμμετοχή των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων που ανέπτυσσαν πλούσια δραστη ριότητα σε περιοχές όπως ο Πύργος και η Πάτρα. Επίσης, μέσω μορφών «σύγχρονης» συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπου οι κύριοι πόλοι συσπείρωσης είναι οι Κτηματικοί ή Εμπορικοί Σύλλογοι και οι Επιτροπές Συλλαλητηρίων που ελέγχονται κυρίως από εκπροσώπους του επίσημου διαπραγματευτικού μηχανισμού αυτοί δεν είναι άλλοι από τους εμπόρους, μεγαλοκτηματίες ή ανθρώπους που ασκούν αστικά/ελεύθερα επαγγέλματα (δικηγόροι, γιατροί...) και συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τη σταφιδική οικονομία. 11

Η δράση αυτών που συμμετέχουν στους μηχανισμούς αυτούς εντοπίζεται κυρίως στα εξής: πρώτον, αναπαράγουν την εξάρτηση των μικροίδιοκτητών παραγωγών από τα κομματικά/πελατειακά δίκτυα στα οποία έχουν άμεση πρόσβαση. Ο «γενικευμένος κομματικός λόγος» που συναριάται με τη συνθήκη του δικομματισμού και εστιάζεται σε γενικές αντιθέσεις «αδιάφορες» για την παραδοσιακή τοπική κοινωνία, διαμεσολαβείται και συγκεκριμενοποιείται μέσω αυτών των παραγόντων, βάσει των τοπικών αναγκών και προοπτικών, ώστε να είναι άμεσα αναγνωρίσιμος και όχι αποξενωμένος στα όρια ιης αγροτικής τοπικής κοινωνίας. Δεύτερον, συστήνουν ένα διαπραγματευτικό πεδίο, μεταξύ των κεντρικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων και των αγροτών, αφού οργανώνουν τα κοινωνικά αιτήματα και τις απαντήσεις των εξουσιαστικών κέντρων σε ένα επίπεδο αλληλοαναγνώρισης, γεγονός πολύ σημαντικό για ένα σύστημα σχέσεων όπου συνυπάρχουν παραδοσιακά στοιχεία και σύγχρονες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.

Με τον όρο «σύγχρονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης» αναφερόμαστε στο πολύπλοκο δίκτυο οργάνωσης και διακίνησης του προϊόντος προς τη διεθνή αγορά και όχι συνολικά στη δομή της ελληνικής γεωργίας κατά τον 19ο αιώνα. Η αστάθεια που προκαλείται από την καταναλωτική συμπεριφορά των ξένων αγορών απαιτεί μια αντίστοιχη οργάνωση τόσο των παραγωγών, όσο και του θεσμικού πλαισίου που είχε οργανωθεί για την υποστήριξη της σταφιδικής οικονομίας. Για παράδειγμα, δεν υπήρχαν αγροτικοί συναιτερισμοί που θα παρέμβαιναν και θα αντιστάθμιζαν τις αυξομειώσεις των τιμών ή θα έλεγχαν τους τρόπους διακίνησης του προϊόντος. Οι Κτηματικοί Σύλλογοι αδυνατούσαν να διεκπαιρεώσουν την εγγραφή ίων ιδιαίτερων αγροτικών συμφερόντων στο ευρύτερο οικονομικό σύστημα ή να τα κατευθύνουν σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση, όπου θα διεκδικούσαν ίδια, και συνεπώς, ανταγω νιστικά συμφέροντα. Ακόμα, δεν υπήρχε οργανωμένη αγροτική πίστη, όπου θα προγραμματιζόταν συγκεκριμένη δανειοδοτική πολιτική. Αντίθετα, σε όλη αυτή την περίοδο, διατηρούνται οι παραδοσιακοί όροι παραγωγής και εμπορίας, χωρίς να διατυπώνεται η βούληση για βελτίωση των τεχνικών μεθόδων καλλιέργειας, ενώ η τοπική οικονομία χαρακτηρίζεται από τον υψηλό βαθμό αυτοκατανάλωσης.

Θα μπορούσε να προκρίνει κανείς την πρόταση ότι η περίοδος ακμής και κρίσης του σταφιδικού μοντέλου είναι μια περίοδος μεταβατική. Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, η οποία κατωχυρώνει ουσιαστικά από «τα πάνω» τους σταφιδοπαραγωγούς ως μικροίδιοκτήτες, δεν αλλοιώνει τα παραδοσιακά δομικά στοιχεία που προσδιορίζουν την κοινωνική ύπαρξη και αναπαραγωγή τους, σε ένα οικονομικοκοινωνικό σύστημα που θα απαιτούσε πολυπλοκότερες μορφές διαπραγ μάτευσης και κοινωνικής οργάνωσης, ιδίως εξαιτίας της εξάρτησής του από τη διεθνή αγορά.12

Έτσι, συναντούμε ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, παράδοξο: η μεταρρύθμιση συνισιά ουσιαστικά μειονέκτημα για την ανάπτυξη ενός αυτόνομου κοινωνικού λόγου διαπραγμάτευσης εκ μέρους των αγροτών και τούτο για τρεις λόγους: κατ’ αρχήν, επειδή οι αγρότες δεν μετέχουν σε ένα εξελικτικό μετασχηματισμό του μοντέλου, γεγονός που θα αλλοίωνε και ίσως θα μετασχημάτιζε τους παραδο σιακούς όρους κοινωνικής συγκρότησης και αναπαραγωγής. Ακόμα, εξαιτίας του ότι τα κοινωνικά στρώματα (π.χ. εμπορικό κεφάλαιο) που επέβαλαν την μεταρρύθμιση δεν άσκησαν βίαιη πίεση προς την κατεύθυνση αλλοίωσης και μετασχηματισμού των όρων αυτών 13 Τέλος, η ανάγκη ενός διαπραγματευτικού μηχανισμού σε συνθήκες απότομων μεταρρυθμίσεων που αφορούν ζωτικές παραμέτρους γα τη ζωή των καλλιεργητών είναι άμεση (διακανονισμός τιμών, εξεύρεση κεφαλαίων για την παραγωγή, δανεισμός). Έτσι, αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνουν οι παράγοντες εκείνοι που σχηματικά θα λέγαμε ότι είναι οι εκπρόσωποι της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης.

Ο μηχανισμός της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την ανθεκτικότητα απέναντι σε εντάσεις που προκαλούν τόσο οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του, όσο και η γενικότερη αστάθεια του σταφιδικού μοντέλου.14 Οι παράγοντες που ενισχύουν την ανθεκτικότητα αυτή συσχετίζονται: πρώτον, με τη δυνατότητα που έχουν οι περισσότεροι εκπρόσωποι του μηχανισμού να παρεμβαίνουν στους οικονομικούς και πολιτικούς χώρους οι οποίοι τους εξασφαλίζουν τον έλεγχο και τη διαχείρηση του σταφιδικού συστήματος. Σε αυτό διευκολύνει η διαρκής κινητικότητα στο εσωτερικό του μηχανισμού, η οποία σχετίζεται με τη διαπλοκή ρόλων σε επαγγελματικό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Και, δεύτερον, με την αδυναμία των μικροϊδιοκτητών παραγωγών να συγκροτήσουν ένα αυτόνομο διαπραγματευτικό λόγο. 15 Το γεγονός αυτό προσανατολίζει την κοινωνική δράση των παραγωγών προς την ελαχιστοποίηση των πιέσεων που δέχονται από την επίσημη διαμεσολάβηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφομοιώνονται από τον μηχανσιμό που συστήνουν οι εκπρόσωποί της και εντάσσονται ευκολότερα στη λογική της πολιτικής τους. Έμποροι, μεγαλοκτηματίες και όσοι άλλοι μετέχουν στον μηχανισμό αυτό, γνωρίζουν, σε αντίθεση με τους παραγωγούς, τους όρους διαπραγμάτευσης, λόγω της κοινωνικής τους θέσης και των προσβάσεων που έχουν στα πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Από την άλλη πλευρά, οι αγρότες μετέχουν σε ένα «σύγχρονο» σύστημα σχέσεων, μέσω παραδοσιακών όρων αναπαραγωγής οι οποίοι μειώνουν τη δυνατότητά τους να διαπραγματευτούν ισότιμα τα συμφέροντά τους.

