user preferences

Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος / Αναρχική Ιστορία / Γνώμη / Ανάλυση Friday April 02, 2021 07:22 byΜανώλης Χουμεριανός

Το αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η επιρροή και η δράση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών στην Πελοπόννησο στα τέλη του περασμένου αιώνα. Στην εργασία αυτή δεν εξαντλούνται ασφαλώς όλες οι παράμετροι του ζητήματος της συνάντησης των μικροϊδιοκτητών σταφιδοκαλλιεργητών με τις πρώτες αναρχο- σοσιαλιστικές ομάδες, κατά την περίοδο της σταφιδικής κρίσης του 1893-1905 και της κοινωνικής διαμαρτυρίας που την ακολούθησε. Ακόμα, δεν μπορεί να απα ντηθεί άμεσα στο ερώτημα, εάν και κατά πόσο αναπτύχθηκε εκείνη την περίοδο ένα κίνημα αγροτικού αναρχισμού, αντίστοιχο με εκείνα που παρατηρούνται σε περιό δους αγροτικών κρίσεων τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Λατινική Αμερική

Αναρχισμός και κοινωνική διαμαρτυρία στην Πελοπόννησο του ύστερου ΧΙΧ αιώνα

Μανώλης Χουμεριανός

Το αντικείμενο αυτής της εργασίας είναι η επιρροή και η δράση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών στην Πελοπόννησο στα τέλη του περασμένου αιώνα. Στην εργασία αυτή δεν εξαντλούνται ασφαλώς όλες οι παράμετροι του ζητήματος της συνάντησης των μικροϊδιοκτητών σταφιδοκαλλιεργητών με τις πρώτες αναρχο- σοσιαλιστικές ομάδες, κατά την περίοδο της σταφιδικής κρίσης του 1893-1905 και της κοινωνικής διαμαρτυρίας που την ακολούθησε. Ακόμα, δεν μπορεί να απα ντηθεί άμεσα στο ερώτημα, εάν και κατά πόσο αναπτύχθηκε εκείνη την περίοδο ένα κίνημα αγροτικού αναρχισμού, αντίστοιχο με εκείνα που παρατηρούνται σε περιό δους αγροτικών κρίσεων τόσο στην Ευρώπη, όσο και στην Λατινική Αμερική.1

Η φιλοδοξία αυτής της εργασίας περιορίζεται στο να διαγράψει τις διαδικασίες συγκρότησης των όρων που επέτρεψαν και, ως ένα σημείο, προκάλεσαν την σύγκλιση αναρχοσοσιαλισμού και αγροτικής διαμαρτυρίας. Ο ερευνητής της περιόδου και του αγροτικού κινήματος έχει να αντιμετωπίσει δύο σημαντικά προβλήματα: πρώτον, την έλλειψη ενός πλούσιου και ποικίλου υλικού2 και, δεύτερον, το γεγονός ότι η παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων στη διαμαρτυρία των σταφιδοπαραγωγών, δεν κατέχει πρωτεύουσα θέση στη θεματολογία των περισσότερων ιστορικών ερευνών.

Ένα προσωρινό οπωσδήποτε συμπέρασμα στο οποίο μπορεί να καταλήξει κανείς σχετικά με τις απόψεις που διατυπώθηκαν μέχρι σήμερα, είναι ότι οι θεωρήσεις που προτάθηκαν, αν και δεν υστερούν σε ό,τι αφορά την ποικιλία των πορισμάτων, κινούνται εν τούτοις σε παραπλήσια ερμηνευτικά πλαίσια ή τουλάχιστον δεν παρουσιάζονται να εκκινούν από ριζικά διαφορετικές θεωρητικές αφετηρίες. Η ερμηνεία του Γ. Κορδάτου είναι από τις πρώτες που διατυπώθηκαν και είναι χαρακτηριστική για τις αναλυτικές/θεωρητικές αφετηρίες που χρησιμοποιεί. Η ανάλυση του επικεντρώνεται ουσιαστικά στην αδυναμία ανάδειξης ενός κινήματος αγροτικού αναρχισμού με διάρκεια και μαζικότητα, γεγονός που αποδίδεται στα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της συνάντησης αναρχικών και σταφιδοκαλλιεργητών και τη συγκυρία: αποσπασματικές κινητοποιήσεις, μεμονωμένη παρέμβαση, αυθόρμητη και πρόσκαιρη συμμετοχή, κλπ.3

Αρκεί όμως η επίκληση των διαπιστώσεων αυτών, που αφορούν κυρίως το αποτέλεσμα της προσέγγισης αναρχοσοσιαλισιών και σταφιδοκαλλιεργητών, για να διερευνήσει κανείς τη δράση των αγροτών στο πλαίσιο της κοινωνικής διαμαρτυρίας της οποίας ήταν πρωταγωνιστές; Θα μπορούσε να πει κανείς ότι ο προσανατολισμός προς τα παραπάνω χαρακτηριστικά/αποτελέσματα της σύγκλησης και της συγκυρίας, υποβαθμίζει τη δυναμική που έχει η ίδια η κινητοποίηση σε περιόδους κρίσης. Η ανάλυση, λοιπόν, της συγκυρίας και του κινήματος των σταφιδοκαλ- λιεργητών, δεν μπορεί να αναδείξει το εύρος της ιστορικής δυναμικής, παρά μονά χα εστιάζοντας στις σχέσεις που συγκροτήθηκαν κατά τη διάρκεια της κοινωνικής διαμαρτυρίας και την στάθμιση της ιστορικής συγκυρίας στην ανάπτυξη και εξέλιξη του κινήματος.

Μ’ αυτήν την έννοια, θα πρέπει να αξιολογηθεί η μεταβατική περίοδος που διανύει η ελληνική κοινωνία και οικονομία της περιόδου και να επισημανθεί ο τύπος και ο ρόλος της σταφιδικής κρίσης. Στην ίδια κατεύθυνση θα πρέπει να σταθμιστεί και η σύγκλιση αναρχοσοσιαλιστών και αγροτών στο πλαίσιο μιας διερυμένπς κοινωνικής δυσαρέσκειας, ώστε τα προαναφερθέντα πορίσματα της έρευνας να μην κινδυνεύουν να θεωρηθούν απλά εργαλεία σύνδεσης των ιστορι κών γεγονότων με γενικά θεωρητικά πλαίσια, τα οποία έχουν ως αφετηρία την ιδεολογική στάση του συγγραφέα. Συνέπεια μιας τέτοιας οπτικής είναι η δυσκαμψία στην προσέγγιση των διαδικασιών δόμησης των κοινωνικών στρωμάτων και της συμπεριφοράς τους στο πλαίσιο ενός συστήματος κοινωνικών σχέσεων. Έτσι, οδηγούμαστε και στην αδυναμία διάκρισης των διαφόρων μορφών κοινωνικής δράσης, όπως αγροτικό κίνημα ή αγροτική διαμαρτυρία. 4

Πιό πρόσφατες έρευνες κατέδειξαν με περισσότερη σαφήνεια τα εξωτερικά χαρακτηριστικά της κοινωνικής διαμαρτυρίας στην περίοδο που επηρεάστηκε από την παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων ακόμα, εντόπισε χαρακτηριστικά ϊης πολιτικής παράδοσης των περιοχών της Δυτικής Πελοποννήσου και ιδίως τις δεκτικότητάς της στα ριζοσπαστικά ιδεολογικά ρεύματα της Δυτικής Ευρώπης, λόγω της γεωγραφικής γετνίασης με τα Ιόνια Νησιά και την Ιταλία.5 Παρ’ όλα αυτά, είναι εμφανής η απουσία αναλυτικών ερμηνειών των όρων που επέτρεψαν τη διαμόρ φωση των συγκεκριμένων εξωτερικών χαρακτηριστικών, και κυρίως, των συνθηκών πρόσληψης εκ μέρους των αγροτών των πολιτικοκοινωνικών αυτών ρευμάτων σ’ αυτή τη χρονική περίοδο. Το ερώτημα που θα μας απασχολήσει εδώ είναι, πώς άραγε γίνεται κατανοητός ο προπαγανδιστικός λόγος των πρώτων σοσιαλιστών και αναρχικών από τους μικροϊδιοκτήτες παραγωγούς και πώς, σε ορισμένες φάσεις της κοινωνικής διαμαρτυρίας, γίνεται εργαλείο έκφρασης και εκφοράς των αιτημάτων τους;

Οι απόψεις οι οποίες προβάλλουν την ασυμβατότητα ανάμεσα σε μια «ριζοσπαστική ιδεολογία» και σε κάποιες «ρεφορμιστικές ή μικροαστικές μάζες», όπως και εκείνες που επιχειρούν να αναδείξουν τον «επαναστατικό» ή «ανιεπαναστατικό» χαρακτήρα της κοινωνικής δράσης των σταφοδοπαραγωγών, επειδή υποκινήθηκε από ομάδες συγκεκριμένης ιδεολογικής τάσης, εμπεριέχουν από τη φύση τους μια αντινομία.6 Παραπέμπουν σε θεωρητικά και ερμηνευτικά πλαίσια, τα οποία αποδίδουν το περιεχόμενο της κοινωνικής δράσης μέσω του αποτελέσματος, χρησιμοποιώντας ως κριτήριο τη λογική ομοιοτήτων και ανομοιοτήτων που προκύπτει από την απλή περιγραφή των εξωτερικών της γνωρισμάτων. Ποικίλα είναι τα ερωτήματα που μπορεί να θέσει κανείς σε αυτό το σημείο κυρίως, εάν είναι δυνατόν να αναχθούν στο πώς προσλαμβάνουν οι φορείς της κοινωνικής δράσης -έτσι όπως οι ίδιοι την κατανοούν στο πλαίσιο της πραγματικότητας που βιώνουν- την έννοια της «εκλογίκευσης» της κοινωνίας τους «...με την κατάργηση μιας εξουσίας παράλογης» ή εκείνη της επαναστατικής ή μη-επαναστατικής δράσης με βάση την εκδήλωση βίαιων ή μη μορφών διαμαρτυρίας;

Εξάλλου, δεν θα πρέπει να μας δαφεύγει το γεγονός ότι οι κλίμακες αξιολόγησης της δράσης και τα κριτήρια νομιμοποίησής της, συγκροτούν και συγ κροτούνται σε ένα κοινωνικό πεδίο που χαρακτηρίζεται από διαρκή εξέλιξη και όχι από στασιμότητα. Το γεγονός αυτό καταδεικνύει τον ευμετάβλητο/δυναμικό χαρα κτήρα του και, συνεπώς, τη σημασία της συγκυρίας, αλλά και της ιστορικής συνέχειας. Αυτό που εμείς -ως παρατηρητές της ιστορίας, με όλη της σημασία της έννοιας- θεωρούμε ως «επαναστατικό», «ρεφορμιστικό ή μήη», αποτιμούμενο μέσω των εξωτερικών χαρακτηριστικών, δεν αποδίδει τη δυναμική της κοινωνικής δράσης και, κυρίως, τον τρόπο με τον οποίο προσλαμβάνεται και νοηματοδοτείται από τους φορείς της. Μόνο η διερεύνηση του πεδίου μέσα στο οποίο οι κοινωνικές σχέσεις συγκροτούνται και λειτουργούν δυναμικά -είτε μέσω της συνειδητοποίησης των όρων λειτουργίας τους, είτε μέσω της «παρερμηνείας» τους- φωτίζει τα ερεθίσματα, τα κίνητρα και κυρίως το νόημα που οι άνθρωποι αποδίδουν στη δράση τους.

