user preferences

Ιταλοί αναρχικοί και ριζοσπάστες στην Αυστραλί^

category Ινδονησία / Φιλιππίνες / Αυστραλία | Αναρχική Ιστορία | Γνώμη / Ανάλυση author Saturday March 12, 2011 16:57author by Dmitri - MACG (personal capacity)author email ngnm55 at gmail dot com Report this post to the editors

Μια συνοπτική παρουσίαση

Το κείμενο αυτό δεν είναι η μόνη συνοπτική ιστορία των Ιταλών αναρχικών και της δράσης τους στην Αυστραλία. Υπάρχει ακόμα αρκετό υλικό που περιμένει μετάφραση, αποδελτίωση κ.λπ., οπότε στο μέλλον θα εμφανιστύν περισσότερα πάνω στο ζήτημα.
carmagnola01.jpg

ΟΙ ΑΠΑΡΧΕΣ

Το 1860 μια ομάδα Ιταλών χτιστών πέτρας από το Πεδεμόντιο, που εργάζονταν 10 ώρες την ημέρα στην κατασκευή μιας σιδηροδρομικής γραμμής, απέργησαν για το 8ωρο. Δύο συνελήφθησαν και καταδικάστηκαν σε ολιγοήμερη φυλάκιση. Όταν έκαναν έφεση, ο Ιταλός πρόξενος στην Αυστραλία τους συμβούλευσε να μην καταφεύγουν σε “βλακώδεις πράξεις” (…) Ήταν, μάλλον, η πρώτη εμφάνιση ριζοσπαστικής πράξης από Ιταλούς στην Αυστραλία.

Αρκετοί Ιταλοί είχαν έρθει στην Αυστραλία ως χρυσοθήρες. Ένας από αυτούς ήταν και ο Raffaello Carboni, ο οποίος έμελλε να ηγηθεί, μαζί με άλλους, της εξέγερσης του Eureka. Ο ίδιος έγραψε αργότερα ένα ογκώδες βιβλίο όπυ εξιστορεί τα συμβάντα στην εξέγερση.

Μερικοί Ιταλοί ήσαν γαριβαλδινοί και πολιτικοί πρόσφυγες των κινημάτων του 1848. Ένας από αυτούς ήταν ο φιλελεύθερος Girolamo Carandini, από τη Μόδενα, ο οποίος έφτασε στο Χόμπαρτ της Τασμανίας το 1843 και το 1845 μετακόμισε στο Σίδνει, όπου ένα χρόνο μετά έγραψε και ανέβασε την ριζοσπαστική όπερα “Αττίλα”.

Ένας άλλος πολιτικός πρόσφυγας ήταν ο Gian Carlo Asselin, από τη Νάπολι, που είχε πάρει μέρος στην επανάσταση του 1848 και έγινε τελικά υποπρόξενος της Ιταλίας στο Σίδνεϊ το 1861.

Ένας τρίτος ήταν ο κατάδικος Samvele Giorgetti από το Βιαρέτζιο.

Είναι ιστορικά, επίσης, διαπιστωμένο ότι Ιταλοί εργάστηκαν σκληρά και στις φυτείες ζαχαροκάλαμου στο Κουίνσλαντ.

Υπήρχε και ένας αριθμός Ιταλών που δεν ήταν εργάτες ή αγρότες αλλά μορφωμένοι και διανοούμενοι. Ένας από αυτούς ήταν και ο Fransesco Sceusa, ο οποίος φέρεται ως ο ηγέτης μιας ομάδας 70 περίπου Ιταλών αναρχικών και σοσιαλιστών που ζούσαν και δρούσαν στη Μελβούρνη και το Σίδνεϊ.

Ο FRANSESCO SCEUSA

Ο Fransesco Sceusa γεννήθηκε το 1851 στο Τράπανι, όπου ίδρυσε τη σοσιαλιστική εφημερίδα “Lo Scarafaggio” (“Ο Σκαραβαίος”) που την έκλεισαν οι Αρχές σχεδόν αμέσως, και το 1876 ίδρυσε εκεί τμήμα της Α’ Διεθνούς. Το 1877, μετά από ένα περιπετειώδες ταξίδι, ήρθε στην Αυστραλία μέσω Ινδίας, Σιγκαπούρης και Νότιας Κίνας. Κατέληξε στο Σίδνεϊ, όπου τον Μάη του 1879 βρήκε δουλειά ως κρατικός γραφέας. Το πολιτικό πεδίο ανάμεσα στους Ιταλούς (περίπου 500 τότε σε όλη την αυστραλιανή επικράτεια) ήταν πολύ διαφορετικό από ό,τι στην Ιταλία.