Ο μηχανισμός της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης μεταφέρει ουσιαστικά παραδοσιακού τύπου σχέσεις σε «σύγχρονα» πεδία διευθέτησής τους. Η απλή σχέση εξάρτησης του παραγωγού από του έμπορο, μεταφέρεται πλέον στον εμπορικό ή κτηματικό σύλλογο και διαμεσολαβείται από τους κομματάρχες, τους πολιτευτές ή τους τοπικούς βουλευτές. Πραγματοποιείται έτσι, η αυτικειμευικο- ποίηση ιης λειτουργίας ενός μοντέλου το οποίο εμφανίζεται ως σταθερό, ενώ από τη φύση του εμπεριέχει αντιφάσεις ικανές να προκαλέσουν κοινωνικές οξύνσεις. Η εικόνα της σταθερότητας εξασφαλίζει ουσιαστικά δύο πράγματα: αφ’ ενός μεν, την ανοχή των παραγωγών απέναντι στο μηχανισμό της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης- και, αφ’ ετέρου, την ενοποίηση της παραγωγικής/οικονομικής δραστηριότητας των καλλιεργητών στις σταφιδοφόρες ζώνες. Επιτυγχάνεται, δηλαδή, η οργάνωση ενός πεδίου συνοχής, στο οποίο εγγράφονται λειτουργικοί παράγοντες του μοντέλου, όπως ο διακανονισμός των ποσοτήτων παραγωγής, ο διακανονισμός των τιμών κατά ποιότητες, κλπ.

Η πρόσληψη της σταθερότητας στην περίοδο πριν από την κρίση, προσδίδει στο μηχανισμό της επίσημης διαπραγματευτικής διαμεσολάβησης τη δυνατότητα να διευθετεί, με όχι ιδιαίτερη δυσκολία, τις τοπικές αντιπαλότητες (διαφοροποιήσεις στις τιμές, στις ποιότητες...) Η δυνατότητα διεθέτησής τους ουσιαστικά επιτυγχάνει, κατ’ αρχήν, την διαρκή ανανέωση των στόχων του μηχανισμού, γεγονός που ευνοεί την αναπαραγωγή του και κατευθύνει τις συνέπειες των εσωτερικών συγκρούσεων σε τοπικό επίπεδο και όχι προς την κεντρική εξουσία. Ακόμα, δίνει την ευχέρεια στον κρατικό μηχανισμό να ακολουθεί ευέλικτη πολιτική, ούτως ώστε να προσαρμόζεται σε εντάσεις που προκαλεί η καταναλωτική αστάθεια στη διεθνή αγορά.

Η εκδήλωση της σταφιδικής κρίσης δρομολογεί ουσιαστικά την αδυναμία του μηχανισμού της επίσημης διαπραγμάτευσης να διευθετήσει κατά τρόπο εξισορροπητικό τις αντιθέσεις που αναφύονται μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της τοπικής κοινωνίας (περίπτωση αγγλικού μονοπωλίου 1903),16 καθώς επίσης και των αντιθέσεων μεταξύ των τοπικών κοινωνιών όσο αφορά την εφαρμογή μέτρων που επιβάλλει η κρατική παρέμβαση (περίπτωση παρακρατήματος).17 Η έλλειψη ενός πεδίου θεσμοποίησης των συγκρούσεων (αγροτικοί συνεταιρισμοί, αγροτικό κόμμα, κλπ.) αναδεικνύει σε περιόδους κρίσης ένα διαπραγματευτικό/επικοι- νωνιακό κενό. Η κοινωνική δυσφορία δεν εκδηλώνεται πλέον με «σύγχρονες» μορφές διαμαρτυρίας (κτηματικοί σύλλογοι, συλλαλητήρια, ψηφίσματα...), ενώ οι διαπραγματευτικές δυνατότητες των μηχανισμών της επίσημης διαμεσολάβησης αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Σε αυτήν ακριβώς την ιστορική συγκυρία αναβιώνει η παραδοσιακή διαμαρτυρία και η εξέγερση αγροτικού τύπου η οποία χαρακτηρίζεται, συνήθως, από βίαιες εκδηλώσεις χωρίς να είναι ενιαία ώς προς τη διάρκεια και τις περιοχές εκδήλωσης της (περιοχές κοινωνικής όξυνσης). Στο πλαίσιο αυτού του τύπου της κοινωνικής διαμαρτυρίας αναζητείται η επανεπιβεβαίωση των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής των σταφιδοπαραγωγών, όταν αυτοί υπονομεύονται σε περιόδους κρίσης και προσκρούουν στην εξέλιξη των γεγονότων.

Άλλη μια συνέπεια της δυσλειτουργίας των μηχανισμών της επίσημης διαπραγ μάτευσης είναι η αδυναμία των κομμάτων να διαχειρίζονται τα προβλήματα της κρίσης, εντάσσοντάς τα στη λογική των δικών τους αντιπαραθέσεων και προτεραιοτήτων. Το αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης είναι η αδυναμία εξορθολογισμού και διαχείρησης των αρνητικών συνεπειών της κρίσης. Έτσι, η απονομιμοποίηση των επίσημων μηχανισμών διαπραγμάτευσης, καθώς επίσης και η αδυναμία των κομματικών μηχανισμών να διαχειριστούν την κρίση, σχετίζονται με την έκπτωση του κοινωνικού κύρους και της αξιοπιστίας τους, που οφείλεται στη γενικότερη δυσλειτουργία του σταφιδικού μοντέλου κατά την περίοδο της κρίσης.18 Για παράδειγμα, μειώνονται οι δανειοδοτικές δυνατότητες των εμπόρων/μεγαλο- κτηματιών, την ίδια στιγμή που εκπίπτει και η δυνατότητα πρόσβασης στα κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων.

Εξάλλου, η αξιοπιστία και το κύρος των μηχανισμών αυτών μειώνεται ακόμα περισσότερο με την ανεπάρκεια των θεσμικών μέτρων που επέβαλε η κρατική παρέμβαση, ώστε να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις συνέπειες της κρίσης.19 Η ανεπάρκεια αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα μέτρα αυτά δεν ελήφθησαν σε μια μεταβατική περίοδο σχετικά μακράς διάρκειας, αλλά σε συγκυρία κρίσης, όταν η άμεση ανάγκη εξεύρευσης λύσεων καθιστά το πεδίο υποδοχής τους περισσότερο ανελαστικό, κυρίως εξ αιτίας των αντιδράσεων τωυ μικροκαλλιεργητών.