Ο τρόπος με τον οποίο ο μικροϊδιοκτήτης σταφιδοπαραγωγός προσλαμβάνει το αίτημα της «εκλογίκευσης των παραλογιών της εξουσίας», ασφαλώς δεν συμπίπτει με εκείνο που ωθεί ορισμένους φιλελεύθερους στην πατρινή κοινωνία να ενστερνιστούν την αναρχική ιδεολογία, ως μη-άρνηση του κοινωνικού συστήματος ή το αντίθετο.7 Το πως εννοιολογείται ένα τέτοιου τύπου αίτημα από κοινωνικούς χώρους με διαφορετικές πολιτισμικές αναφορές (αγροτική/παραδοσιακή κοινωνία της υπαίθρου, αστικά μικροαστικά στρώματα της πόλης), εξαρτάται από τις ισχύουσες μορφές διαπραγμάτευσης, οι οποίες συνδέουν τον συγκεκριμένο χώρο και ρυθμίζουν τις σχέσεις του με τη διεθνή αγορά της σταφίδας.

Το ερώτημα που προκύπτει λοιπόν μπορεί να συνοψιστεί ως εξής: ποια είναι η επίδραση της συγκυρίας της κρίσης στον μηχανισμό διαπραγμάτευσης που στήριζε έως τότε την εύρυθμη εξέλιξη του μοντέλου; Μια πρώτη υπόθεση είναι ότι η δυσαρέσκεια και τα κοινωνικά αιτήματα των εξεγερμένων αγροτών βρίσκουν, στη συνάντησή τους με τους αναρχοσοσιαλιστές, μια επικοινωνιακή «διέξοδο», μέσω της υιοθέτησης και οικειοποίησης εκφραστικών κωδίκων που προσφέρονται από τον προπαγανδιστικό τους λόγο.

Επίσης, μπορεί να υποθέσει κανείς πως η οικειοποίηση των παραπάνω κωδίκων επιτυγχάνεται μέσω μιας διαδικασίας παρερμηνείας των νοημάτων που αποδίδει ο αναρχικός λόγος. Η διαδικασία αυτή επιτρέπει στους εξεγερμένους καλλιεργητές να προβάλουν μέσα από τον αναρχικό λόγο την αναγνωρίσιμη από τους ίδιους ηθική τάξη των πραγμάτων, τις κανονικότητες που αναγνωρίζουν και οι οποίες έχουν διασαλευτεί εξ αιτίας της κρίσης.

Σε αυτήν την περίπτωση, το αίτημα της «εκλογίκευσης», έτσι όπως μεταφέρεται από το αστικό περιβάλλον των Πατρών στην αγροτική κοινωνία, μπορεί να θεωρηθεί ως κίνητρο κοινωνικής δράσης, η οποία θα μπορούσε να έχει εκ των προτέρων συγκεκριμένους στόχους; Δηλαδή, είτε την αναπαραγωγή των έως τότε κυρίαρχων σχέσεων, είτε την ισχυροποίηση όρων ικανών να προκαλέσουν τον μετασχηματισμό τους. Τα ίδια ερωτήματα αναδεικνύονται σε σχέση με απόψεις που υποστηρίζουν πως βίαιες μορφές δράσης εκφράζουν συνολική άρνηση απέναντι σε ένα κοινωνικό/οικονομικό σύστημα. 8 Και το ερώτημα που προκύπτει πάλι είναι, εάν δεν μπορεί άραγε η κοινωνική διαμαρτυρία, που εκδηλώνεται με βίαιες μορφές δράσης, να εκφράζει κάποιες φορές την αντίδραση σε ανισορροπίες, οι οποίες προκαλούνται από τη συγκυρία της κρίσης και οι οποίες δεν μπορούν να αντι σταθμιστούν από τους μηχανισμούς αναπαραγωγής του συστήματος;

Για να διερευνήσουμε λοιπόν το περιεχόμενο και τους προσανατολισμούς της κοινωνικής δράσης και συγκεκριμένα με τη μορφή της κοινωνικής διαμαρτυρίας, θα πρέπει να διερευνήσουμε τη δυναμική και την εξέλιξη των κυρίαρχων σχέσεων. Η διερεύνηση του πεδίου μέσα στο οποίο αναδεικνύονται οι όροι που καθορίζουν τη διαμόρφωση, την αναπαραγωγή ή τη μεταβολή των σχέσεων αυτών, είναι απαραίτητη, διότι είναι ένα πεδίο που συνιστά και συγκροτεί επικοινωνία ή διαπραγμάτευση. Το πώς τώρα αυτοί οι όροι εκφράζονται, εξαρτάται από τη φύση/κατάσταση αυτού του πεδίου, τη συγκυρία, την ιστορική του διάσταση και τον ρόλο που έχει διαδραματίσει στον σχηματισμό ενός ευρύτερου κοινωνικοπολιτισμικού συστήματος. Μέσα σ’ αυτόν τον χώρο παράγονται οι λεκτικοί ή πραξεακοί κώδικες μέσω των οποίων διεκπεραιώνεται η διαπραγμάτευση, ως διαδικασία διατύπωσης αιτημάτων και απάντησής τους από την εξουσία, νοηματοδοτούνται τόσο η κοινωνική πραγματικότητα, όσο και οι συγκρουσιακές διαδικασίες σε περιόδους εκδήλωσης της κοινωνικής διαμαρτυρίας. Επειδή πρόκειται για ένα πεδίο που αναπαράγει τον μηχανισμό εσωτερικής συνοχής ενός συστήματος, γίνεται έτσι περισσότερο κατανοητή η δράση των ανθρώπων, καθώς επίσης και η βίωση των αποτελέσματά της από αυτούς τους ίδιους, αφού νοηματοδοτείται σε σχέση με το περιβάλλον στο οποίο δρούν.

Έτσι, διερεύνηση του επικοινωνιακού και, κατ’ επέκταση, του διαπραγματευτικού πεδίου, συσχετίζεται με την ανάλυση της πολιτισμικής υπόστασης του συγκεκρμένου αγροτικού χώρου, βάσει της οποίας διαμορφώνονται οι κυρίαρχες κοινωνικές σχέσεις στις περιοχές της σταφιδοκαλλιέργειας. Η σημασία του πεδίου αυτού έγκειται στο γεγονός ότι στους κόλπους του διατυπώνονται κοινωνικά μυνήματα, που εγγράφουν τη λειτουργικότητα των σχέσεων αυτών και οι οποίες με τη σειρά τους επιδρούν άμεσα στη δημιουργία των όρων σύγκλισης αγροτών και αναρχοσοσιαλιστών, στην πρόσληψη και τη εκφορά του αναρχοσοσιαλιστικού λόγου κατά την περίοδο κρίσης και κοινωνικής διαμαρτυρίας. Τα όρια αυτού του επικοινωνιακού πολιτισμικού πεδίου αναδεικνύουν τη συνάντηση του «παραδοσιακού» και του «σύγχρονου» στο πλαίσιο μιας αγροτικής διαμαρτυρίας. Έτσι, η ανάλυση κάτω από αυτά το πρίσμα πιθανόν να μας επιτρέπει να διαπιστώσουμε κατά πόσο η παρέμβαση των πρώτων αναρχοσοσιαλιστών γίνεται μέσον ενεργοποίησης των δυναμικών στοιχείων της παραδοσιακής εξέγερσης, που παραπέμπουν στη δυνατότητα αυτοσχεδιασμού που αφήνει κάθε «ζωντανή παράδοση». 9

Θα αναφερθούμε τώρα πολύ συνοπτικά στην ιστορική συγκυρία μέσα στην οποία εκδηλώθηκε η κοινωνική διαμαρτυρία των σταφιδοπαραγωγών. Η παρένθεση αυτή είναι απαραίτητη για να εξακριβώσουμε τη θέση των μικροκαλλιεργητών στο οικονομικοκοινωνικό μοντέλο στο οποίο μετείχαν, καθώς επίσης και τη δυνατότητά τους να διαπραγματευτούν τους όρους δράσης και αναπαραγωγής τους μέσα σ’ αυτό.

Η μονοεξαγωγική μορφή του σταφιδικού μοντέλου προκάλεσε την απόλυτη εξάρτησή του, από τη διεθνή αγορά. Κύριο χαρακτηριστικό της εξάρτησης υπήρξε η αστάθεια της ζήτησης σταθερών ποσοτήτων σταφίδας, με αποτέλεσμα τις διαρκείς αυξομειώσεις των τιμών. Η αρνητικές συνέπειες αυτής της συνθήκης ελαχιστοποιήθηκαν, έως τις αρχές τουλάχιστον της δεκαετίας του 1890, εξαιτίας των αυξημένων ποσοτήτων που κατανάλωναν κατ’ αρχάς η Αγγλία και μετέπειτα η Γαλλία. Η ξαφνική όμως πτώση της ζήτησης από το 1893 και έπειτα, είχε ως συνέπεια να μείνουν αδιάθετες τεράστιες προσότητες σταφίδας, όπως και την απότομη πτώση των τιμών.10

Η οικονομική και, γενικότερα, η κοινωνική κρίση εξαπλώνεται στις περισσότερες περιοχές της ΒΔ Πελοποννήσου με άμεσο αποτέλεσμα την όξυνση των κοινωνικών προβλημάτων και την ανάπτυξη του κινήματος διαμαρτυρίας των σταφιδοκαλλιεργητών. Τα αιτήματα των αγροτών επικεντρώνονται, α. στη λήψη μέτρων από το κράτος, β. στις αντιθέσεις που δημιουργούνται από την εφαρμογή των μέτρων κατά περιοχές, γ. στην απαλλαγή των παραγωγών από τα χρέη προς τους έμπορους/τοκογλύφους και, τέλος, στο να μη διωχθούν δικαστικά.