Ο Sceusa έγινε μέλος μιας μασονικής στοάς, και με τη βοήθεια μερικών πρώην κομμουνάρων του Παρισιού που είχαν απελευθερωθεί από τη Νέα Καληδονία και είχαν καταφύγει στο Σίδνεϊ, ίδρυσαν το International Socialist Club (Διεθνή Σοσιαλιστική Λέσχη), την πρώτη σοσιαλιστική ομάδα στην Αυστραλία, μια βραχύβια πειραματική οργάνωση μιας και τα μέλη της αντιμετώπιζαν προβλήματα με την αγγλική γλώσσα, ενώ δεν έχαιραν της υποστήριξης του οργανωμένου εργατικού συνδικαλιστικού κινήματος. Αργότερα, ο ίδιος ίδρυσε διάφορες ιταλικές αλληλοβοηθητικές οργανώσεις.

Το 1882 οργάνωσε πολιτικό μνημόσυνο για τον Γαριβάλδη με συμμετοχή 10.000 κόσμου. Κυκλοφόρησε, επίσης, την καθημερινή σοσιαλιστική εφημερίδα “Avanti” (“Εμπρός”). Έγραψε λογοτεχνικο-ιστορικά βιβλία και μπροσούρες όπου στηλίτευε τις διακρίσεις σε βάρος των μεταναστών στην Αυστραλία. Αναμείχθηκε, ακόμα, στην Australian Socialist League (Αυστραλιανή Σοσιαλιστική Λίγκα – από τις οργανώσεις-προδρόμους του Κομμουνιστικού Κόμματος Αυστραλίας) και το 1893 ήταν αντιπρόσωπος των Αυστραλών σοσιαλιστικών οργανώσεων σε συνέδριο στη Ζυρίχη. To 1908 επέστρεψε στην Ιταλία και το 1919 πέθανε στο Τράπανι.

Μερικοί ακόμα γνωστοί Ιταλοί διανοούμενοι ήταν ο σοσιαλιστής συγγραφέας Pietro Munari, ο αναρχικός δάσκαλος Adalgiso Fiocchi, από το Μιλάνο ο οποίος δίδασκε ιταλικά στη Μελβούρνη, οι εκδότες εφημερίδων Carlo Bentivoglio από το Τορίνο και Giuseppe Prampolini από τη Μόδενα και οι γιατροί Quinto Ercole από το Τεράμο και Divo De Marco από το Καμερίνο.

ΙΔΡΥΣΗ ΟΡΓΑΝΩΣΕΩΝ

Στα τέλη της δεκαετίας του 1890 στο Σίδνεϊ σοσιαλιστές και αναρχικοί ίδρυσαν την Italian Workers’ Welfare Society (Ιταλικός Εργατικός Σύνδεσμος Πρόνοιας), έναν εργατικό αλληλοβοηθητικό σύνδεσμο, που, όμως, έκανε κυρίως πολιτική δουλειά, οργανώνοντας δραστηριότητες εναντίον των επίσημων εκπροσώπων της Ιταλίας στην Αυστραλία. Μάζευαν ακόμα χρήματα για τα θύματα της εξέγερσης του Μιλάνου του 1898, όταν ο ιταλικός στρατός άνοιξε πυρ και σκότωσε 200 και τραυμάτισε 1.000 άτομα.

Στις αρχές του 20ού αιώνα ζούσαν περίπου 8.000 Ιταλοί στην Αυστραλία. Η τότε ισχύουσα μεταναστευτική νομοθεσία (Immigration Restriction Act No 17 του 1901) απαγόρευε την είσοδο στη χώρα αγράμματων μεταναστών. Το Εργατικό Κόμμα και τα συνδικάτα (που είχαν ιδρύσει το πρώτο) ήσαν αρκετά εχθρικοί στην έλευση μεταναστών. Το 1900 ο γενικός πρόξενος της Ιταλίας στην Αυστραλία Parquale Corte, συμβούλευσε την ιταλική κυβέρνηση να μην επιτρέπει τη μετανάστευση Ιταλών εργατών στην Αυστραλία.