Τόσο η ανεπάρκεια των επικοινωνιακών/διαπραγματευτικών δομών του μοντέλου και των κρατικών μέτρων, όσο και συγκυριακά γεγονότα, όπως η ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ωθούν στην ανάπτυξη του αναρχισμού, του εθνικισμού και του «μακρακισμού».20 Η παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων στην κοινωνική διαμαρτυρία των μικροκαλλιεργητών, πραγματοποιείται κυρίως σε περιοχές όπου οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης είναι περισσότερο έντονες και η κοινωνική αντίδραση χαρακτηρίζεται από βίαιες εκδηλώσεις, καθώς επίσης και σε περιοχές όπου είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους πριν από την κρίση. 21

Οι βίαιες μορφές διαμαρτυρίας υποδηλώνουν ουσιαστικά την υπέρβαση των ορίων νομιμότητας που θέτει ο κρατικός μηχανισμός. Η αδυναμία διαχείρησης της κρίσης από τους επίσημους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και η ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών σημαίνουν την ανεπάρκεια του πολιτικού πεδίου να διευρύνεται, να ενσωματώνει και να απορροφά τα κοινωνικά αιτήματα, με επακό λουθο την κοινωνική όξυνση. Είναι ακριβώς η περίοδος όπου ο αναρχικός λόγος προσφέρει τους απαραίτητους εκείνους κώδικες που αναβιώνουν παραδοσιακές αξίες της αγροτικής κοινωνίας, νομιμοποιούν μορφές κοινωνικής αντίδρασης, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια της επίσημης νομιμότητας και τις δυνατότητες των επίσημων μηχανισμών διαπραγμάτευσης.

Η διάδοση της αναρχικής ιδεολογίας και η ευρύτητα του θεωρητικού της πλαισίου, που επιτρέπει στα κοινωνικά αιτήματα των καλλιεργητών να βρίσκουν τους απαραίτητους κώδικες εκφοράς τους, παραπέμπουν στον τρόπο κατανόησης και πρόσληψης του αναρχισμού από τα μέλη αυτών των κινήσεων. Η αποδοχή καθολικών οικουμενικών ιδεών και αξιών που εγγράφονται στην αναρχική σοσιαλιστική θεωρία, διευρύνει την προσαρμοστικότητά της, αφού δεν υπερβαίνει τους περιορισμούς που θα επέβαλε μια ανάλυση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Επίσης, η ποικιλία των θεωρητικών τάσεων που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο (σοσιαλιστές, αναρχικοί, χριστιανοσοσιαλιστές, αναρχο- χριστιανοί…)22 απέτρεψε τη συγκρότηση ενός συγκεκριμένου και ανελαστικού θεωρητικού πλαισίου, γεγονός που θα επέφερε περιορισμούς στην ενσωμάτωση των αιτημάτων της αγροτικής κοινωνίας. Οι συνθήκες αυτές απαλλάσσουν τον πολιτικό χώρο των πρώτων αναρχικών και σοσιαλιστών από αυστηρές θεωρητικές δεσμεύσεις, με αποτέλεσμα την ευκολότερη προσέγγιση των κινημάτων κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η υπερεκτίμηση, όμως, της δράσης ουσιαστικά καλύπτει την θεωρητική αδυ ναμία ανάλυσης και επεξεργασίας της ίδιας της δυναμικής της διαμαρτυρίας και της αγροτικής κοινωνίας στο σύνολό της. Η αναρχικός προπαγανδιστικός λόγος εκείνης της περιόδου δεν στηρίζεται σε μια αυστηρή επεξεργασία της θεωρίας που επαγγέλεται. Οι κώδικες 8άσει των οποίων εκφέρεται ο λόγος αυτός, επηρεάζονται άμεσα από την προβολή των κοινωνικών αιτημάτων των αγροτών. Έτσι, η προπα γάνδα δε στηρίζεται σε μια εσωτερική επεξεργασία και προβάλλει κώδικες που ορίζονται περισσότερο από τη φύση του ακροατηρίου.23

Με τη διασάλευση των μηχανισμών της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγ μάτευσης, η παραδοσιακή εξέγερση δεν μπορεί να αποδόσει μυνήματα και νοήματα προσαρμοζμένα στις δομές του σταφιδικού μοντέλου. Για παράδειγμα, παρόλο που η δυναμική του μεσσιανισμού ενυπάρχει σε λανθάνουσα μορφή στη φύση της παραδοσιακής εξέγερσης, δεν μπορεί να εκφράσει τα μυνήματα μιας καθολικής διαμαρτυρίας σε σχέση με την κρίση. Οι όροι διαχείρησης του μοντέλου που επεβλήθηκαν «από τα πάνω» εκ μέρους της επίσημων μηχανισμών διαπραγμά τευσης δεν είναι αναγνωρίσιμοι από μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας όπως ο μεσσιανισμός. Στη Βραζιλία για παράδειγμα, ο μεσσιανισμός, ως έκφραση και κινητήρια δύναμη της κοινωνικής δράσης, εναντιώνεται στην επίθεση του εκσυγχρονισμού κατά της παραδοσιακής κοινωνίας.24

Αντίθετα, στην Ελλάδα, η πολιτισμική μορφή του αγροτικού χώρου δεν αλλοιώνεται βίαια, αλλά μέσω της αποδοτικότητας των επίσημων μηχανισμών δια- μεσολάβησης και διαπραγμάτευσης και έτσι προσαρμόζεται στις συνθήκες κέρδους που επιβάλλει η διεθνής αγορά, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τον παραδοσιακό χαρακτήρα. Ο αναρχισμός στην ελληνική περίπτωση αναδεικνύεται σε μέσο διαμαρ τυρίας, χρησιμοποιώντας κώδικες η σημασιοδότηση των οποίων παραπέμπει στο ηθικό σύμπαν της αγροτικής παραδοσιακής κοινωνίας. Έτσι, παραδοσιακές αξίες επεδύονται σε σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα και καθίστανται λειτουργικές σε σύγχρονες πραγματικότητες.25

Το τοπικό στοιχείο που εμπεριέχει ο αναρχικός λόγος προβάλλει και προ βάλλεται μέσα από ηθικές και θρησκευτικές αξίες αναγνωρίσιμες από τον παραδοσιακό κόσμο.26 Αυτές οι αξίες σε περιόδους διασάλευσης του επικοινωνιακού πεδίου λειτουργούν συνεκτικά για τις τοπικές κοινωνίες, αφού ανασύρονιαι από ένα κοινό παρελθόν, ένα κοινό πολιτισμό. Το τοπικό δίκαιο, έτσι όπως γίνεται αντιληπτό από τα μέλη της τοπικής κοινωνίας, αποκτά οικουμενική μορφή μέσω των «αιώνιων» παραδοσιακών αξιών, γεγονός που επιτρέπει στους αγρότες να παρακάμπτουν την αδυναμία νομιμοποίησης των κοινωνικών αιτημάτων/μυνημάτων στο πεδίο των επίσημων, κρατικών μηχανισμών. Αντίθετα, οι μηχανισμοί της επίσημης διαπραγμάτευσης, κάτω από το βάρος των τοπικών αντιπαλοτήτων, αδυνατούν να δώσουν έλλογες απαντήσεις στα μέλη της τοπικής κοινωνίας, σε ό,τι αφορά στη σύνδεση της τοπικής κρίσης με τη γενική κατάσταση Έτσι, η επανενεργοποίηση των παλαιών αξιών μέσω των αναρχικών κωδίκων παραπέμπει στην παλιά καλή, ασφαλή κατάσταση, σε αντίθεση με την ενεστώσα κρίση.
Οι βίαιες ενέργειες που νομιμοποιούνται μέσω των παραπάνω αξιών δεν εκλαμβάνονται ως ανατρεπτικές, με σκοπό την κατάργηση των υπαρχουσών κανονικοτήτων, αλλά ως επανεπιβεβαίωση της δυνατότητας της τοπικής κοινωνίας να έχει λόγο στη συγκυρία. Δεν είναι η θέληση ανατροπής, αλλά η έκφραση ότι έχουν τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο.27 Έτσι οι βίαιες επιθέσεις κατά των αστυ νομικών με σκοπό την επανακατάληψη των εκκλησιών σε χωριά της Ηλείας, οι οποίες είχαν σφραγιστεί επειδή χρησίμευαν ως χώροι συγκέντρωσης των εξεγερ- μένων, εμπεριέχουν στη λογική τους τόσο την αντίδραση κατά των εμπόρων, όσο και την αντίθεση πόλης/χωριό. Ουσιαστικά αμφισβητείται η νομιμότητα των κατα σταλτικών μέτρων του κράτους, όχι όμως και το πλαίσιο που τα ορίζει. Με αυτήν την έννοια η ανάδειξη των παραδοσιακών αξιών στα πλαίσια της αγροτικής διαμαρ τυρίας λειτουργεί ως εξισορροπιστικός μηχανισμός, αφού αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης για την εκτώνωση των εντάσεων. Από την άλλη, η διαδικασία αυτή προσδίδει νέα στοχεία κοινωνικής οργάνωσης των παραγωγών, όπως θα φανεί αρκετά χρόνια αργότερα με τη σύσταση των αγροτικών συναιτερισμών.