Η διαμαρτυρία εκφράζεται ουσιαστικά με δύο μορφές. Εκδηλώσεις διαμαρτυρίας με τη μορφή ένοπλων εξεγέρσεων παραδοσιακού αγροτικού τύπου, με άμεση συμμετοχή των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων που ανέπτυσσαν πλούσια δραστη ριότητα σε περιοχές όπως ο Πύργος και η Πάτρα. Επίσης, μέσω μορφών «σύγχρονης» συλλογικής διαπραγμάτευσης, όπου οι κύριοι πόλοι συσπείρωσης είναι οι Κτηματικοί ή Εμπορικοί Σύλλογοι και οι Επιτροπές Συλλαλητηρίων που ελέγχονται κυρίως από εκπροσώπους του επίσημου διαπραγματευτικού μηχανισμού αυτοί δεν είναι άλλοι από τους εμπόρους, μεγαλοκτηματίες ή ανθρώπους που ασκούν αστικά/ελεύθερα επαγγέλματα (δικηγόροι, γιατροί...) και συνδέονται με τον ένα ή τον άλλο τρόπο με τη σταφιδική οικονομία. 11

Η δράση αυτών που συμμετέχουν στους μηχανισμούς αυτούς εντοπίζεται κυρίως στα εξής: πρώτον, αναπαράγουν την εξάρτηση των μικροίδιοκτητών παραγωγών από τα κομματικά/πελατειακά δίκτυα στα οποία έχουν άμεση πρόσβαση. Ο «γενικευμένος κομματικός λόγος» που συναριάται με τη συνθήκη του δικομματισμού και εστιάζεται σε γενικές αντιθέσεις «αδιάφορες» για την παραδοσιακή τοπική κοινωνία, διαμεσολαβείται και συγκεκριμενοποιείται μέσω αυτών των παραγόντων, βάσει των τοπικών αναγκών και προοπτικών, ώστε να είναι άμεσα αναγνωρίσιμος και όχι αποξενωμένος στα όρια ιης αγροτικής τοπικής κοινωνίας. Δεύτερον, συστήνουν ένα διαπραγματευτικό πεδίο, μεταξύ των κεντρικών μηχανισμών λήψης αποφάσεων και των αγροτών, αφού οργανώνουν τα κοινωνικά αιτήματα και τις απαντήσεις των εξουσιαστικών κέντρων σε ένα επίπεδο αλληλοαναγνώρισης, γεγονός πολύ σημαντικό για ένα σύστημα σχέσεων όπου συνυπάρχουν παραδοσιακά στοιχεία και σύγχρονες μορφές κοινωνικής και πολιτικής οργάνωσης.

Με τον όρο «σύγχρονες μορφές κοινωνικής οργάνωσης» αναφερόμαστε στο πολύπλοκο δίκτυο οργάνωσης και διακίνησης του προϊόντος προς τη διεθνή αγορά και όχι συνολικά στη δομή της ελληνικής γεωργίας κατά τον 19ο αιώνα. Η αστάθεια που προκαλείται από την καταναλωτική συμπεριφορά των ξένων αγορών απαιτεί μια αντίστοιχη οργάνωση τόσο των παραγωγών, όσο και του θεσμικού πλαισίου που είχε οργανωθεί για την υποστήριξη της σταφιδικής οικονομίας. Για παράδειγμα, δεν υπήρχαν αγροτικοί συναιτερισμοί που θα παρέμβαιναν και θα αντιστάθμιζαν τις αυξομειώσεις των τιμών ή θα έλεγχαν τους τρόπους διακίνησης του προϊόντος. Οι Κτηματικοί Σύλλογοι αδυνατούσαν να διεκπαιρεώσουν την εγγραφή ίων ιδιαίτερων αγροτικών συμφερόντων στο ευρύτερο οικονομικό σύστημα ή να τα κατευθύνουν σε μια ευρύτερη αντιπαράθεση, όπου θα διεκδικούσαν ίδια, και συνεπώς, ανταγω νιστικά συμφέροντα. Ακόμα, δεν υπήρχε οργανωμένη αγροτική πίστη, όπου θα προγραμματιζόταν συγκεκριμένη δανειοδοτική πολιτική. Αντίθετα, σε όλη αυτή την περίοδο, διατηρούνται οι παραδοσιακοί όροι παραγωγής και εμπορίας, χωρίς να διατυπώνεται η βούληση για βελτίωση των τεχνικών μεθόδων καλλιέργειας, ενώ η τοπική οικονομία χαρακτηρίζεται από τον υψηλό βαθμό αυτοκατανάλωσης.

Θα μπορούσε να προκρίνει κανείς την πρόταση ότι η περίοδος ακμής και κρίσης του σταφιδικού μοντέλου είναι μια περίοδος μεταβατική. Η αγροτική μεταρρύθμιση του 1871, η οποία κατωχυρώνει ουσιαστικά από «τα πάνω» τους σταφιδοπαραγωγούς ως μικροίδιοκτήτες, δεν αλλοιώνει τα παραδοσιακά δομικά στοιχεία που προσδιορίζουν την κοινωνική ύπαρξη και αναπαραγωγή τους, σε ένα οικονομικοκοινωνικό σύστημα που θα απαιτούσε πολυπλοκότερες μορφές διαπραγ μάτευσης και κοινωνικής οργάνωσης, ιδίως εξαιτίας της εξάρτησής του από τη διεθνή αγορά.12

Έτσι, συναντούμε ένα, φαινομενικά τουλάχιστον, παράδοξο: η μεταρρύθμιση συνισιά ουσιαστικά μειονέκτημα για την ανάπτυξη ενός αυτόνομου κοινωνικού λόγου διαπραγμάτευσης εκ μέρους των αγροτών και τούτο για τρεις λόγους: κατ’ αρχήν, επειδή οι αγρότες δεν μετέχουν σε ένα εξελικτικό μετασχηματισμό του μοντέλου, γεγονός που θα αλλοίωνε και ίσως θα μετασχημάτιζε τους παραδο σιακούς όρους κοινωνικής συγκρότησης και αναπαραγωγής. Ακόμα, εξαιτίας του ότι τα κοινωνικά στρώματα (π.χ. εμπορικό κεφάλαιο) που επέβαλαν την μεταρρύθμιση δεν άσκησαν βίαιη πίεση προς την κατεύθυνση αλλοίωσης και μετασχηματισμού των όρων αυτών 13 Τέλος, η ανάγκη ενός διαπραγματευτικού μηχανισμού σε συνθήκες απότομων μεταρρυθμίσεων που αφορούν ζωτικές παραμέτρους γα τη ζωή των καλλιεργητών είναι άμεση (διακανονισμός τιμών, εξεύρεση κεφαλαίων για την παραγωγή, δανεισμός). Έτσι, αυτόν τον ρόλο αναλαμβάνουν οι παράγοντες εκείνοι που σχηματικά θα λέγαμε ότι είναι οι εκπρόσωποι της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης.

Ο μηχανισμός της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης έχει ως κύριο χαρακτηριστικό την ανθεκτικότητα απέναντι σε εντάσεις που προκαλούν τόσο οι αντιθέσεις στο εσωτερικό του, όσο και η γενικότερη αστάθεια του σταφιδικού μοντέλου.14 Οι παράγοντες που ενισχύουν την ανθεκτικότητα αυτή συσχετίζονται: πρώτον, με τη δυνατότητα που έχουν οι περισσότεροι εκπρόσωποι του μηχανισμού να παρεμβαίνουν στους οικονομικούς και πολιτικούς χώρους οι οποίοι τους εξασφαλίζουν τον έλεγχο και τη διαχείρηση του σταφιδικού συστήματος. Σε αυτό διευκολύνει η διαρκής κινητικότητα στο εσωτερικό του μηχανισμού, η οποία σχετίζεται με τη διαπλοκή ρόλων σε επαγγελματικό κοινωνικό και οικονομικό επίπεδο. Και, δεύτερον, με την αδυναμία των μικροϊδιοκτητών παραγωγών να συγκροτήσουν ένα αυτόνομο διαπραγματευτικό λόγο. 15 Το γεγονός αυτό προσανατολίζει την κοινωνική δράση των παραγωγών προς την ελαχιστοποίηση των πιέσεων που δέχονται από την επίσημη διαμεσολάβηση. Κατ’ αυτό τον τρόπο αφομοιώνονται από τον μηχανσιμό που συστήνουν οι εκπρόσωποί της και εντάσσονται ευκολότερα στη λογική της πολιτικής τους. Έμποροι, μεγαλοκτηματίες και όσοι άλλοι μετέχουν στον μηχανισμό αυτό, γνωρίζουν, σε αντίθεση με τους παραγωγούς, τους όρους διαπραγμάτευσης, λόγω της κοινωνικής τους θέσης και των προσβάσεων που έχουν στα πολιτικά και οικονομικά κέντρα. Από την άλλη πλευρά, οι αγρότες μετέχουν σε ένα «σύγχρονο» σύστημα σχέσεων, μέσω παραδοσιακών όρων αναπαραγωγής οι οποίοι μειώνουν τη δυνατότητά τους να διαπραγματευτούν ισότιμα τα συμφέροντά τους.

Ο μηχανισμός της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης μεταφέρει ουσιαστικά παραδοσιακού τύπου σχέσεις σε «σύγχρονα» πεδία διευθέτησής τους. Η απλή σχέση εξάρτησης του παραγωγού από του έμπορο, μεταφέρεται πλέον στον εμπορικό ή κτηματικό σύλλογο και διαμεσολαβείται από τους κομματάρχες, τους πολιτευτές ή τους τοπικούς βουλευτές. Πραγματοποιείται έτσι, η αυτικειμευικο- ποίηση ιης λειτουργίας ενός μοντέλου το οποίο εμφανίζεται ως σταθερό, ενώ από τη φύση του εμπεριέχει αντιφάσεις ικανές να προκαλέσουν κοινωνικές οξύνσεις. Η εικόνα της σταθερότητας εξασφαλίζει ουσιαστικά δύο πράγματα: αφ’ ενός μεν, την ανοχή των παραγωγών απέναντι στο μηχανισμό της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγμάτευσης- και, αφ’ ετέρου, την ενοποίηση της παραγωγικής/οικονομικής δραστηριότητας των καλλιεργητών στις σταφιδοφόρες ζώνες. Επιτυγχάνεται, δηλαδή, η οργάνωση ενός πεδίου συνοχής, στο οποίο εγγράφονται λειτουργικοί παράγοντες του μοντέλου, όπως ο διακανονισμός των ποσοτήτων παραγωγής, ο διακανονισμός των τιμών κατά ποιότητες, κλπ.

Η πρόσληψη της σταθερότητας στην περίοδο πριν από την κρίση, προσδίδει στο μηχανισμό της επίσημης διαπραγματευτικής διαμεσολάβησης τη δυνατότητα να διευθετεί, με όχι ιδιαίτερη δυσκολία, τις τοπικές αντιπαλότητες (διαφοροποιήσεις στις τιμές, στις ποιότητες...) Η δυνατότητα διεθέτησής τους ουσιαστικά επιτυγχάνει, κατ’ αρχήν, την διαρκή ανανέωση των στόχων του μηχανισμού, γεγονός που ευνοεί την αναπαραγωγή του και κατευθύνει τις συνέπειες των εσωτερικών συγκρούσεων σε τοπικό επίπεδο και όχι προς την κεντρική εξουσία. Ακόμα, δίνει την ευχέρεια στον κρατικό μηχανισμό να ακολουθεί ευέλικτη πολιτική, ούτως ώστε να προσαρμόζεται σε εντάσεις που προκαλεί η καταναλωτική αστάθεια στη διεθνή αγορά.