ΑΝΤΙ-ΙΤΑΛΙΚΕΣ – ΑΝΤΙΜΕΤΑΝΑΣΤΕΥΤΙΚΕΣ ΕΚΔΗΛΩΣΕΙΣ

Το 1904 σημειώθηκαν αντι-ιταλικές εκδηλώσεις, με το Εργατικό Κόμμα και τα συνδικάτα να κατηγορούν τους Ιταλούς ως “απεργοσπάστες”. Στο Βόρειο Κουίνσλαντ όταν οι Ιταλοί έπρεπε να αντικαταστήσουν τους Κανάκ στις φυτείες ζαχαροκάλαμου, οι ιθύνοντες του Εργατικού Κόμματος έγραψαν στους ομοϊδεάτες τους του Ιταλικού Σοσιαλιστικού Κόμματος λέγοντάς τους να κάνουν ό,τι είναι δυνατόν για να μην έρχονται Ιταλοί εργάτες στην Αυστραλία.

Ακόμα και σοβαροί και γνωστοί σοσιαλιστές ηγέτες του συνδικαλιστικού κινήματος όπως οι William Lane και William Spence καθώς και ο Εργατικός πρωθυπουργός John Watson, τάσσονταν ανοιχτά εναντίον της μετανάστευσης, το ίδιο και εφημερίδες όπως το “Bulletin” και το “Smith’s Weekly”. Ωστόσο, το 1900 ήρθαν στην Αυστραλία αρκετοί Ιταλοί ως χρυσοθήρες.

Οι πρώτες ιταλικές εφημερίδες στην Αυστραλία ήταν οι “Uniamoci” (“Ας Ενωθούμε”), σοσιαλιστική εφημερίδα από τον Giuseppe Prampolini (ο οποίος επέστρεψε στην Ιταλία το 1904 και έπαιξε μεγάλο ρόλο στο σοσιαλιστικό κίνημα) το1903 στο Σίδνεϊ και ακολούθησε το 1905 η Italo-Australiano, που σταμάτησε την κυκλοφορία της το 1909 και η «Oceania» (στο διάστημα 12/7/1913-13/2/1915).

Στις 12 Αυγούστου 1919 έχουμε τα γνωστά ρατσιστικά και αντιμεταναστευτικά γεγονότα στο Kalgoorlie της Δυτικής Αυστραλίας, κατά τα οποία 4 Ιταλοί συνελήφθησαν, σημειώθηκαν επιθέσεις κατά ιταλικών καφέ κ.λπ.

ΑΝΤΙΦΑΣΙΣΤΙΚΗ ΚΙΝΗΤΟΠΟΙΗΣΗ

Οι Ιταλοί σοσιαλιστές, κομμουνιστές και αναρχικοί στην Αυστραλία ήσαν ενωμένοι και δρούσαν από κοινού στο αντιφασιστικό ζήτημα. Ένας από τους στόχους τους ήταν η εφημερίδα Italo-Australiano που ήταν φασιστική και φιλομουσολινική.

Τον Μάρτη του 1925 έχουμε το πρώτο στην Αυστραλία ιταλικό αντιφασιστικό συλλαλητήριο στο Βόρειο Κουίνσαλντ. Το συλλαλητήριο έγινε γιατί αφίχθηκαν εκεί τρεις φασίστες από την Μαντούα και αντιμετωπίστηκαν από τους μετανάστες. Στο μεταξύ, το 1923 έγινε απόπειρα ίδρυσης ιταλικού φασιστικού κόμματος στην Αδελαΐδα και τη Μελβούρνη, κάτι που κατορθώθηκε τελικά με την ίδρυση του πρώτου τμήματος στη Μελβούρνη το 1926 με την παρουσία 400 Ιταλών. Μέχρι το 1928 ιδρύθηκαν και άλλα φασιστικά ιταλικά τμήματα σε όλη την Αυστραλία.