Σημειώσεις
1. Βλ. σχετικά, Μ. Pereira de Queiroz. Reforme et revolution dans les societes traditionnelles. Histone et ethonologie des mouvements messianiques. Paris, Anthropos. 1968 E. Hobsbawm, Les primitifs de la revolte dans Europe modeme, Paris, Fayard. 1966 P. Ansart, Naissance de Γ anarchisme, Paris, PUF, 1970.
2. Βλ. σχετικά, Π. Νούτσου, Η σοοιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από ιο 1875 ως το 1974. Αθήνα. Γνώση, 1990, τ. Α’.
3. Γ. Κορδάτος. Ιστορία του αγροτικού κινήματος, Αθήνα. Μπουκουμάνης, 1974, στ' έκδοση, σσ. 177- 8, και, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα, Μπουκουμάνης, 1975, ζ έκδοση, α. 75 κ.ε. Το έργο όμως του Γ. Κορδάτου θα πρέπει να θεωρηθεί σε σχέση με τις ιδεολογικές αρχές και δεσμεύσεις του. καθώς επίσης και στο πλαίσιο των θεωρητικών συγκρούσεων που διαπερνούν το σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής.
4. Βλ. την κριτική που ασκεί ο Κ. Βεργόπουλος (=Αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Αθήνα. Εξάντας, 1977, σσ. 378-9) στην «... οπτική του μηχανιστικού μαρξισμού», στο πλαίσιο του οποίου η ανάλυση της κοινωνικής μορφολογίας ακολουθεί επιφανειακά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά.
5. Κ. Μοσκώφ, Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Αθήνα 1988. σσ. 161-2 ειδικό τεύχος του περιοδικού Αιολικά Γράμματα, 99-100(1972), σ. 12 κ.ε. Μ. Δημητρίου. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα. Αθήνα 1985, τ. Α, σ. 58 κ.ε.
6. Μ. Δημητρίου, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, τ. Α, Αθήνα 1985, σσ. 203-4, 224 Γ. Λεονταρίτης. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Αθήνα 1987, σ. 20.
7. Για την πρόσληψη του αναρχισμού από φιλελεύθερους της πατρινής κοινωνίας, με τρόπο που να μην οδηγούνται σε συνολικό άρνηση του κοινωνικού συστήματος. 6λ. Κ. Μοσκώφ, Ιστορία του κινήματος, ό.π., σ. 162.
8. Όπως υπογραμμίζει ο Κ. Βεργόπουλος (= Αγροτικό ζήτημα, ό.η.. σσ. 379-80) η εξέγερση των αγροτών στον Πύργο «συγκέντρωσε όλη τη βιαιότητα κατά του συνολικού συστήματος».
9. A. Varagnac, Civilisations traditionnelles et genres de vie. Paris. Albin Michel. 1987. 00. 301-3.
10. Θ. Καλαφάτης. Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στην Πελοπόννησο, Αθήνα, ΜΙΕΤ. 1990, τ. Α. πίνακες 50 και 52, αα. 239 και 497 αντίστοιχα Β. Πατρώνης, «Κορινθιακή σταφίδα στη Γαλλική αγορά». Τα Ιστορικά, 18/9(1993). σσ. 58-59.
11. Για τους εμπόρους της Πάτρας, 6Λ. X. Λυρικής. Το τέλος των ασκιών. Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα. 1991, σσ. 145-6 και. Θ. Καλαφάτης. Αγροτική πίστη, ό.π.. ι. Β, σσ. 43-72.
12. Θ. Σακελλαρόπουλος, θεσμικός μετασχηματισμός και οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα, Εξάντας, 1991, οσ. 79-92· Β. Πατρώνης, «Σταφίδα και αγροτική μεταρρύθμιση», στο, Θ. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική κοινωνία. Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, Αθήνα. Κριτική, 1993. σ. 57 κ.ε.
13. Μ. Χουμεριανός, «Αγροτική κρίση και αγροτική διαμαρτυρία. 1893-1905», στο, Θ. Σακελλαρόπουλος (εηιμ.), Νεοελληνική κοινωνία, ό.η.. σ. 103.
14. Αυτόθι, σ. 97 κ.ε.
15. Αυτόθι, σσ. 112-113.
16. Στα 1903, στην πόλη του Πύργου πραγματοποιήθηκαν βίαιες εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας από τους σταφιδοποπαραγωγούς του Πύργου και των χωριών της Ηλείας. Αφορμή υπήρξε η καθυστέρηση εκ μέρους της κυβέρνησης επικύρωσης σύμβασης σύμφωνα με την οποία αγγλική εταιρεία κεφαλαιούχων ανελάμβανε το μονοπώλιο της σταφίδας. Στα φύλλα της εφημερίδας Καιροί των Αθηνών {Μάιος 1903) περιγράφονται παραστατικά οι εκδηλώσεις αυτές.
17. Χαρακτηριστική ήταν η αντίθεση μεταξύ των επαρχιών Αιγιαλείας και Ηλείας, έτσι όπως εκφράστηκε από τους τοπικούς βουλευτές στις κοινοβουλευτικές αγορεύσεις, σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου παρακράτησης της σταφίδας. Βλ. ενδεικτικά, την αγόρευση του βουλευτή Κορινθίας και Υπουργού Εκκλησιαστικών Δ. Πετρίδη. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περ. ΙΔ, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση 37, 30 Ιουλίου 1895. ασ. 769-771.
18. Βλ. θ . Καλαφάτης. Αγροτική πίστη, ό.π., τ. Γ, σ. 131.
19. Αυτόθι, σσ. 123-4.
20. Θ. Καλαφάτης, «Οπαδοί του Α. Μακράκη», Τα Ιστορικά. 18/9(1993), σσ. 113-121.
21. Ένοπλες εξεγέρσεις παρατηρήθηκαν τα έτη 1895, 1896, 1898. καθώς επίσης και τη διετία 1903- 1905, κυρίως στις περιοχές Αχαϊας και Ηλείας. Βλ. σχετικά. Μ. Δημητρίου. Το ελληνικό, ό.π., σ. 203.
22. Π. Νούτσος, Σοσιαλιστική σκέψη, ό.π.. τ. Α, Θ. Καλαφάτης, «Οπαδοί του Α. Μαρκάκη», ό.π.. σσ. 122-131, και αφιέρωμα Αιολικά Γράμματα, ό.π., σ. 11 κ.ε.
23. Σχετικά με τους «κώδικες μεγάλης και μικρής εμβέλειας», βλ., J. Fische, Εισαγωγή στην επικοινωνία. Αθήνα. Επικοινωνία και κουλτούρα. 1992. σ. 96.
24. Μ. Pereira de Queiroz. Evolution, ό.π.. σ. 129.
25. Ε. Mounier, Communisme. anarchie et personnalisme, Peris, Seuil, 1966, σσ. 175-6.
26. Τα ουτοπικά στοιχειά του αναρχικού λόγου, υποβοηθούν την ανάδυση των παραδοσιακών αξιών και την επανενεργοποίηση τους στη συγκυρία. Βλ. σχετικά, J. La Croix, Ηθική και Κοινωνία, Αθήνα 1978, σ. 285.
27. Για τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Ανδαλουσία, βλ., Ε. Hobsbawm, Les primitifs de la revolte, ό.π., σ. 105.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “, Δοκιμές”, τεύχος Β’, Σεπτέμβριος 1994, σσ. 55-67.