Η εκδήλωση της σταφιδικής κρίσης δρομολογεί ουσιαστικά την αδυναμία του μηχανισμού της επίσημης διαπραγμάτευσης να διευθετήσει κατά τρόπο εξισορροπητικό τις αντιθέσεις που αναφύονται μεταξύ της κεντρικής εξουσίας και της τοπικής κοινωνίας (περίπτωση αγγλικού μονοπωλίου 1903),16 καθώς επίσης και των αντιθέσεων μεταξύ των τοπικών κοινωνιών όσο αφορά την εφαρμογή μέτρων που επιβάλλει η κρατική παρέμβαση (περίπτωση παρακρατήματος).17 Η έλλειψη ενός πεδίου θεσμοποίησης των συγκρούσεων (αγροτικοί συνεταιρισμοί, αγροτικό κόμμα, κλπ.) αναδεικνύει σε περιόδους κρίσης ένα διαπραγματευτικό/επικοι- νωνιακό κενό. Η κοινωνική δυσφορία δεν εκδηλώνεται πλέον με «σύγχρονες» μορφές διαμαρτυρίας (κτηματικοί σύλλογοι, συλλαλητήρια, ψηφίσματα...), ενώ οι διαπραγματευτικές δυνατότητες των μηχανισμών της επίσημης διαμεσολάβησης αποδεικνύονται ανεπαρκείς. Σε αυτήν ακριβώς την ιστορική συγκυρία αναβιώνει η παραδοσιακή διαμαρτυρία και η εξέγερση αγροτικού τύπου η οποία χαρακτηρίζεται, συνήθως, από βίαιες εκδηλώσεις χωρίς να είναι ενιαία ώς προς τη διάρκεια και τις περιοχές εκδήλωσης της (περιοχές κοινωνικής όξυνσης). Στο πλαίσιο αυτού του τύπου της κοινωνικής διαμαρτυρίας αναζητείται η επανεπιβεβαίωση των όρων κοινωνικής αναπαραγωγής των σταφιδοπαραγωγών, όταν αυτοί υπονομεύονται σε περιόδους κρίσης και προσκρούουν στην εξέλιξη των γεγονότων.

Άλλη μια συνέπεια της δυσλειτουργίας των μηχανισμών της επίσημης διαπραγ μάτευσης είναι η αδυναμία των κομμάτων να διαχειρίζονται τα προβλήματα της κρίσης, εντάσσοντάς τα στη λογική των δικών τους αντιπαραθέσεων και προτεραιοτήτων. Το αποτέλεσμα αυτής της συνθήκης είναι η αδυναμία εξορθολογισμού και διαχείρησης των αρνητικών συνεπειών της κρίσης. Έτσι, η απονομιμοποίηση των επίσημων μηχανισμών διαπραγμάτευσης, καθώς επίσης και η αδυναμία των κομματικών μηχανισμών να διαχειριστούν την κρίση, σχετίζονται με την έκπτωση του κοινωνικού κύρους και της αξιοπιστίας τους, που οφείλεται στη γενικότερη δυσλειτουργία του σταφιδικού μοντέλου κατά την περίοδο της κρίσης.18 Για παράδειγμα, μειώνονται οι δανειοδοτικές δυνατότητες των εμπόρων/μεγαλο- κτηματιών, την ίδια στιγμή που εκπίπτει και η δυνατότητα πρόσβασης στα κέντρα λήψης πολιτικών αποφάσεων.

Εξάλλου, η αξιοπιστία και το κύρος των μηχανισμών αυτών μειώνεται ακόμα περισσότερο με την ανεπάρκεια των θεσμικών μέτρων που επέβαλε η κρατική παρέμβαση, ώστε να αντιμετωπίσουν επαρκώς τις συνέπειες της κρίσης.19 Η ανεπάρκεια αυτή οφείλεται στο γεγονός ότι τα μέτρα αυτά δεν ελήφθησαν σε μια μεταβατική περίοδο σχετικά μακράς διάρκειας, αλλά σε συγκυρία κρίσης, όταν η άμεση ανάγκη εξεύρευσης λύσεων καθιστά το πεδίο υποδοχής τους περισσότερο ανελαστικό, κυρίως εξ αιτίας των αντιδράσεων τωυ μικροκαλλιεργητών.

Τόσο η ανεπάρκεια των επικοινωνιακών/διαπραγματευτικών δομών του μοντέλου και των κρατικών μέτρων, όσο και συγκυριακά γεγονότα, όπως η ήττα στον ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897, ωθούν στην ανάπτυξη του αναρχισμού, του εθνικισμού και του «μακρακισμού».20 Η παρέμβαση των αναρχοσοσιαλιστικών ομάδων στην κοινωνική διαμαρτυρία των μικροκαλλιεργητών, πραγματοποιείται κυρίως σε περιοχές όπου οι αρνητικές συνέπειες της κρίσης είναι περισσότερο έντονες και η κοινωνική αντίδραση χαρακτηρίζεται από βίαιες εκδηλώσεις, καθώς επίσης και σε περιοχές όπου είχαν κάνει αισθητή την παρουσία τους πριν από την κρίση. 21

Οι βίαιες μορφές διαμαρτυρίας υποδηλώνουν ουσιαστικά την υπέρβαση των ορίων νομιμότητας που θέτει ο κρατικός μηχανισμός. Η αδυναμία διαχείρησης της κρίσης από τους επίσημους μηχανισμούς διαπραγμάτευσης και η ενεργοποίηση των κατασταλτικών μηχανισμών σημαίνουν την ανεπάρκεια του πολιτικού πεδίου να διευρύνεται, να ενσωματώνει και να απορροφά τα κοινωνικά αιτήματα, με επακό λουθο την κοινωνική όξυνση. Είναι ακριβώς η περίοδος όπου ο αναρχικός λόγος προσφέρει τους απαραίτητους εκείνους κώδικες που αναβιώνουν παραδοσιακές αξίες της αγροτικής κοινωνίας, νομιμοποιούν μορφές κοινωνικής αντίδρασης, οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια της επίσημης νομιμότητας και τις δυνατότητες των επίσημων μηχανισμών διαπραγμάτευσης.

Η διάδοση της αναρχικής ιδεολογίας και η ευρύτητα του θεωρητικού της πλαισίου, που επιτρέπει στα κοινωνικά αιτήματα των καλλιεργητών να βρίσκουν τους απαραίτητους κώδικες εκφοράς τους, παραπέμπουν στον τρόπο κατανόησης και πρόσληψης του αναρχισμού από τα μέλη αυτών των κινήσεων. Η αποδοχή καθολικών οικουμενικών ιδεών και αξιών που εγγράφονται στην αναρχική σοσιαλιστική θεωρία, διευρύνει την προσαρμοστικότητά της, αφού δεν υπερβαίνει τους περιορισμούς που θα επέβαλε μια ανάλυση της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας. Επίσης, η ποικιλία των θεωρητικών τάσεων που αναπτύχθηκαν εκείνη την περίοδο (σοσιαλιστές, αναρχικοί, χριστιανοσοσιαλιστές, αναρχο- χριστιανοί…)22 απέτρεψε τη συγκρότηση ενός συγκεκριμένου και ανελαστικού θεωρητικού πλαισίου, γεγονός που θα επέφερε περιορισμούς στην ενσωμάτωση των αιτημάτων της αγροτικής κοινωνίας. Οι συνθήκες αυτές απαλλάσσουν τον πολιτικό χώρο των πρώτων αναρχικών και σοσιαλιστών από αυστηρές θεωρητικές δεσμεύσεις, με αποτέλεσμα την ευκολότερη προσέγγιση των κινημάτων κοινωνικής διαμαρτυρίας.

Η υπερεκτίμηση, όμως, της δράσης ουσιαστικά καλύπτει την θεωρητική αδυ ναμία ανάλυσης και επεξεργασίας της ίδιας της δυναμικής της διαμαρτυρίας και της αγροτικής κοινωνίας στο σύνολό της. Η αναρχικός προπαγανδιστικός λόγος εκείνης της περιόδου δεν στηρίζεται σε μια αυστηρή επεξεργασία της θεωρίας που επαγγέλεται. Οι κώδικες 8άσει των οποίων εκφέρεται ο λόγος αυτός, επηρεάζονται άμεσα από την προβολή των κοινωνικών αιτημάτων των αγροτών. Έτσι, η προπα γάνδα δε στηρίζεται σε μια εσωτερική επεξεργασία και προβάλλει κώδικες που ορίζονται περισσότερο από τη φύση του ακροατηρίου.23

Με τη διασάλευση των μηχανισμών της επίσημης διαμεσολαβητικής διαπραγ μάτευσης, η παραδοσιακή εξέγερση δεν μπορεί να αποδόσει μυνήματα και νοήματα προσαρμοζμένα στις δομές του σταφιδικού μοντέλου. Για παράδειγμα, παρόλο που η δυναμική του μεσσιανισμού ενυπάρχει σε λανθάνουσα μορφή στη φύση της παραδοσιακής εξέγερσης, δεν μπορεί να εκφράσει τα μυνήματα μιας καθολικής διαμαρτυρίας σε σχέση με την κρίση. Οι όροι διαχείρησης του μοντέλου που επεβλήθηκαν «από τα πάνω» εκ μέρους της επίσημων μηχανισμών διαπραγμά τευσης δεν είναι αναγνωρίσιμοι από μορφές κοινωνικής διαμαρτυρίας όπως ο μεσσιανισμός. Στη Βραζιλία για παράδειγμα, ο μεσσιανισμός, ως έκφραση και κινητήρια δύναμη της κοινωνικής δράσης, εναντιώνεται στην επίθεση του εκσυγχρονισμού κατά της παραδοσιακής κοινωνίας.24

Αντίθετα, στην Ελλάδα, η πολιτισμική μορφή του αγροτικού χώρου δεν αλλοιώνεται βίαια, αλλά μέσω της αποδοτικότητας των επίσημων μηχανισμών δια- μεσολάβησης και διαπραγμάτευσης και έτσι προσαρμόζεται στις συνθήκες κέρδους που επιβάλλει η διεθνής αγορά, διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τον παραδοσιακό χαρακτήρα. Ο αναρχισμός στην ελληνική περίπτωση αναδεικνύεται σε μέσο διαμαρ τυρίας, χρησιμοποιώντας κώδικες η σημασιοδότηση των οποίων παραπέμπει στο ηθικό σύμπαν της αγροτικής παραδοσιακής κοινωνίας. Έτσι, παραδοσιακές αξίες επεδύονται σε σύγχρονα κοινωνικά αιτήματα και καθίστανται λειτουργικές σε σύγχρονες πραγματικότητες.25