Ο FRANSESCO CARMAGNOLA

Ο πιο γνωστός και δυναμικός Ιταλός αναρχικός στην Αυστραλία ήταν ο Fransesco Carmagnola, ο οποίος αναγκάστηκε να φύγει το 1922 από την Ιταλία λόγω της διαμάχης του με τους φασίστες. Στην Αυστραλία έγινε αμέσως γνωστός και τον παρακολουθούσε συνεχώς η αστυνομία και οι Ιταλοί φασίστες. Το 1927 ίδρυσε την εφημερίδα “Il Risveglio”, που απαγορεύτηκε το 1928, αλλά τον Γενάρη του 1929 κυκλοφόρησε η “La Riscossa” (που σταμάτησε την κυκλοφορία της τον Νοέμβρη του 1932). Η δεύτερη αυτή εφημερίδα ήταν και η πιο σημαντική, καθώς διένειμε χιλιάδες τεύχη στην Αυστραλία και σε συνδρομητές στην Γαλλία, τις ΗΠΑ, χώρες της Νότιας Αμερικής και Νότια Αφρική. Διανεμόταν ακόμα και σε χώρους που ελέγχονταν από τους φασίστες. Το 1931 ο Carmagnola κατάφερε να τη διακινήσει και σε Ιταλούς ταξιδιώτες στην Αυστραλία.

Το 1928 ο ίδιος ήταν από τους ιδρυτές του αντιφασιστικού Matteotti Club που ένωσε σοσιαλιστές και αναρχικούς, παίρνοντας το όνομά του από τον σοσιαλιστή ηγέτη που δολοφονήθηκε από τους φασίστες στη Ρώμη τον Ιούνη του 1924. Περίπου 800 μέλη και συμπαθούντες έπαιρναν μέρος στις διάφορες εκδηλώσεις και αρκετοί από αυτούς διψούσαν για αντιφασιστική δράση. Στις 2 Φλεβάρη 1929 όταν στο Auditorium της Μελβούρνης στη διάρκεια προβολής ταινίας όπου ο Μουσολίνι μιλούσε στον αμερικανικό λαό, ο Carmagnola και μερικοί άλλοι διέκοψαν βίαια το σόου.

Προηγουμένως, τον Νοέμβρη του 1928 στο Ingham του Κουίνσλαντ αντιφασίστες συγκεντρώθηκαν έξω από οίκημα όπου μιλούσε ο ιερέας Salza και πέταξαν πέτρες στην τσίγκινη οροφή προκαλώντας πανικό στο ακροατήριο.

Αλλά το πιο σημαντικό επεισόδιο συνέβη στις 27 Οκτώβρη 1929 στην οδό Russell της Μελβούρνης, όταν 150 περίπου Ιταλοί φασίστες, φορώντας μαύρα πουκάμισα, γιόρτασαν την έβδομη επέτειο της Πορείας στη Ρώμη όταν δέχτηκαν επίθεση από τον Carmagnola και άλλους και αρκετοί φασίστες τραυματίστηκαν. Τα νέα έφτασαν στο Σίδνεϊ όπου οι εκεί Ιταλοί φασίστες από φόβο ανέβαλαν τη δική τους γιορτή.

Τα χρόνια 1928-1932 ήταν τα καλύτερα για τους αντιφασίστες μιας και η τότε Εργατική κυβέρνηση του Scullin φαινόταν να είναι πιο φιλική προς αυτούς.

Ο Carmagnola και οι σύντροφοί του επιτέθηκαν το 1931 στο Ingham στον Ιταλό υποπρόξενο Mario Melano, συνελήφθησαν και παραπέμφθηκαν σε δίκη όπου ο Carmagnola ύμνησε τις ιδέες του και αθωώθηκε.

Από το 1932 και μετά το αντιφασιστικό υποχώρησε, αν και ο φασισμός είχε βρει υποστηρικτές και ανάμεσα σε Αυστραλούς πολιτικούς.

Το τελευταίο επεισόδιο σημειώθηκε τον Φλεβάρη του 1938, όταν ο Carmagnola και οι σύντροφοί του ανέβηκαν σε ένα ιταλικό πλοίο για να κάνουν προπαγάνδα, αλλά εκεί ένας σύντροφος συνελήφθη από το πλήρωμα και κακοποιήθηκε. Το γεγονός προκάλεσε σάλο και ο Carmagnola οργάνωσε μαχητική διαδήλωση 12.000 ατόμων που έκαιγαν ομοιώματα του Μουσολίνι.