iberia / history of anarchism / review Sunday March 28, 2021 12:25 byLAMA

A book review of an anthology of writings about the Catalan Anarchist Salvador Puig Antich.

Salvador Puig Antich
Collected Writings on Repression and Resistance in Franco’s Spain
Ricard de Vargas Golarons (Editor); Peter Gelderloos (Translator/Contributor)

Publisher: AK Press
Format: Book
Binding: pb
Pages: 180
Released: January 19, 2021
ISBN-13: 9781849354011

Who was Salvador Puig Antich? If your only language is English, you probably don’t know the answer. On the Iberian peninsula, he is a symbolic figure from the time when Spain was due to transition from a decrepit dictatorship to the current system. He was an anarchist who participated in armed actions in opposition to the Franco regime, was imprisoned, and then garroted for it.

AK Press has published a collection of translated writings about his life and society of the time. It is a varied assortment, both in terms of its contributors, their respective areas of focus, and sometimes conflicting perspectives. This complexity seems to fit the subject matter. It was a time where on the surface things appeared stuck in a reactionary time-warp. Franco’s regime had existed for decades, with few developments in large parts of life, for example, education was under the control of a backward-looking Catholic Church. Yet under this veneer, oppositional movements engaged in a spectrum of actions, based on a range of theories and ideologies. There is an important reminder in this to those not living under formal political dictatorships. That is, we should try to escape unconsciously slipping into accepting the self-description of the regime as immutable and fully in control of things. Totalitarianism is an aspiration of many dictators but is rarely achieved.

The collection has an extremely valuable contribution near the start from translator Peter Gelderloos. He provides the big picture context for what happened from the revolution of May 1936 to 1977 when the first election in over 40 years took place. Arguably it’s just about possible to provide a neutral chronological narrative of these events. Though even then, the choice of relevant incidents has its own implicit significance. However, Gelderloos quite rightly avoids pretending to be dispassionate. Instead, his preference is for a subjective look at events and personnel. This is evident in explicit judgments on the actions of the main agents in the episodes he outlines. For example, in regards to the collaboration of members of the Anarcho-Syndicalist union the CNT with the state in ‘36 he says: “The CNT, after destroying the government, would have had to abolish itself…this was the key mistake: the CNT did not have to take over all of society, it simply had to destroy the government and step aside, getting out of the way of collectivizations and the new forms of organisation that were already being created spontaneously by the lower classes” (pp.11-12). This brutally honest analysis is a welcome aspect of the chapter.

Gelderloos goes on to describe the often tenuous level and heterogeneous nature of resistance to Franco. By the late 50s’ “The rupture in the continuity of struggle was almost complete” (p.20) yet as he notes “…anarchism springs eternal” (p.21) so that “Throughout the 1960s, workplace and neighbourhood struggles grew in Spain…” (ibid). This ranged from the distribution of illegal leaflets to wildcat strikes. The latter were sometimes through formal workers’ organisations, others informal, with many involving tens of thousands of working people. Gelderloos notes that Left historiography often drifts into favouring the most famous formal groups. Instead, he calls on us to note the actions of the millions of ordinary people and revolutionaries who “…demand not just crumbs but the whole fucking bakery” (p.26). Salvador Puig Antich was one of the latter.

Gelderloos ends the chapter by referring the reader to a Glossary at the end of the anthology. This is a wise suggestion. Adequately appreciating the complexity of the period Salvador operated in would be hard to navigate for many without some explanation of the plethora of organisational acronyms that crop up (CCOO, ETA, FAC, GAC, GOA, MIL, OLLA, etc.). Likewise, some words of Catalan (passeig, placa) are left untranslated in the body of the text but can be found in the Glossary. In addition, about a third of the way through are two chapters offering chronologies. One chronicles Salvador’s fleeting, meteoric life of action. The other sketches the uprisings by workers during the last decade and a half of the dictatorship. There are also photos and copies of leaflets. Their inclusion adds a definite flavour of the period and location.

A comrade of Salvador’s named Jean-Marc provides a chapter that describes the activities of his friend from first-hand experience. It is broken into short, numbered episodes and stylistically veers between straight-forward descriptions “We were traveling at 100 kilometers an hour on a highway” (p.35) to more poetic flourishes “Miserable colonies where proletarians scraped by. Behind walls leprous and mute” (ibid). One contribution Jean-Marc makes is an explanation of Salvador’s nom de guerre ‘The Doctor’. It wasn’t based on an arrogant self-image. It was suggested by comrades due to his rudimentary medical experience while doing military service. Another close comrade Felipe shares his personal experiences of working together. An important element of his contribution is to defend their actions, since “The Catalan bourgeoisie, the clandestine parties of Marxist obedience, the Franco regime, they all came to an agreement and declared us the gangsters of Barcelona” (p.55).

There is a brief chapter relating the last few hours of Salvador’s life as told by visiting siblings. One insight here is that even in the bowels of a prison run by a dictatorship, there were brutal guards but also humane individuals. Again, no dictatorship can completely capture the minds of everyone, even among those conducting its worst roles. There is a similar piece where they describe their attempts to keep their brother’s memory alive. The details of the court case (an evident travesty of ‘law’) are outlined. Likewise the frustrations of dealing with the post-dictatorial legal system. There is a mix of bitterness, indignation, and ongoing defiance that comes through. Anything less would be a travesty itself.

Mid-way through is a lengthy offering by Ricard de Vargas Golarons. He was a member of the same group as Salvador, the MIL (Movimiento Iberico de Liberacion). He makes this section especially worthwhile by his discussion of its politics and activities from a participant’s perspective. It is one tempered by the passage of decades. He makes it clear that the ideological positions of the MIL “…were highly flexible and we distributed materials from very different tendencies, only requiring that they reinforced the practices of self-organisation, autogestion, and workers autonomy” (p.124).
He is impressively honest about the mistakes of the movement. In an example that many groups today would benefit from recognising, he notes “The vast majority [of people] could not even understand our pamphlets. When we distributed them, many copies ended up in the trash.” (pp. 137-138). In regards to Salvador Puig Antich, his old comrade goes to his defense against post-mortem hagiography. He notes that Salvador was a genuine revolutionary who would be indignant at poetry about him devoid of acknowledgment of his politics. He also attacks attempts to make Salvador into a Catalan nationalist. Rather, as an anarchist his goal “…was never to achieve an interclassist Catalan state” rather he and his associates were “…dedicated to the social struggle and the workers’ struggle” (p. 155).