Το τοπικό στοιχείο που εμπεριέχει ο αναρχικός λόγος προβάλλει και προ βάλλεται μέσα από ηθικές και θρησκευτικές αξίες αναγνωρίσιμες από τον παραδοσιακό κόσμο.26 Αυτές οι αξίες σε περιόδους διασάλευσης του επικοινωνιακού πεδίου λειτουργούν συνεκτικά για τις τοπικές κοινωνίες, αφού ανασύρονιαι από ένα κοινό παρελθόν, ένα κοινό πολιτισμό. Το τοπικό δίκαιο, έτσι όπως γίνεται αντιληπτό από τα μέλη της τοπικής κοινωνίας, αποκτά οικουμενική μορφή μέσω των «αιώνιων» παραδοσιακών αξιών, γεγονός που επιτρέπει στους αγρότες να παρακάμπτουν την αδυναμία νομιμοποίησης των κοινωνικών αιτημάτων/μυνημάτων στο πεδίο των επίσημων, κρατικών μηχανισμών. Αντίθετα, οι μηχανισμοί της επίσημης διαπραγμάτευσης, κάτω από το βάρος των τοπικών αντιπαλοτήτων, αδυνατούν να δώσουν έλλογες απαντήσεις στα μέλη της τοπικής κοινωνίας, σε ό,τι αφορά στη σύνδεση της τοπικής κρίσης με τη γενική κατάσταση Έτσι, η επανενεργοποίηση των παλαιών αξιών μέσω των αναρχικών κωδίκων παραπέμπει στην παλιά καλή, ασφαλή κατάσταση, σε αντίθεση με την ενεστώσα κρίση.
Οι βίαιες ενέργειες που νομιμοποιούνται μέσω των παραπάνω αξιών δεν εκλαμβάνονται ως ανατρεπτικές, με σκοπό την κατάργηση των υπαρχουσών κανονικοτήτων, αλλά ως επανεπιβεβαίωση της δυνατότητας της τοπικής κοινωνίας να έχει λόγο στη συγκυρία. Δεν είναι η θέληση ανατροπής, αλλά η έκφραση ότι έχουν τη δυνατότητα για κάτι τέτοιο.27 Έτσι οι βίαιες επιθέσεις κατά των αστυ νομικών με σκοπό την επανακατάληψη των εκκλησιών σε χωριά της Ηλείας, οι οποίες είχαν σφραγιστεί επειδή χρησίμευαν ως χώροι συγκέντρωσης των εξεγερ- μένων, εμπεριέχουν στη λογική τους τόσο την αντίδραση κατά των εμπόρων, όσο και την αντίθεση πόλης/χωριό. Ουσιαστικά αμφισβητείται η νομιμότητα των κατα σταλτικών μέτρων του κράτους, όχι όμως και το πλαίσιο που τα ορίζει. Με αυτήν την έννοια η ανάδειξη των παραδοσιακών αξιών στα πλαίσια της αγροτικής διαμαρ τυρίας λειτουργεί ως εξισορροπιστικός μηχανισμός, αφού αφήνει περιθώρια διαπραγμάτευσης για την εκτώνωση των εντάσεων. Από την άλλη, η διαδικασία αυτή προσδίδει νέα στοχεία κοινωνικής οργάνωσης των παραγωγών, όπως θα φανεί αρκετά χρόνια αργότερα με τη σύσταση των αγροτικών συναιτερισμών.

Σημειώσεις
1. Βλ. σχετικά, Μ. Pereira de Queiroz. Reforme et revolution dans les societes traditionnelles. Histone et ethonologie des mouvements messianiques. Paris, Anthropos. 1968 E. Hobsbawm, Les primitifs de la revolte dans Europe modeme, Paris, Fayard. 1966 P. Ansart, Naissance de Γ anarchisme, Paris, PUF, 1970.
2. Βλ. σχετικά, Π. Νούτσου, Η σοοιαλιστική σκέψη στην Ελλάδα από ιο 1875 ως το 1974. Αθήνα. Γνώση, 1990, τ. Α’.
3. Γ. Κορδάτος. Ιστορία του αγροτικού κινήματος, Αθήνα. Μπουκουμάνης, 1974, στ' έκδοση, σσ. 177- 8, και, Ιστορία του ελληνικού εργατικού κινήματος, Αθήνα, Μπουκουμάνης, 1975, ζ έκδοση, α. 75 κ.ε. Το έργο όμως του Γ. Κορδάτου θα πρέπει να θεωρηθεί σε σχέση με τις ιδεολογικές αρχές και δεσμεύσεις του. καθώς επίσης και στο πλαίσιο των θεωρητικών συγκρούσεων που διαπερνούν το σοσιαλιστικό κίνημα της εποχής.
4. Βλ. την κριτική που ασκεί ο Κ. Βεργόπουλος (=Αγροτικό ζήτημα στην Ελλάδα. Αθήνα. Εξάντας, 1977, σσ. 378-9) στην «... οπτική του μηχανιστικού μαρξισμού», στο πλαίσιο του οποίου η ανάλυση της κοινωνικής μορφολογίας ακολουθεί επιφανειακά γνωρίσματα και χαρακτηριστικά.
5. Κ. Μοσκώφ, Ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Αθήνα 1988. σσ. 161-2 ειδικό τεύχος του περιοδικού Αιολικά Γράμματα, 99-100(1972), σ. 12 κ.ε. Μ. Δημητρίου. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα. Αθήνα 1985, τ. Α, σ. 58 κ.ε.
6. Μ. Δημητρίου, Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα, τ. Α, Αθήνα 1985, σσ. 203-4, 224 Γ. Λεονταρίτης. Το ελληνικό σοσιαλιστικό κίνημα κατά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο. Αθήνα 1987, σ. 20.
7. Για την πρόσληψη του αναρχισμού από φιλελεύθερους της πατρινής κοινωνίας, με τρόπο που να μην οδηγούνται σε συνολικό άρνηση του κοινωνικού συστήματος. 6λ. Κ. Μοσκώφ, Ιστορία του κινήματος, ό.π., σ. 162.
8. Όπως υπογραμμίζει ο Κ. Βεργόπουλος (= Αγροτικό ζήτημα, ό.η.. σσ. 379-80) η εξέγερση των αγροτών στον Πύργο «συγκέντρωσε όλη τη βιαιότητα κατά του συνολικού συστήματος».
9. A. Varagnac, Civilisations traditionnelles et genres de vie. Paris. Albin Michel. 1987. 00. 301-3.
10. Θ. Καλαφάτης. Αγροτική πίστη και οικονομικός μετασχηματισμός στην Πελοπόννησο, Αθήνα, ΜΙΕΤ. 1990, τ. Α. πίνακες 50 και 52, αα. 239 και 497 αντίστοιχα Β. Πατρώνης, «Κορινθιακή σταφίδα στη Γαλλική αγορά». Τα Ιστορικά, 18/9(1993). σσ. 58-59.
11. Για τους εμπόρους της Πάτρας, 6Λ. X. Λυρικής. Το τέλος των ασκιών. Κοινωνία και πολιτική στην Αχαΐα του 19ου αιώνα, Αθήνα. 1991, σσ. 145-6 και. Θ. Καλαφάτης. Αγροτική πίστη, ό.π.. ι. Β, σσ. 43-72.
12. Θ. Σακελλαρόπουλος, θεσμικός μετασχηματισμός και οικονομική ανάπτυξη, Αθήνα, Εξάντας, 1991, οσ. 79-92· Β. Πατρώνης, «Σταφίδα και αγροτική μεταρρύθμιση», στο, Θ. Σακελλαρόπουλος (επιμ.), Νεοελληνική κοινωνία. Ιστορικές και κριτικές προσεγγίσεις, Αθήνα. Κριτική, 1993. σ. 57 κ.ε.
13. Μ. Χουμεριανός, «Αγροτική κρίση και αγροτική διαμαρτυρία. 1893-1905», στο, Θ. Σακελλαρόπουλος (εηιμ.), Νεοελληνική κοινωνία, ό.η.. σ. 103.
14. Αυτόθι, σ. 97 κ.ε.
15. Αυτόθι, σσ. 112-113.
16. Στα 1903, στην πόλη του Πύργου πραγματοποιήθηκαν βίαιες εκδηλώσεις κοινωνικής διαμαρτυρίας από τους σταφιδοποπαραγωγούς του Πύργου και των χωριών της Ηλείας. Αφορμή υπήρξε η καθυστέρηση εκ μέρους της κυβέρνησης επικύρωσης σύμβασης σύμφωνα με την οποία αγγλική εταιρεία κεφαλαιούχων ανελάμβανε το μονοπώλιο της σταφίδας. Στα φύλλα της εφημερίδας Καιροί των Αθηνών {Μάιος 1903) περιγράφονται παραστατικά οι εκδηλώσεις αυτές.
17. Χαρακτηριστική ήταν η αντίθεση μεταξύ των επαρχιών Αιγιαλείας και Ηλείας, έτσι όπως εκφράστηκε από τους τοπικούς βουλευτές στις κοινοβουλευτικές αγορεύσεις, σχετικά με την εφαρμογή του μέτρου παρακράτησης της σταφίδας. Βλ. ενδεικτικά, την αγόρευση του βουλευτή Κορινθίας και Υπουργού Εκκλησιαστικών Δ. Πετρίδη. Εφημερίς των Συζητήσεων της Βουλής, περ. ΙΔ, Σύνοδος Α, Συνεδρίαση 37, 30 Ιουλίου 1895. ασ. 769-771.
18. Βλ. θ . Καλαφάτης. Αγροτική πίστη, ό.π., τ. Γ, σ. 131.
19. Αυτόθι, σσ. 123-4.
20. Θ. Καλαφάτης, «Οπαδοί του Α. Μακράκη», Τα Ιστορικά. 18/9(1993), σσ. 113-121.
21. Ένοπλες εξεγέρσεις παρατηρήθηκαν τα έτη 1895, 1896, 1898. καθώς επίσης και τη διετία 1903- 1905, κυρίως στις περιοχές Αχαϊας και Ηλείας. Βλ. σχετικά. Μ. Δημητρίου. Το ελληνικό, ό.π., σ. 203.
22. Π. Νούτσος, Σοσιαλιστική σκέψη, ό.π.. τ. Α, Θ. Καλαφάτης, «Οπαδοί του Α. Μαρκάκη», ό.π.. σσ. 122-131, και αφιέρωμα Αιολικά Γράμματα, ό.π., σ. 11 κ.ε.
23. Σχετικά με τους «κώδικες μεγάλης και μικρής εμβέλειας», βλ., J. Fische, Εισαγωγή στην επικοινωνία. Αθήνα. Επικοινωνία και κουλτούρα. 1992. σ. 96.
24. Μ. Pereira de Queiroz. Evolution, ό.π.. σ. 129.
25. Ε. Mounier, Communisme. anarchie et personnalisme, Peris, Seuil, 1966, σσ. 175-6.
26. Τα ουτοπικά στοιχειά του αναρχικού λόγου, υποβοηθούν την ανάδυση των παραδοσιακών αξιών και την επανενεργοποίηση τους στη συγκυρία. Βλ. σχετικά, J. La Croix, Ηθική και Κοινωνία, Αθήνα 1978, σ. 285.
27. Για τις αγροτικές εξεγέρσεις στην Ανδαλουσία, βλ., Ε. Hobsbawm, Les primitifs de la revolte, ό.π., σ. 105.

*Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό “, Δοκιμές”, τεύχος Β’, Σεπτέμβριος 1994, σσ. 55-67.

iberia / history of anarchism / review Sunday March 28, 2021 12:25 byLAMA

A book review of an anthology of writings about the Catalan Anarchist Salvador Puig Antich.