Η κυβέρνηση της Αυστραλίας και οι Αρχές μισούσαν τους φτωχούς Ιταλούς μετανάστες επειδή η Ιταλία ήταν με το μέρος του Άξονα στο Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Έκαναν τα πάντα εναντίον τους, επισκέψεις μυστικής αστυνομίας σε σπίτια Ιταλών κομμουνιστών και άλλων ριζοσπαστών απ’ όπου προέβαιναν σε κατασχέσεις βιβλίων και διαφόρων προπαγανδιστικών υλικών, συλλήψεις, φυλακίσεις και άλλα.

Τον Ιούλη του 1940 στο Σίδνεϊ ο Carmagnola συνελήφθη επειδή μοίραζε προκηρύξεις κρατώντας ένα πλακάτ που έγραφε “Δεν είναι όλοι οι Ιταλοί φασίστες”. Στο διάστημα 1940-1943 η Αυστραλία είχε ταχθεί ανοιχτά με το μέρος των Ιταλών φασιστών.

Τα μετέπειτα χρόνια είχαμε εξεγέρσεις Ιταλών από κοινού με άλλους μετανάστες στο κέντρο υποδοχής μεταναστών Μπονεγκίλα το 1952. Επίσης, τον Οκτώβρη του ίδιου χρόνου 200 Ιταλοί εξεγέρθηκαν στα μεταναστευτικά κέντρα Villawood και Matraville, στο Σίδνεϊ, έκαναν πορεία στο Ιταλικό προξενείο και συγκρούστηκαν με την αστυνομία. Δέκα αστυνομικοί τραυματίστηκαν ελαφρά και συνελήφθηκαν πέντε Ιταλοί που παραπέμφθηκαν σε δίκη.

Σύμφωνα με στοιχεία του Peter Sheldon στο τεύχος 26, Απρίλης-Μάης 1986, του αναρχοσυνδικαλιστικού περιοδικού του Σίδνεϊ «Rebel Worker» -που έχει επίσης αναδημοσιευτεί και σε αυστραλιανές αναρχικές ιστοσελίδες- ο Francesco Carmagnola γεννήθηκε το 1900 στην επαρχία της Vicenza, της βόρειας Ιταλίας και αναμείχθηκε στο αναρχικό κίνημα σε νεαρή ηλικία. Υπηρέτησε τη στρατιωτική του θητεία στη Bologna όπου συμμετείχε αρκετά ενεργά στο τοπικό κίνημα της περιόδου του κινήματος των καταλήψεων των εργοστασίων και τη γενικότερης κοινωνικής εξέγερσης (αρχές δεκαετίας 1920).

Για τη δραστηριότητά του αυτή καθώς και για την προπαγάνδα του στις τάξεις του στρατεύματος, ο στρατός τον τοποθέτησε σε ένα ειδικό τμήμα όπου είχαν καταταχθεί οι πολιτικά «ύποπτοι». Μετά την απόλυσή του από το στρατό, άρχισε να συμμετέχει ξανά σε εργατικές απεργίες και κινητοποιήσεις στην γενέτειρά του, σε αντιφασιστικές κινητοποιήσεις, μέχρι που, τελικά, αναγκάστηκε να μεταναστεύσει στην Αυστραλία το 1922.

Στην Αυστραλία εργάστηκε, αρχικά, στην κοπή ζαχαροκάλαμων στο βόρειο Queensland, ενώ μετέπειτα εργάστηκε σε διάφορα εργοστάσια στο Σίδνεϊ και τη Μελβούρνη. Με τον ερχομό του στην Αυστραλία, ο Frank αναμείχθηκε σοβαρά και δραστήρια στην αντιφασιστική δραστηριότητα στους κόλπους των Ιταλών μεταναστών. Με μια ομάδα αρκετά αφοσιωμένων συντρόφων, αρκετοί από τους οποίους ήταν αναρχικοί, αντιμετώπιζε ενεργητικά τους φασίστες που δρούσαν επίσης στους κόλπους της ιταλικής παροικίας. Η δραστηριότητα αυτή είχε ως αποτέλεσμα παρενοχλήσεις από την αυστραλιανή αστυνομία η οποία λάμβανε, επίσης, οδηγίες, για σύλληψη και απέλαση του Carmagnola και των συντρόφων του, εκ μέρους της ιταλικής αστυνομίας.