Another segment that meshes well with the previously mentioned one is written by Sergi Roses Cordovilla. It fits in well because it frankly acknowledges theoretical and organisational muddles and personality clashes within the MIL. Salvador played a principal role in trying to forge a way out of these problems. As phrased here “…Puigh Antich was a far cry from the simple driver during the bank robberies or, worse yet, the “poor boy” he is often portrayed as.” (p. 182). Instead, he is better seen as “…a conscious revolutionary trying to act consistently with his political beliefs and with a full comprehension of the unity of revolutionary theory and practice.” (ibid).

Rounding off the anthology is a short chapter compiling personal correspondence by Salvador and another of his political writings. The letters are a combination of quotidian information and expressions of the writer’s emotional state of mind. He can make simple declarative statements which touch on his political actions such as “…I take full responsibility for everything they accuse me of, but I don’t feel guilty of anything” (p.208). In other passages, though writing prose he sounds passionately poetic “Beneath a clear blue sky, where a timid cloud, feeling alone, dissipates, the sun pumps through my veins. I feel strong, hot. Hungry lips caressing the sun, my love grows stronger…” (p.211). It is tempting to draw conclusions from these missives but it’s probably wiser not to. They are few in number, and it isn’t clear if they are a representative sample of his extant letters.

Salvador and the rest of the MIL read theoretical political books and were conversant with the distinctions between strands of thought such as Council Communism, Leninism, and Anarchism. However, they appear to have made no substantial or original contribution to theory. Since they were not academics at a university or a think tank, this is not surprising. They were activists engaged in armed agitation. Not only is this point not a fault, but it is also a defense of the MIL in a sense. It is enough to read Salvador’s output and the thought he injects into issues from a clearly politically informed standpoint, to put the lie to the idea he was merely a gangster or nationalist. It also disabuses anyone of the concept that he suffered from the kind of romanticism that sometimes attaches itself to revolutionary work when it goes beyond theory. It wasn’t nihilistic activism for its own sake. Salvador was an informed anarchist. His actions were guided by that fact and he wrestled with the realities of what theory meant in practice.

This book fills a historiographical and biographical gap in the knowledge of Anglophones about the political situation in a portion of the Iberian peninsula during the post-civil war period. That makes it a valuable tome in itself. However, its subject matter may not immediately appeal to all potential readers. If you aren’t interested specifically in that part of the world or the politics of the 60s’-70s’ you could avoid this work altogether. That would be a missed opportunity since the life and deeds of Salvador Puig Antich provide universal insights and lessons for today.

Γαλλία / Βέλγιο / Λουξεμβούργο / Αναρχική Ιστορία / Ανακοίνωση Τύπου Thursday March 18, 2021 18:43 byΔιάφορες αναρχικές οργανώσεις

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη μεγάλη προλεταριακή έφοδο στον ουρανό, την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Επί 72 ημέρες οι προλετάριοι του Παρισιού αναδιοργάνωσαν τις κοινωνικές σχέσεις με όρους άμεσης δημοκρατίας στην κατεύθυνση της οικονομικής ισότητας, της αλληλοβοήθειας και της πολιτικής ελευθερίας.

Οι νίκες του μέλλοντος θα ανθίσουν από τους αγώνες του παρελθόντος!
Ζήτω η Παρισινή Κομμούνα!

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη μεγάλη προλεταριακή έφοδο στον ουρανό, την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Επί 72 ημέρες οι προλετάριοι του Παρισιού αναδιοργάνωσαν τις κοινωνικές σχέσεις με όρους άμεσης δημοκρατίας στην κατεύθυνση της οικονομικής ισότητας, της αλληλοβοήθειας και της πολιτικής ελευθερίας.

Η δομική καπιταλιστική κρίση του 1866 είχε οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις και τους διακρατικούς ανταγωνισμούς. Ο πρωσο-αυστριακός πόλεμος του 1866 άφησε ανοιχτές εκκρεμότητες αναφορικά με τη μη απόδοση εδαφών που αξίωνε η Β’ Γαλλική Αυτοκρατορία. Στις 19/7/1870 κηρύχθηκε πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Πρωσίας. Στις 2/8/1870 η Γαλλία εισέβαλε στρατιωτικά στα εδάφη της Πρωσίας. Τα γαλλικά στρατεύματα υπέστησαν πανωλεθρία, η Β’ Γαλλική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και ο πρωσικός στρατός έφτασε έξω από τα προάστια του Παρισιού.

Τότε η αστική τάξη της Γαλλίας σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την ηγεσία του Αδόλφου Θιέρσου και συνθηκολόγησε με τους Πρώσους στις 26/2/1871, παραδίδοντας εδάφη, οχυρά και διαλύοντας τον τακτικό στρατό. Η συνθηκολόγηση όριζε ότι εντός 8 ημερών έπρεπε να εκλεγεί μια Εθνοσυνέλευση που θα αποφάσιζε για τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης. Οι οικονομικοί όροι της συνθηκολόγησης ήταν ιδιαίτερα δυσβάστακτοι για τον γαλλικό λαό.

Μπροστά σε αυτό το κρίσιμο σημείο που έμοιαζε ως αδιέξοδο, το γαλλικό προλεταριάτο επωμίστηκε το καθήκον της μετατροπής του εθνικού πολέμου σε ταξικό πόλεμο, βαδίζοντας αποφασιστικά στον δρόμο της κοινωνικής επανάστασης. Στις 18/3/1871 ο Θιέρσος στέλνει στρατεύματα στις εργατικές συνοικίες του Παρισιού, για να αρπάξουν τα κανόνια από τον λόφο της Μονμάρτης, τα οποία ανήκαν στην Εθνοφυλακή και είχαν κατασκευαστεί με λεφτά του παριζιάνικου λαού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τους Πρώσους. Η απόπειρα απέτυχε κυρίως λόγω της παρέμβασης των γυναικών του Παρισιού. Οι γυναίκες από την Επιτροπή Ασφάλειας του 18ου διαμερίσματος του Παρισιού, συμπεριλαμβανομένης και της Λουίζ Μισέλ, έπεισαν και οργάνωσαν τους εθνοφρουρούς που αποτελούνταν κυρίως από εργάτες. Ο λαός του Παρισιού ξεσηκώθηκε. Η Εθνοφυλακή, που αποτελούταν κυρίως από εργάτες, δεν παρέδωσε τα όπλα. Τότε ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική κυβέρνηση, η οποία έντρομη μετέφερε τις θέσεις της στις Βερσαλλίες.

Στις 26/3/1871 εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα, ένα πολιτικό σώμα λαϊκής αυτοδιεύθυνσης που απαρτιζόταν από αιρετούς και άμεσα ανακλητούς εκπροσώπους. Δυο μέρες αργότερα οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο του Παρισιού και ύψωσαν την κόκκινη σημαία της επαναστατικής κομμούνας. Η πρώτη μεγάλη προλεταριακή επανάσταση ήταν γεγονός!

Η Παρισινή Κομμούνα αποτελούταν ως επί το πλείστον από εργάτες και φτωχά λαϊκά στρώματα (οι αστοί απείχαν στην πλειοψηφία τους από τις εκλογές στο Παρίσι κατόπιν εντολής του Αδόλφου Θιέρσου). Σημαντική ήταν η συμβολή των οργανωμένων πολιτικών πυρήνων στους κόλπους της, η δράση των οποίων απέβλεπε στην ενίσχυση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Μπλανκιστές, Προυντονικοί, Μαρξιστές και Αναρχικοί μέλη της Α’ Διεθνούς έδρασαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν και αποτέλεσε βραχύβιο επαναστατικό εγχείρημα, η Παρισινή Κομμούνα πέτυχε πολύ σημαντικές τομές, πρωτοφανείς για την εποχή τους, ρήξεις που θα αποτελούσαν αργότερα βασικά επίδικα και στοχεύσεις των επόμενων κοινωνικών επαναστάσεων. Η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε το αρχέτυπο της πολιτικής οργανωτικής διάρθρωσης της μετεπαναστατικής κοινωνίας, δρώντας καταλυτικά στη διαμόρφωση και την ανάπτυξη του πολιτικού ρεύματος του αναρχικού κομμουνισμού.