Salvador Puig Antich
Collected Writings on Repression and Resistance in Franco’s Spain
Ricard de Vargas Golarons (Editor); Peter Gelderloos (Translator/Contributor)

Publisher: AK Press
Format: Book
Binding: pb
Pages: 180
Released: January 19, 2021
ISBN-13: 9781849354011

Who was Salvador Puig Antich? If your only language is English, you probably don’t know the answer. On the Iberian peninsula, he is a symbolic figure from the time when Spain was due to transition from a decrepit dictatorship to the current system. He was an anarchist who participated in armed actions in opposition to the Franco regime, was imprisoned, and then garroted for it.

AK Press has published a collection of translated writings about his life and society of the time. It is a varied assortment, both in terms of its contributors, their respective areas of focus, and sometimes conflicting perspectives. This complexity seems to fit the subject matter. It was a time where on the surface things appeared stuck in a reactionary time-warp. Franco’s regime had existed for decades, with few developments in large parts of life, for example, education was under the control of a backward-looking Catholic Church. Yet under this veneer, oppositional movements engaged in a spectrum of actions, based on a range of theories and ideologies. There is an important reminder in this to those not living under formal political dictatorships. That is, we should try to escape unconsciously slipping into accepting the self-description of the regime as immutable and fully in control of things. Totalitarianism is an aspiration of many dictators but is rarely achieved.

The collection has an extremely valuable contribution near the start from translator Peter Gelderloos. He provides the big picture context for what happened from the revolution of May 1936 to 1977 when the first election in over 40 years took place. Arguably it’s just about possible to provide a neutral chronological narrative of these events. Though even then, the choice of relevant incidents has its own implicit significance. However, Gelderloos quite rightly avoids pretending to be dispassionate. Instead, his preference is for a subjective look at events and personnel. This is evident in explicit judgments on the actions of the main agents in the episodes he outlines. For example, in regards to the collaboration of members of the Anarcho-Syndicalist union the CNT with the state in ‘36 he says: “The CNT, after destroying the government, would have had to abolish itself…this was the key mistake: the CNT did not have to take over all of society, it simply had to destroy the government and step aside, getting out of the way of collectivizations and the new forms of organisation that were already being created spontaneously by the lower classes” (pp.11-12). This brutally honest analysis is a welcome aspect of the chapter.

Gelderloos goes on to describe the often tenuous level and heterogeneous nature of resistance to Franco. By the late 50s’ “The rupture in the continuity of struggle was almost complete” (p.20) yet as he notes “…anarchism springs eternal” (p.21) so that “Throughout the 1960s, workplace and neighbourhood struggles grew in Spain…” (ibid). This ranged from the distribution of illegal leaflets to wildcat strikes. The latter were sometimes through formal workers’ organisations, others informal, with many involving tens of thousands of working people. Gelderloos notes that Left historiography often drifts into favouring the most famous formal groups. Instead, he calls on us to note the actions of the millions of ordinary people and revolutionaries who “…demand not just crumbs but the whole fucking bakery” (p.26). Salvador Puig Antich was one of the latter.

Gelderloos ends the chapter by referring the reader to a Glossary at the end of the anthology. This is a wise suggestion. Adequately appreciating the complexity of the period Salvador operated in would be hard to navigate for many without some explanation of the plethora of organisational acronyms that crop up (CCOO, ETA, FAC, GAC, GOA, MIL, OLLA, etc.). Likewise, some words of Catalan (passeig, placa) are left untranslated in the body of the text but can be found in the Glossary. In addition, about a third of the way through are two chapters offering chronologies. One chronicles Salvador’s fleeting, meteoric life of action. The other sketches the uprisings by workers during the last decade and a half of the dictatorship. There are also photos and copies of leaflets. Their inclusion adds a definite flavour of the period and location.

A comrade of Salvador’s named Jean-Marc provides a chapter that describes the activities of his friend from first-hand experience. It is broken into short, numbered episodes and stylistically veers between straight-forward descriptions “We were traveling at 100 kilometers an hour on a highway” (p.35) to more poetic flourishes “Miserable colonies where proletarians scraped by. Behind walls leprous and mute” (ibid). One contribution Jean-Marc makes is an explanation of Salvador’s nom de guerre ‘The Doctor’. It wasn’t based on an arrogant self-image. It was suggested by comrades due to his rudimentary medical experience while doing military service. Another close comrade Felipe shares his personal experiences of working together. An important element of his contribution is to defend their actions, since “The Catalan bourgeoisie, the clandestine parties of Marxist obedience, the Franco regime, they all came to an agreement and declared us the gangsters of Barcelona” (p.55).

There is a brief chapter relating the last few hours of Salvador’s life as told by visiting siblings. One insight here is that even in the bowels of a prison run by a dictatorship, there were brutal guards but also humane individuals. Again, no dictatorship can completely capture the minds of everyone, even among those conducting its worst roles. There is a similar piece where they describe their attempts to keep their brother’s memory alive. The details of the court case (an evident travesty of ‘law’) are outlined. Likewise the frustrations of dealing with the post-dictatorial legal system. There is a mix of bitterness, indignation, and ongoing defiance that comes through. Anything less would be a travesty itself.

Mid-way through is a lengthy offering by Ricard de Vargas Golarons. He was a member of the same group as Salvador, the MIL (Movimiento Iberico de Liberacion). He makes this section especially worthwhile by his discussion of its politics and activities from a participant’s perspective. It is one tempered by the passage of decades. He makes it clear that the ideological positions of the MIL “…were highly flexible and we distributed materials from very different tendencies, only requiring that they reinforced the practices of self-organisation, autogestion, and workers autonomy” (p.124).
He is impressively honest about the mistakes of the movement. In an example that many groups today would benefit from recognising, he notes “The vast majority [of people] could not even understand our pamphlets. When we distributed them, many copies ended up in the trash.” (pp. 137-138). In regards to Salvador Puig Antich, his old comrade goes to his defense against post-mortem hagiography. He notes that Salvador was a genuine revolutionary who would be indignant at poetry about him devoid of acknowledgment of his politics. He also attacks attempts to make Salvador into a Catalan nationalist. Rather, as an anarchist his goal “…was never to achieve an interclassist Catalan state” rather he and his associates were “…dedicated to the social struggle and the workers’ struggle” (p. 155).

Another segment that meshes well with the previously mentioned one is written by Sergi Roses Cordovilla. It fits in well because it frankly acknowledges theoretical and organisational muddles and personality clashes within the MIL. Salvador played a principal role in trying to forge a way out of these problems. As phrased here “…Puigh Antich was a far cry from the simple driver during the bank robberies or, worse yet, the “poor boy” he is often portrayed as.” (p. 182). Instead, he is better seen as “…a conscious revolutionary trying to act consistently with his political beliefs and with a full comprehension of the unity of revolutionary theory and practice.” (ibid).

Rounding off the anthology is a short chapter compiling personal correspondence by Salvador and another of his political writings. The letters are a combination of quotidian information and expressions of the writer’s emotional state of mind. He can make simple declarative statements which touch on his political actions such as “…I take full responsibility for everything they accuse me of, but I don’t feel guilty of anything” (p.208). In other passages, though writing prose he sounds passionately poetic “Beneath a clear blue sky, where a timid cloud, feeling alone, dissipates, the sun pumps through my veins. I feel strong, hot. Hungry lips caressing the sun, my love grows stronger…” (p.211). It is tempting to draw conclusions from these missives but it’s probably wiser not to. They are few in number, and it isn’t clear if they are a representative sample of his extant letters.

Salvador and the rest of the MIL read theoretical political books and were conversant with the distinctions between strands of thought such as Council Communism, Leninism, and Anarchism. However, they appear to have made no substantial or original contribution to theory. Since they were not academics at a university or a think tank, this is not surprising. They were activists engaged in armed agitation. Not only is this point not a fault, but it is also a defense of the MIL in a sense. It is enough to read Salvador’s output and the thought he injects into issues from a clearly politically informed standpoint, to put the lie to the idea he was merely a gangster or nationalist. It also disabuses anyone of the concept that he suffered from the kind of romanticism that sometimes attaches itself to revolutionary work when it goes beyond theory. It wasn’t nihilistic activism for its own sake. Salvador was an informed anarchist. His actions were guided by that fact and he wrestled with the realities of what theory meant in practice.

This book fills a historiographical and biographical gap in the knowledge of Anglophones about the political situation in a portion of the Iberian peninsula during the post-civil war period. That makes it a valuable tome in itself. However, its subject matter may not immediately appeal to all potential readers. If you aren’t interested specifically in that part of the world or the politics of the 60s’-70s’ you could avoid this work altogether. That would be a missed opportunity since the life and deeds of Salvador Puig Antich provide universal insights and lessons for today.

Γαλλία / Βέλγιο / Λουξεμβούργο / Αναρχική Ιστορία / Ανακοίνωση Τύπου Thursday March 18, 2021 18:43 byΔιάφορες αναρχικές οργανώσεις

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη μεγάλη προλεταριακή έφοδο στον ουρανό, την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Επί 72 ημέρες οι προλετάριοι του Παρισιού αναδιοργάνωσαν τις κοινωνικές σχέσεις με όρους άμεσης δημοκρατίας στην κατεύθυνση της οικονομικής ισότητας, της αλληλοβοήθειας και της πολιτικής ελευθερίας.

Οι νίκες του μέλλοντος θα ανθίσουν από τους αγώνες του παρελθόντος!
Ζήτω η Παρισινή Κομμούνα!

150 χρόνια συμπληρώνονται φέτος από την πρώτη μεγάλη προλεταριακή έφοδο στον ουρανό, την Παρισινή Κομμούνα του 1871. Επί 72 ημέρες οι προλετάριοι του Παρισιού αναδιοργάνωσαν τις κοινωνικές σχέσεις με όρους άμεσης δημοκρατίας στην κατεύθυνση της οικονομικής ισότητας, της αλληλοβοήθειας και της πολιτικής ελευθερίας.

Η δομική καπιταλιστική κρίση του 1866 είχε οξύνει τις ταξικές αντιθέσεις και τους διακρατικούς ανταγωνισμούς. Ο πρωσο-αυστριακός πόλεμος του 1866 άφησε ανοιχτές εκκρεμότητες αναφορικά με τη μη απόδοση εδαφών που αξίωνε η Β’ Γαλλική Αυτοκρατορία. Στις 19/7/1870 κηρύχθηκε πόλεμος μεταξύ Γαλλίας και Πρωσίας. Στις 2/8/1870 η Γαλλία εισέβαλε στρατιωτικά στα εδάφη της Πρωσίας. Τα γαλλικά στρατεύματα υπέστησαν πανωλεθρία, η Β’ Γαλλική Αυτοκρατορία κατέρρευσε και ο πρωσικός στρατός έφτασε έξω από τα προάστια του Παρισιού.

Τότε η αστική τάξη της Γαλλίας σχημάτισε κυβέρνηση εθνικής ενότητας υπό την ηγεσία του Αδόλφου Θιέρσου και συνθηκολόγησε με τους Πρώσους στις 26/2/1871, παραδίδοντας εδάφη, οχυρά και διαλύοντας τον τακτικό στρατό. Η συνθηκολόγηση όριζε ότι εντός 8 ημερών έπρεπε να εκλεγεί μια Εθνοσυνέλευση που θα αποφάσιζε για τα ζητήματα του πολέμου και της ειρήνης. Οι οικονομικοί όροι της συνθηκολόγησης ήταν ιδιαίτερα δυσβάστακτοι για τον γαλλικό λαό.