Ο Carmagnola προσπάθησε, επίσης, να δημιουργήσει μια σθεναρή αντιφασιστική παρουσία φέρνοντας σε επαφή τους Ιταλούς αντιφασίστες, κομμουνιστές και αναρχικούς, με κύκλους της γενικότερης αυστραλιανής αριστεράς. Αν και έως ένα βαθμό το σχέδιό του αποδείχθηκε επιτυχημένο, ωστόσο ο ίδιος διατήρησε την αναρχική του κατεύθυνση. Πάντα παρουσίαζε και προωθούσε τις αναρχικές του πεποιθήσεις τόσο σε ομιλίες όσο και κείμενά του στις εφημερίδες που κυκλοφόρησε ο ίδιος στην Αυστραλία όπως την «Il Risveglio» («Η Αφύπνιση») και ειδικότερα την «La Riscossa» («Η Εξέγερση») 1929-33. Αντιστάθηκε σε απόπειρες των Κομμουνιστικών Κομμάτων Αυστραλίας και Ιταλίας να θέσουν υπό τον έλεγχό τους διάφορες πρωτοβουλίες. Ήταν αρκετά εχθρικός προς την ΕΣΣΔ και αναφερόταν πάντα σ’ αυτήν ως μια νέα τυραννία, έναν «κόκκινο φασισμό», ενώ διακήρυσσε πάντα ότι οι αντιφασιστικοί και εργατικοί αγώνες έπρεπε να ενοποιήσουν ολόκληρη την εργατική τάξη ανεξάρτητα από κομματικές πεποιθήσεις.

Η πιο σπουδαία αντιφασιστική του πρωτοβουλία ήταν η ίδρυση της Λέσχης Mateotti (Mateotti Club) στη Μελβούρνη το 1927, της οποίας έγινε γραμματέας. Η Λέσχη αυτή αποδείχθηκε μεγάλη κοινωνική, πολιτική και πολιτιστική επιτυχία κυρίως εξαιτίας των δικών του πρωτοβουλιών και ενεργητικότητας. Με τη διάλυση της Λέσχης, εξαιτίας της μεγάλης κρίσης του 1930, επέστρεψε στο βόρειο Queensland, όπου σημειώθηκε ίσως η μεγαλύτερη και πιο αξιοσημείωτη συνεισφορά του στους εργατικούς αγώνες στην Αυστραλία, μιας και καθοδήγησε τη μεγάλη απεργία των κοπτών ζαχαροκάλαμου στο Ingham το 1934. Αναγκάστηκε, όμως, να επανέλθει στη Μελβούρνη μετά το μποϋκοτάζ των αφεντικών στο Queensland.

Από το 1936 επιδόθηκε εκ νέου στην αντιφασιστική προπαγάνδα. Το 1938 οργάνωσε στη Μελβούρνη τη διανομή αντιφασιστικών φυλλαδίων στα ιταλικά πλοία που αγκυροβολούσαν στο λιμάνι. Οι ναύτες του στρατιωτικού πλοίου «Montecuccoli», επιτέθηκαν άγρια σ’ έναν Ιταλό οδηγό ταξί νομίζοντας ότι ήταν ο Carmognola. Η επίθεση αυτή ξεσήκωσε τα αντιφασιστικά στοιχεία της ιταλικής παροικίας και δύο μέρες αργότερα έγινε μια διαδήλωση 12.000 περίπου ατόμων, στην οποία μίλησε ο ίδιος ο Carmognola.

Με το ξέσπασμα του πολέμου και με αφορμή τη συμμαχία της Ιταλίας με τον Χίτλερ, οι περισσότερες δραστηριότητές του είχαν στόχο να πειστούν οι δύσπιστοι Αυστραλοί ότι δεν ήσαν φασίστες όλοι οι Ιταλοί μετανάστες. Αρκετοί Ιταλοί συνελήφθησαν τότε και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης στα ενδότερα ως εχθροί. Η κυβέρνηση όμως, έβαλε μαζί στα ίδια στρατόπεδα φασίστες και αντιφασίστες και το 1942 ο Ιταλός μετανάστης Francesco Fantin, αναρχικός και φίλος του Frank, ξυλοκοπήθηκε άγρια μέχρι θανάτου από φασίστες συγκρατούμενούς του.