Η Παρισινή Κομμούνα προχώρησε στην κατάργηση του τακτικού στρατού και την αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό, στην αντικατάσταση της αστυνομίας από άμεσα ανακλητές λαϊκές πολιτοφυλακές στην υπηρεσία της κομμούνας, στην ανακλητότητα των εκλεγμένων δημοσίων υπαλλήλων στις διοικητικές θέσεις και των δικαστικών υπαλλήλων, αλλά και στην κατάληψη των εργοστασίων που ήταν κλειστά ή είχαν εγκαταλειφθεί από τους καπιταλιστές. Τα εργοστάσια αυτά παραδόθηκαν στα χέρια των εργατών και η Παρισινή Κομμούνα προχώρησε στη συνένωση των εργατικών συνεταιρισμών της βιομηχανικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Επιπλέον, εξίσωσε όλους τους μισθούς, διαχώρισε την εκκλησία από την πολιτική ζωή της κομμούνας, κοινωνικοποίησε τα εκκλησιαστικά κτήματα, καθιέρωσε τη δωρεάν μόρφωση και την απαγκίστρωσή της από την εκκλησία, εξέλεξε ξένους υπηκόους στα όργανα της κομμούνας στο όνομα του διεθνισμού, απαγόρευσε τη νυχτερινή εργασία των αρτεργατών, κατήργησε το ενοίκιο, απαγόρευσε την πώληση ενέχυρων, κατήργησε τα γραφεία ευρέσεως εργασίας που αποτελούσαν τα σκλαβοπάζαρα τις εποχής, ανέβαλε την καταβολή χρεών και συγκρότησε ενώσεις γυναικών.

Δεν έχουμε κάποια εμμονική συμπάθεια για τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε η Παρισινή Κομμούνα ή για τις δομές που δημιούργησε. Η εργατική τάξη αυτοσχεδίαζε σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, διδασκόμενη από τα έργα της στην πορεία των εξελίξεων. Ορισμένοι θεσμοί ήταν κατάλοιπα της παλιάς κυβέρνησης παρά νέες δημιουργικές τομές. Αντίθετα, τιμούμε το εξισωτικό πνεύμα της Παρισινής Κομμούνας και τη ριζοσπαστική δημοκρατική στάση της που δεν περιορίστηκαν μόνο στην πολιτική ζωή, αλλά επεκτάθηκαν και στην οικονομική ζωή. Οι εργαζόμενοι παίρνοντας την εξουσία στα χέρια τους ξεκίνησαν έναν θεμελιώδη κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά η ευκαιρία να ολοκληρωθεί αυτός ο μετασχηματισμός δεν συνέβη. Το προλεταριάτο έχοντας την εξουσία στα χέρια του επιχείρησε έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά τελικά η ολοκλήρωση αυτής της αλλαγής παραδείγματος δεν κατέστη δυνατή.

Ο στρατιωτικός συσχετισμός δυνάμεων ήταν ιδιαίτερα άνισος. 40.000 πολιτοφύλακες της ομοσπονδιακής εθνοφρουράς του Παρισιού, με υποτυπώδη οπλισμό, καλούνταν να αντιμετωπίσουν 170.000 καλά οπλισμένους στρατιώτες που επικουρούνταν από μονάδες βαρέως πυροβολικού. Φοβούμενη τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης, η αστική κυβέρνηση της Γαλλίας συμμάχησε με τον Όττο φον Μπίσμαρκ, καγκελάριο της Πρωσίας, προκειμένου να καταστείλουν συντονισμένα την Παρισινή Κομμούνα. Στις 21/5/1871 τα στρατεύματα της κυβέρνησης των Βερσαλλιών μπήκαν στο Παρίσι. Ακολούθησαν σφοδρές και αιματηρές μάχες επί 8 ολόκληρες μέρες. Στις 28/5/1871, στις 14:00, έπεσε το τελευταίο οδόφραγμα στην οδό Ραμπονό της Μπελβίλ. Οι Κομμουνάροι αγωνίστηκαν για την προάσπιση της ελευθερίας ηρωικά μέχρι το τέλος σε κάθε δρόμο και σοκάκι του Παρισιού.

Ο απολογισμός της ήττας της Παρισινής Κομμούνας ήταν ιδιαίτερα αιματηρός. Τουλάχιστον 20.000 νεκροί Κομμουνάροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. 45.000 περίπου συλληφθέντες. Τουλάχιστον 3.000 νεκροί στα κρατητήρια, στα πλωτά κάτεργα, στις φυλακές, στην εξορία. Στις 1/7/1871 3.859 Κομμουνάροι εξορίστηκαν στη Νέα Καληδονία. Ανάμεσά τους ήταν η Λουίζ Μισέλ, η οποία θα γινόταν μια από τις πιο σπουδαίες υποστηρήκτριες του αναρχισμού, αλλά και οι αναρχικοί αδελφοί Ρεκλύ, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στην εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας. Τα στρατοδικεία υποχρέωσαν περίπου 3.500 Κομμουνάρους να μην επιστρέψουν ποτέ στη Γαλλία.

Μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας ο Ευγέν Ποτιέ έγραψε τους στίχους του παγκόσμιου ύμνου της εργατικής τάξης, τη Διεθνή. Το κεντρικό μήνυμα της Παρισινής Κομμούνας και του ύμνου της Διεθνούς είναι ότι η δύναμη των εργαζομένων βρίσκεται στην ταξική αλληλεγγύη και στον διεθνισμό. Μόνο βασιζόμενοι στις συλλογικές μας δυνάμεις και στην αλληλοβοήθεια θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τις αλυσίδες της κρατικής και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Η εθνική ενότητα αποτελεί μοχλό ταξικού συμβιβασμού για την εργατική τάξη και ιδεολογικό όπλο της αστικής τάξης, για να πείσει τα υποτελή κοινωνικά στρώματα να εξυπηρετήσουν τα δικά της συμφέροντα, είτε εξαγοράζοντας τη συναίνεσή τους είτε οδηγώντας τα στα σφαγεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Αυτήν την υπέρβαση έκανε η Παρισινή Κομμούνα, θρυμματίζοντας την εθνική ενότητα προς όφελος της ταξικής ενότητας και του διεθνισμού. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για τη χειραφέτηση των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων.

Η αστική τάξη δε διατίθεται να αποχωριστεί αμαχητί τα υλικά προνόμια που της εξασφαλίζει η οικονομική και πολιτική εξουσία της, οι θεσμοί, η ιδεολογία, οι μηχανισμοί και η βία που τη συντηρούν. Γι’ αυτό είναι πάντα πρόθυμη να καταπνίξει στο αίμα κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής, κάθε επαναστατική απόπειρα που αμφισβητεί την εξουσία της και φιλοδοξεί να την ανατρέψει. Οι επαναστατικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί υλοποιούνται μόνο δια της ταξικής βίας των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Είμαστε αναγκασμένοι να βαδίσουμε αυτόν τον δρόμο. Η αστική τάξη δε μας αφήνει άλλη επιλογή.