Μπροστά σε αυτό το κρίσιμο σημείο που έμοιαζε ως αδιέξοδο, το γαλλικό προλεταριάτο επωμίστηκε το καθήκον της μετατροπής του εθνικού πολέμου σε ταξικό πόλεμο, βαδίζοντας αποφασιστικά στον δρόμο της κοινωνικής επανάστασης. Στις 18/3/1871 ο Θιέρσος στέλνει στρατεύματα στις εργατικές συνοικίες του Παρισιού, για να αρπάξουν τα κανόνια από τον λόφο της Μονμάρτης, τα οποία ανήκαν στην Εθνοφυλακή και είχαν κατασκευαστεί με λεφτά του παριζιάνικου λαού κατά τη διάρκεια της πολιορκίας της πόλης από τους Πρώσους. Η απόπειρα απέτυχε κυρίως λόγω της παρέμβασης των γυναικών του Παρισιού. Οι γυναίκες από την Επιτροπή Ασφάλειας του 18ου διαμερίσματος του Παρισιού, συμπεριλαμβανομένης και της Λουίζ Μισέλ, έπεισαν και οργάνωσαν τους εθνοφρουρούς που αποτελούνταν κυρίως από εργάτες. Ο λαός του Παρισιού ξεσηκώθηκε. Η Εθνοφυλακή, που αποτελούταν κυρίως από εργάτες, δεν παρέδωσε τα όπλα. Τότε ξέσπασε ο πόλεμος ανάμεσα στην εργατική τάξη και την αστική κυβέρνηση, η οποία έντρομη μετέφερε τις θέσεις της στις Βερσαλλίες.

Στις 26/3/1871 εκλέγεται η Παρισινή Κομμούνα, ένα πολιτικό σώμα λαϊκής αυτοδιεύθυνσης που απαρτιζόταν από αιρετούς και άμεσα ανακλητούς εκπροσώπους. Δυο μέρες αργότερα οι εξεγερμένοι κατέλαβαν το δημαρχείο του Παρισιού και ύψωσαν την κόκκινη σημαία της επαναστατικής κομμούνας. Η πρώτη μεγάλη προλεταριακή επανάσταση ήταν γεγονός!

Η Παρισινή Κομμούνα αποτελούταν ως επί το πλείστον από εργάτες και φτωχά λαϊκά στρώματα (οι αστοί απείχαν στην πλειοψηφία τους από τις εκλογές στο Παρίσι κατόπιν εντολής του Αδόλφου Θιέρσου). Σημαντική ήταν η συμβολή των οργανωμένων πολιτικών πυρήνων στους κόλπους της, η δράση των οποίων απέβλεπε στην ενίσχυση του σοσιαλιστικού χαρακτήρα της επανάστασης. Μπλανκιστές, Προυντονικοί, Μαρξιστές και Αναρχικοί μέλη της Α’ Διεθνούς έδρασαν προς αυτήν την κατεύθυνση. Αν και αποτέλεσε βραχύβιο επαναστατικό εγχείρημα, η Παρισινή Κομμούνα πέτυχε πολύ σημαντικές τομές, πρωτοφανείς για την εποχή τους, ρήξεις που θα αποτελούσαν αργότερα βασικά επίδικα και στοχεύσεις των επόμενων κοινωνικών επαναστάσεων. Η Παρισινή Κομμούνα αποτέλεσε το αρχέτυπο της πολιτικής οργανωτικής διάρθρωσης της μετεπαναστατικής κοινωνίας, δρώντας καταλυτικά στη διαμόρφωση και την ανάπτυξη του πολιτικού ρεύματος του αναρχικού κομμουνισμού.

Η Παρισινή Κομμούνα προχώρησε στην κατάργηση του τακτικού στρατού και την αντικατάστασή του από τον ένοπλο λαό, στην αντικατάσταση της αστυνομίας από άμεσα ανακλητές λαϊκές πολιτοφυλακές στην υπηρεσία της κομμούνας, στην ανακλητότητα των εκλεγμένων δημοσίων υπαλλήλων στις διοικητικές θέσεις και των δικαστικών υπαλλήλων, αλλά και στην κατάληψη των εργοστασίων που ήταν κλειστά ή είχαν εγκαταλειφθεί από τους καπιταλιστές. Τα εργοστάσια αυτά παραδόθηκαν στα χέρια των εργατών και η Παρισινή Κομμούνα προχώρησε στη συνένωση των εργατικών συνεταιρισμών της βιομηχανικής και βιοτεχνικής παραγωγής. Επιπλέον, εξίσωσε όλους τους μισθούς, διαχώρισε την εκκλησία από την πολιτική ζωή της κομμούνας, κοινωνικοποίησε τα εκκλησιαστικά κτήματα, καθιέρωσε τη δωρεάν μόρφωση και την απαγκίστρωσή της από την εκκλησία, εξέλεξε ξένους υπηκόους στα όργανα της κομμούνας στο όνομα του διεθνισμού, απαγόρευσε τη νυχτερινή εργασία των αρτεργατών, κατήργησε το ενοίκιο, απαγόρευσε την πώληση ενέχυρων, κατήργησε τα γραφεία ευρέσεως εργασίας που αποτελούσαν τα σκλαβοπάζαρα τις εποχής, ανέβαλε την καταβολή χρεών και συγκρότησε ενώσεις γυναικών.

Δεν έχουμε κάποια εμμονική συμπάθεια για τα συγκεκριμένα μέτρα που έλαβε η Παρισινή Κομμούνα ή για τις δομές που δημιούργησε. Η εργατική τάξη αυτοσχεδίαζε σε καταστάσεις έκτακτης ανάγκης, διδασκόμενη από τα έργα της στην πορεία των εξελίξεων. Ορισμένοι θεσμοί ήταν κατάλοιπα της παλιάς κυβέρνησης παρά νέες δημιουργικές τομές. Αντίθετα, τιμούμε το εξισωτικό πνεύμα της Παρισινής Κομμούνας και τη ριζοσπαστική δημοκρατική στάση της που δεν περιορίστηκαν μόνο στην πολιτική ζωή, αλλά επεκτάθηκαν και στην οικονομική ζωή. Οι εργαζόμενοι παίρνοντας την εξουσία στα χέρια τους ξεκίνησαν έναν θεμελιώδη κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά η ευκαιρία να ολοκληρωθεί αυτός ο μετασχηματισμός δεν συνέβη. Το προλεταριάτο έχοντας την εξουσία στα χέρια του επιχείρησε έναν ριζικό κοινωνικό μετασχηματισμό, αλλά τελικά η ολοκλήρωση αυτής της αλλαγής παραδείγματος δεν κατέστη δυνατή.

Ο στρατιωτικός συσχετισμός δυνάμεων ήταν ιδιαίτερα άνισος. 40.000 πολιτοφύλακες της ομοσπονδιακής εθνοφρουράς του Παρισιού, με υποτυπώδη οπλισμό, καλούνταν να αντιμετωπίσουν 170.000 καλά οπλισμένους στρατιώτες που επικουρούνταν από μονάδες βαρέως πυροβολικού. Φοβούμενη τον θρίαμβο της κοινωνικής επανάστασης, η αστική κυβέρνηση της Γαλλίας συμμάχησε με τον Όττο φον Μπίσμαρκ, καγκελάριο της Πρωσίας, προκειμένου να καταστείλουν συντονισμένα την Παρισινή Κομμούνα. Στις 21/5/1871 τα στρατεύματα της κυβέρνησης των Βερσαλλιών μπήκαν στο Παρίσι. Ακολούθησαν σφοδρές και αιματηρές μάχες επί 8 ολόκληρες μέρες. Στις 28/5/1871, στις 14:00, έπεσε το τελευταίο οδόφραγμα στην οδό Ραμπονό της Μπελβίλ. Οι Κομμουνάροι αγωνίστηκαν για την προάσπιση της ελευθερίας ηρωικά μέχρι το τέλος σε κάθε δρόμο και σοκάκι του Παρισιού.

Ο απολογισμός της ήττας της Παρισινής Κομμούνας ήταν ιδιαίτερα αιματηρός. Τουλάχιστον 20.000 νεκροί Κομμουνάροι, άνδρες, γυναίκες και παιδιά. 45.000 περίπου συλληφθέντες. Τουλάχιστον 3.000 νεκροί στα κρατητήρια, στα πλωτά κάτεργα, στις φυλακές, στην εξορία. Στις 1/7/1871 3.859 Κομμουνάροι εξορίστηκαν στη Νέα Καληδονία. Ανάμεσά τους ήταν η Λουίζ Μισέλ, η οποία θα γινόταν μια από τις πιο σπουδαίες υποστηρήκτριες του αναρχισμού, αλλά και οι αναρχικοί αδελφοί Ρεκλύ, οι οποίοι συμμετείχαν ενεργά στην εγκαθίδρυση της Παρισινής Κομμούνας. Τα στρατοδικεία υποχρέωσαν περίπου 3.500 Κομμουνάρους να μην επιστρέψουν ποτέ στη Γαλλία.

Μετά την ήττα της Παρισινής Κομμούνας ο Ευγέν Ποτιέ έγραψε τους στίχους του παγκόσμιου ύμνου της εργατικής τάξης, τη Διεθνή. Το κεντρικό μήνυμα της Παρισινής Κομμούνας και του ύμνου της Διεθνούς είναι ότι η δύναμη των εργαζομένων βρίσκεται στην ταξική αλληλεγγύη και στον διεθνισμό. Μόνο βασιζόμενοι στις συλλογικές μας δυνάμεις και στην αλληλοβοήθεια θα μπορέσουμε να απαλλαγούμε από τις αλυσίδες της κρατικής και καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και καταπίεσης. Η εθνική ενότητα αποτελεί μοχλό ταξικού συμβιβασμού για την εργατική τάξη και ιδεολογικό όπλο της αστικής τάξης, για να πείσει τα υποτελή κοινωνικά στρώματα να εξυπηρετήσουν τα δικά της συμφέροντα, είτε εξαγοράζοντας τη συναίνεσή τους είτε οδηγώντας τα στα σφαγεία των ιμπεριαλιστικών πολέμων. Αυτήν την υπέρβαση έκανε η Παρισινή Κομμούνα, θρυμματίζοντας την εθνική ενότητα προς όφελος της ταξικής ενότητας και του διεθνισμού. Άλλος δρόμος δεν υπάρχει για τη χειραφέτηση των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων.