Μετά τον πόλεμο και καθώς γερνούσε και ήταν άρρωστος, ο Frank (όπως ήταν γενικότερα γνωστός) άρχισε να αποσύρεται σταδιακά από την ενεργό δράση. Ωστόσο, παρέμεινε πιστός στις αναρχικές ιδέες.

Στα τελευταία χρόνια της ζωή του ευχαριστιόταν να έρχεται σε επαφή με νέους οι οποίοι ενδιαφέρονταν γι’ αυτόν, το παρελθόν του και γενικά τις πολιτικές του απόψεις. Ο ίδιος, ανεξάρτητος και ενεργητικός, διέθετε μέχρι τέλος ανοιχτό και κριτικό μυαλό. Αν και δεν μπορούσε να εξηγήσει γιατί τόση πολύ προπαγάνδα και δράση από τους αγωνιστές της γενιάς του έφεραν τόσο λίγα αποτελέσματα, δεν κάμφθηκε από αυτό. Ένα χρόνο πριν πεθάνει είπε σε επισκέπτες στο σπίτι του (στο προάστιο Camden. κοντά στο Σίδνεϊ) ότι οι πολιτικοί του αγώνες ήταν μια ευχάριστη ασχολία στη ζωή του. Η σκυτάλη τώρα περνούσε στα «δισέγγονα».

Πέθανε στις 27 Φλεβάρη 1986, σε ηλικία 86 χρόνων, στο Σίδνεϊ. Τάφηκε όπως επιθύμησε, χωρίς παπάδες και προσευχές, αλλά με τις μαύρες σημαίες της ελευθερίας και το ιταλικό αναρχικό τραγούδι «Addio Lugano Bella».

O BORIS FRANTESCHINI

Ένας άλλος Ιταλός αναρχικός της Αυστραλίας ήταν ο Boris Franteschini, ένας από τους ενεργούς Ιταλούς αναρχικούς της Μελβούρνης. Η αφοσίωση και ο ενθουσιασμός του για τον αναρχισμό ήταν στοιχεία που διατήρησε μέχρι τις τελευταίες ώρες της ζωής του.

Σύμφωνα με τον S. Russell -που πήρε στοιχεία και πληροφορίες από τους Joe Toscano και Bruno Vannini- και δημοσίευσε σχετικό κείμενο στο τεύχος 7 (31), Οκτώβρης 1986, του αναρχοσυνδικαλιστικού περιοδικού του Σίδνεϊ «Rebel Worker», ο Boris Franteschini γεννήθηκε το 1914 στις ΗΠΑ από οικογένεια Ιταλών αναρχικών μεταναστών. Σε ηλικία 7 χρόνων επέστρεψε στην Ιταλία με την οικογένειά του. Το 1927, εξαιτίας της αυξανόμενης καταστολής στην Ιταλία από το φασιστικό καθεστώς η οικογένεια μετανάστευσε στην Αυστραλία και εγκαταστάθηκε στη Μελβούρνη.

Εργάστηκε κάποιο διάστημα στη φάρμα του πατέρα του στο Narre Warren και αργότερα ως ξυλοκόπος, μπετατζής και, τελευταία, ως μαρμαράς.

Στις δεκαετίες 1930 και 1940, ο Boris συμμετείχε ενεργά σε μια μεγάλη αναρχική ομάδα Ιταλών εξόριστων και μεταναστών στη Μελβούρνη. Η ομάδα αυτή παρέμβαινε κυρίως στους κόλπους της ιταλικής παροικίας, εκδίδοντας εφημερίδα και παίρνοντας μέρος στην αντιφασιστική δραστηριότητα. Παρείχε, επίσης, οικονομική και άλλη βοήθεια σε αναρχικούς του εξωτερικού, κυρίως της Ιταλίας και της Ισπανίας.

Με το θάνατο των μεγαλύτερων σε ηλικία μελών της ομάδας, ο Boris έγινε ο άνθρωπος-αναφορά της όλης κίνησης μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Στο διάστημα 1950-1965, η κίνηση αυτή των Ιταλών αναρχικών, με το όνομα Italian Anarchist Movement (Ιταλικό Αναρχικό Κίνημα) αριθμούσε γύρω στα 30 άτομα, η συντριπτική πλειοψηφία των οποίων ήσαν μετανάστες στην Αυστραλία.