Δεν πρόκειται, όμως, να πολεμήσουμε για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, δεν πρόκειται να σηκώσουμε τα όπλα και να σημαδέψουμε τους προλετάριους των άλλων χωρών, διότι δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε μεταξύ μας. Έχουμε κοινά ταξικά συμφέροντα και κοινά ιστορικά καθήκοντα. Να ενωθούμε, λοιπόν, με αρραγείς σχέσεις ταξικής αλληλεγγύης και επαναστατικού διεθνισμού, στην κατεύθυνση της παγκόσμιας κοινωνικής επανάστασης και του ελευθεριακού κομμουνισμού.

Οι νίκες του μέλλοντος θα ανθίσουν από τους αγώνες του παρελθόντος!
Τιμή για πάντα σε όσους έδωσαν τις ζωές τους για τον πανανθρώπινο σκοπό της κοινωνικής επανάστασης!
Ζήτω η Παρισινή Κομμούνα! Ζήτω η Αναρχία!
Καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι όλου του κόσμου οργανωθείτε και ενωθείτε για την αποτίναξη του κρατικού και καπιταλιστικού ζυγού!

☆ Anarchist Communist Group (ACG) – M. Βρετανία
☆ Αναρχική Ομοσπονδία – Ελλάδα
☆ Aotearoa Workers Solidarity Movement (AWSM) – Νέα Ζηλανδία
☆ Coordenaçăo Anarquista Brasileira (CAB) – Βραζιλία
☆ Die Plattform – Anarchakommunistische Organisation – Γερμανία
☆ Embat – Organització Llibertŕria de Catalunya – Καταλονία
☆ Federación Anarquista de Rosario (FAR) – Αργεντινή
☆ Federación Anarquista de Santiago (FAS) – Χιλή
☆ Federación Anarquista Uruguaya (FAU) – Ουρουγουάη
☆ Devrimci Anarşist Faaliyet (DAF) – Τουρκία
☆ Libertäre Aktion – Ελβετία
☆ Melbourne Anarchist Communist Group (MACG) – Αυστραλία
☆ Organización Anarquista de Córdoba (OAC) – Αργεντινή
☆ Organización Anarquista de Tucumán (OAT) – Αργεντινή
☆ Organisation Socialiste Libertaire (OSL) – Ελβετία
☆ Union Communiste Libertaire (UCL) – Γαλλία
☆ Zabalaza Anarchist Communist Front (ZACF) – Νότια Αφρική

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Catalŕ Ελληνικά Deutsch



Les victoires de l

Les victoires de l'avenir naîtront des luttes du passé. Vive la Commune de Paris !

History of anarchism

Fri 07 May, 13:07

browse text browse image

first_may.jpg image1η Μάη 1886-1986: Ένας αιών ... May 04 19:07 by Για τη Συγκρότησης Ένωση Αναρχ. Εργατών 0 comments

179551862_10225905121639938_2603223508020675646_n.jpg image1η Μάη: Γιατί δεν ήτ... May 01 07:32 by Dmitri 0 comments

houmerianos1.jpg imageΑναρχισμός και κ_... Apr 02 07:22 by Μανώλης Χουμεριανός 0 comments

salvador.jpg imageBook Review: ‘Salvador Puig Antich’ Mar 28 12:25 by LAMA 0 comments

photo_20210318_132700.jpg imageΖήτω η Παρισινή Κ ... Mar 18 18:43 by Διάφορες αναρχικές οργανώσεις 0 comments

paris_communestatementca2.png imageLes victňries del futur floriran de les lluites del passat.Visca la Comuna de París! Mar 18 18:33 by Diverses organitzacions anarquistes 0 comments

paris_communestatementde2.png imageDie Siege der Zukunft werden aus den Kämpfen der Vergangenheit erwachsen! Lang lebe die Pa... Mar 18 17:51 by Verschiedene anarchistische Organisationen 0 comments

paris_communestatementfr2.png imageLes victoires de l'avenir naîtront des luttes du passé. Vive la Commune de Paris ! Mar 18 17:01 by Diverses organisations anarchistes 0 comments

paris_communestatementit2.png imageLe vittorie del futuro fioriranno dalle lotte del passato! Viva la Comune di Parigi! Mar 18 16:49 by Varie organizzazioni anarchiche 0 comments

paris_communestatementeng2.png imageThe victories of the future will flourish from the struggles of the past! Long live the Pa... Mar 18 16:20 by Various anarchist organisations 0 comments

kronstadt_catalan.jpeg image100 anys de l'aixecament de Kronstadt: Recordar significa lluitar Mar 01 20:00 by Diverses organitzacions anarquistes 0 comments

kronstadt_english_1.jpeg image100 Years Since the Kronstadt Uprising: To Remember Means to Fight! Mar 01 19:09 by Various anarchist organisations 0 comments

photo_20210301_172855.jpg image100 ans depuis le soulčvement de Cronstadt: la meilleure maničre de se souvenir, c’est de ... Mar 01 16:10 by Diverses organisations anarchistes 0 comments

kronstadt_deutsch.png image100 Jahre nach dem Aufstand von Kronstadt: Erinnern heißt kämpfen! Mar 01 00:59 by Verschiedene anarchistische Organisationen 0 comments

kronstadt_italiano.jpeg image100 anni dalla rivolta di Kronstadt: ricordare significa lottare! Mar 01 00:47 by Varie organizzazioni anarchiche 0 comments

kronstadt_greek.jpeg image100 χρόνια από την εξ... Mar 01 00:34 by Διάφορες αναρχικές οργανώσεις 0 comments

kronstadt_castellano.jpeg image100 ańos del levantamiento de Kronstadt: Recordar es luchar Mar 01 00:25 by Vários organizaciones anarquistas 0 comments

transatlantic.jpg imageΔιατλαντικό Αναρ... Jan 23 19:15 by Morris Brodie* 0 comments

Από την εξέγερση στο Κρούσεβο imageΑναρχική παράδοσ... Jan 13 19:25 by Trivo Indic* 0 comments

kim_jwajin.jpg imageBaekyao, “Ο Μαχνό της Kορέ^... Jan 07 20:13 by Dmitri (μετάφραση) 0 comments

skirda.jpg imageΈφυγε ο Alexandre Skirda Dec 31 18:08 by Dmitri (translation) 0 comments

xmas_kropotkin.jpg imageΗ σχέση μεταξύ Κρ ... Dec 28 18:42 by Ruth Kinna 0 comments

max_stirner1200x900cropped.jpg imageSelf and Others: Max Stirner and Revolutionary Anarchism Dec 15 14:13 by Wayne Price 0 comments

alexei_alexeivich_olonetsky.jpg imageAlexei Alexeivich Olonetsky (1893-1964) Nov 28 16:46 by Nick Heath 0 comments

ciriaco_duarte.jpg imageCiriaco Duarte - Ο αναρχισμός σ... Oct 17 20:56 by Paul Sharkey 0 comments

.jpg imageΗ Αναρχική Κομμο`... Oct 06 19:29 by Percy Hill* 0 comments

daf_ag9e8zk.jpg imageΑναρχισμός στην \... Sep 25 21:47 by Dmitri (translation) 0 comments

textSeptember 2020 Kate Sharpley Library Bulletin online Sep 23 19:08 by KSL 0 comments

tne_three_roses.jpg imageΤα τρία τριαντάφ`... Sep 20 19:19 by Dmitri (translation, editing) 0 comments

bfe4f243a8e9af091bf522fcee239347.png image“Biennio Rosso-Η Κόκκινη Διετ&... Sep 17 20:15 by Ortus 0 comments

more >>
© 2005-2021 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]