Δυστυχώς, η δραστηριότητα της ομάδας ήταν απομονωμένη, γιατί οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες σ’ αυτή δεν μιλούσαν καλά αγγλικά και επίσης, την ίδια εποχή δεν υπήρχε στην ουσία οργανωμένο αυστραλιανό αναρχικό κίνημα, ενώ ανάμεσα στη δεύτερη και τρίτη γενιά Ιταλοαυστραλών το ενδιαφέρον για τον αναρχισμό ήταν σχεδόν μηδαμινό.

Η ομάδα συγκαλούσε μηνιαίες συνελεύσεις. Μάζευαν χρήματα για την ενίσχυση του αναρχικού Τύπου στην Ιταλία. Στην πιο ενεργή τους φάση μάζεψαν χιλιάδες δολάρια που τα έστειλαν στο αναρχικό κίνημα στην Ιταλία για την καλύτερη προπαγάνδιση των αναρχικών ιδεών. Βοήθησαν διάφορους αναρχικούς από το εξωτερικό, ειδικά πρόσφυγες από τη φρανκική Ισπανία. Ακόμα και σ’ αυτούς που έρχονταν στην Αυστραλία έδειχναν την αλληλεγγύη τους, με προσφορά φιλίας και κατευθύνσεων στη χώρα αυτή.

Ωστόσο, από το 1965 η ομάδα άρχισε να μειώνεται σε αριθμό μελών. Μερικά από τα μέλη της πέθαναν, άλλοι εγκαταστάθηκαν σε άλλα μέρη της Αυστραλίας ή επέστρεψαν στην Ιταλία. Με το θάνατο του Boris Franteschini, έμειναν μόνο 4 μέλη από την ομάδα, οι Amendu Ceccaroni, Jack Farrello, Raphaele Turco και Bruno Vannini. (σ.τ.μ.: Σήμερα, δεν υπάρχει κανείς από αυτούς. Ο τελευταίος επιζών ήταν ο Bruno Vannini που πέθανε μερικά χρόνια πριν).

Αν και η ομάδα διατηρούσε επαφές με Ισπανούς και Βούλγαρους αναρχικούς εξόριστους ή μετανάστες στην Αυστραλία, μόνο από το 1986 και έπειτα κατορθώθηκε μια κάποια σύνδεση με κύκλους του ντόπιου αυστραλιανού αναρχικού κινήματος (σ.τ.μ.: αποσπασματικά πάντως). Η επαφή αυτή άρχισε με τις εκδηλώσεις για τα 100 χρόνια του αυστραλιανού αναρχισμού που έγιναν το 1986 στη Μελβούρνη, για τις οποίες οι Ιταλοί αναρχικοί προσέφεραν αρκετά χρήματα για βοήθεια, ενώ ο Boris Franteschini με τον Bruno Vannini παρακολούθησαν και συμμετείχαν σε μερικές εκδηλώσεις, κυρίως ομιλίες και παρουσιάσεις.

Στις 3 Μάη 1986 και παρά την αρρώστια του, ο Boris Franteschini συμμετείχε στις εκδηλώσεις για τις οποίες ευχαριστήθηκε και για το λόγο ότι ανανέωσε παλιές του επαφές. Μέσω των επαφών αυτών, έγινε γνωστή η 60χρονη και πλέον παρουσία και δραστηριότητα των Ιταλών αναρχικών στην Αυστραλία και γεφυρώθηκε το γλωσσικό χάσμα.

Σήμερα, εξακολουθούμε να θυμόμαστε τον Boris Franteschini ως έναν γενναιόδωρο και ευφυέστατο αναρχικό, γεμάτο ενέργεια και ενθουσιασμό για τον κοινό μας αγώνα, που κράτησε τη φλόγα του αναρχισμού αναμμένη για αρκετές δεκαετίες σε ένα περιβάλλον συχνά εχθρικό σε τέτοιες ιδέες.

Ο Boris Franteschini, πέθανε στις 26 Αυγούστου 1986 από καρκίνο.

franteschini.jpg

lavanguardialibertaria.jpg

This page can be viewed in
English Italiano Deutsch
George Floyd: one death too many in the “land of the free”
© 2005-2020 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]