Η αστική τάξη δε διατίθεται να αποχωριστεί αμαχητί τα υλικά προνόμια που της εξασφαλίζει η οικονομική και πολιτική εξουσία της, οι θεσμοί, η ιδεολογία, οι μηχανισμοί και η βία που τη συντηρούν. Γι’ αυτό είναι πάντα πρόθυμη να καταπνίξει στο αίμα κάθε προσπάθεια ριζοσπαστικής κοινωνικής αλλαγής, κάθε επαναστατική απόπειρα που αμφισβητεί την εξουσία της και φιλοδοξεί να την ανατρέψει. Οι επαναστατικοί κοινωνικοί μετασχηματισμοί υλοποιούνται μόνο δια της ταξικής βίας των καταπιεσμένων και εκμεταλλευόμενων. Είμαστε αναγκασμένοι να βαδίσουμε αυτόν τον δρόμο. Η αστική τάξη δε μας αφήνει άλλη επιλογή.

Δεν πρόκειται, όμως, να πολεμήσουμε για τα συμφέροντα των καπιταλιστών, δεν πρόκειται να σηκώσουμε τα όπλα και να σημαδέψουμε τους προλετάριους των άλλων χωρών, διότι δεν έχουμε τίποτα να χωρίσουμε μεταξύ μας. Έχουμε κοινά ταξικά συμφέροντα και κοινά ιστορικά καθήκοντα. Να ενωθούμε, λοιπόν, με αρραγείς σχέσεις ταξικής αλληλεγγύης και επαναστατικού διεθνισμού, στην κατεύθυνση της παγκόσμιας κοινωνικής επανάστασης και του ελευθεριακού κομμουνισμού.

Οι νίκες του μέλλοντος θα ανθίσουν από τους αγώνες του παρελθόντος!
Τιμή για πάντα σε όσους έδωσαν τις ζωές τους για τον πανανθρώπινο σκοπό της κοινωνικής επανάστασης!
Ζήτω η Παρισινή Κομμούνα! Ζήτω η Αναρχία!
Καταπιεσμένοι και εκμεταλλευόμενοι όλου του κόσμου οργανωθείτε και ενωθείτε για την αποτίναξη του κρατικού και καπιταλιστικού ζυγού!

☆ Anarchist Communist Group (ACG) – M. Βρετανία
☆ Αναρχική Ομοσπονδία – Ελλάδα
☆ Aotearoa Workers Solidarity Movement (AWSM) – Νέα Ζηλανδία
☆ Coordenação Anarquista Brasileira (CAB) – Βραζιλία
☆ Die Plattform – Anarchakommunistische Organisation – Γερμανία
☆ Embat – Organització Llibertària de Catalunya – Καταλονία
☆ Federación Anarquista de Rosario (FAR) – Αργεντινή
☆ Federación Anarquista de Santiago (FAS) – Χιλή
☆ Federación Anarquista Uruguaya (FAU) – Ουρουγουάη
☆ Devrimci Anarşist Faaliyet (DAF) – Τουρκία
☆ Libertäre Aktion – Ελβετία
☆ Melbourne Anarchist Communist Group (MACG) – Αυστραλία
☆ Organización Anarquista de Córdoba (OAC) – Αργεντινή
☆ Organización Anarquista de Tucumán (OAT) – Αργεντινή
☆ Organisation Socialiste Libertaire (OSL) – Ελβετία
☆ Union Communiste Libertaire (UCL) – Γαλλία
☆ Zabalaza Anarchist Communist Front (ZACF) – Νότια Αφρική

frança / bèlgica / luxemburg / història de lanarquisme / comunicat de premsa Thursday March 18, 2021 18:33 byDiverses organitzacions anarquistes

Enguany es compleix el 150 aniversari de la primera gran invasió proletària al cel, la Comuna de París de 1871. Durant 72 dies, el proletariat de París va reorganitzar les relacions socials en termes de democràcia directa i en la direcció de la igualtat econòmica, l'ajuda mútua i la llibertat política.

Les victòries del futur floriran de les lluites del passat.
Visca la Comuna de París!

Enguany es compleix el 150 aniversari de la primera gran invasió proletària al cel, la Comuna de París de 1871. Durant 72 dies, el proletariat de París va reorganitzar les relacions socials en termes de democràcia directa i en la direcció de la igualtat econòmica, l'ajuda mútua i la llibertat política.

La crisi capitalista estructural de 1866 havia exacerbat els antagonismes de classe i les rivalitats transnacionals. La guerra prussià-austríaca de 1866 va deixar oberta la qüestió de la no devolució dels territoris reclamats pel Segon Imperi francès. El 2 d’agost de 1870 es va declarar la guerra entre França i Prússia. Les tropes franceses van ser derrotades, el Segon Imperi Francès es va esfondrar i l'exèrcit prussià va arribar als afores de París. Llavors, la burgesia francesa va formar un govern d'unitat nacional sota la direcció d’Adolphe Thiers i va capitular davant els prussians el 26 de febrer 1871, lliurant territoris, fortificacions i dissolent l'exèrcit regular. La capitulació estipulava que en un termini de 8 dies havia de triar-se una Assemblea Nacional per a decidir sobre les qüestions de la guerra i la pau. Les condicions econòmiques de la capitulació van ser especialment insuportables per al poble francès.

Davant aquest punt aparentment sense sortida, el proletariat parisenc va assumir la tasca de convertir una guerra nacional en una guerra de classes, marxant decididament pel camí de la revolució social. El 18 de març de 1871, Thiers va enviar tropes als barris obrers de París per a arrabassar els canons del pujol de Montmartre, que pertanyien a la Guàrdia Nacional i que van ser fabricats amb els diners del poble durant el setge de la ciutat pels prussians. Aquest intent va fracassar, sobretot gràcies a l'acció de les dones de París. Les dones del Comitè de Seguretat del 18è districte, inclosa Louise Michel, convencen i organitzen la resposta dels guàrdies nacionals, fonamentalment d’origen obrer. La Guàrdia Nacional no va lliurar les armes. Llavors va esclatar una guerra entre la classe obrera i el govern burgès, que va traslladar temorosament les seves posicions a Versalles. El 26 de març es va crear la Comuna de París, un òrgan polític d'autogovern popular format per representants triats i revocables. L'endemà, els insurgents van assaltar l'Ajuntament de París i van hissar la bandera vermella de la comuna revolucionària. La primera gran revolució proletària era una realitat!

La Comuna de París estava formada principalment per obrers i sectors pobres de la població. La contribució dels nuclis polítics organitzats va ser important, ja que les seves accions anaven encaminades a reforçar el caràcter socialista de la revolució. Els i les membres blanquistes, proudhonianes, marxistes i anarquistes de la Primera Internacional van actuar en aquest sentit. Encara que va ser una empresa revolucionària de curta durada, la Comuna de París va aconseguir objectius molt importants, sense precedents per a la seva època, ruptures que més tard es convertirien en temes i objectius clau de posteriors revolucions socials. La Comuna de París va ser l'arquetip de l'estructura organitzativa política de la societat pre-revolucionària, actuant com a catalitzador en la formació i desenvolupament del corrent polític del comunisme llibertari.

La Comuna de París va suprimir l'exèrcit regular i el va substituir pel poble armat; va suprimir la policia i la va substituir per milícies populars revocables; va retirar als funcionaris administratius i als funcionaris judicials; i, va requisar les fàbriques tancades o abandonades pels capitalistes. Aquestes fàbriques van ser lliurades als treballadors i treballadores i es va procedir a unir les cooperatives obreres de producció industrial i artesanal.

A més: es van igualar tots els salaris, es va separar a l'Església de la vida política, es van socialitzar les hisendes eclesiàstiques, es va introduir l'ensenyament gratuït i la seva desvinculació de l'Església, es van triar a estrangers i estrangeres en els òrgans de la Comuna en nom de l'internacionalisme, es va prohibir el treball nocturn, es van abolir els lloguers, es va suprimir la venda de peons i les oficines d'ocupació que eren els mercats d'esclaus de l'època, va ajornar el pagament dels deutes. En paral·lel, es van formar clubs autònoms de dones.

Però l'equilibri de poder militar va ser especialment desigual. Uns 100.000 guàrdies nacionals i 20.000 milicians federals amb armes de baixa qualitat es van ser enfrontar a gairebé 130.000 soldats ben armats i assistits per unitats d'artilleria pesant. Tement el triomf de la revolució social, el govern burgès francès es va aliar amb Otto von Bismarck, canceller de Prússia, en una repressió coordinada de la Comuna de París. El 21 de maig, les tropes del govern de Versalles entraren a París. Durant 8 dies es produeixen cruents combats. El 28 de maig, a les 14.00 hores, va caure l'última reguarda al carrer Rambon de Belleville. Els i les comuneres van lluitar heroicament per a defensar la llibertat fins al final en tots els carrers i carrerons de París.

El relat de la derrota de la Comuna de París va ser especialment sagnant. Almenys unes 20.000 persones mortes i 45.000 detingudes. Almenys 3.000 mortes en centres de detenció, vaixells, presons i també a l'exili. L’1 de juliol, 3.859 van ser exiliades a Nova Caledònia. Els tribunals militars obligaren a 3.500 a no tornar mai a França.

Després de la derrota de la Comuna de París, Eugene Pottier va escriure la lletra de l'himne mundial de la classe obrera, "La Internacional". El missatge central de la Comuna de París i de la Internacional és que el poder de la classe treballadora resideix en la solidaritat i l'internacionalisme. Només confiant en les nostres forces col·lectives i en l'ajuda mútua podrem alliberar-nos de les cadenes de l'explotació i l'opressió estatal i capitalista. La unitat nacional és una palanca de compromís de classe per a la classe obrera i una arma ideològica de la burgesia, per a persuadir a les capes socials subjugades que serveixin als seus interessos, ja sigui reduint el seu consentiment o portant-les als escorxadors de les guerres imperialistes. La Comuna de París va aixafar la unitat nacional en benefici de la unitat de classe i de l'internacionalisme. No hi ha un altre camí per a l'emancipació dels oprimits i explotats.

La burgesia no està disposada a abandonar sense reserves els privilegis materials assegurats pel seu poder econòmic i polític, les institucions, la ideologia, els mecanismes i la violència que la sostenen. Per això sempre està disposada a sufocar amb sang tot intent de canvi social radical, tot intent revolucionari que desafiï el seu poder i aspiri a enderrocar-lo. Les transformacions socials revolucionàries només es realitzen mitjançant la violència de classe dels oprimits i explotats. Estem obligats a recórrer aquest camí. La burgesia no ens deixa una altra opció.

Però, no lluitarem pels interessos dels capitalistes, no prendrem les armes i atacarem les classes populars d'altres països, perquè no tenim res que ens separi. Tenim interessos de classe i deures històrics comuns. Unim-nos, doncs, amb estretes relacions de solidaritat de classe i d'internacionalisme revolucionari, en la direcció de la revolució social mundial i del comunisme llibertari.

Les victòries del futur floriran a partir de les lluites del passat.
Honor per sempre a les persones que van donar la seva vida pel propòsit universal de la Revolució Social!
Visca la Comuna de París! Visca l'anarquia!
Oprimides i explotades de tot el món, organitzem-nos i unim-nos per a sacsejar-nos del jou estatal i capitalista!

☆ Alternativa Libertaria/ Federazione dei Comunisti Anarchici (AL/FdCA) – Itàlia
☆ Anarchist Communist Group (ACG) – Gran Bretanya
☆ Αναρχική Ομοσπονδία - Anarchist Federation – Grècia
☆ Aotearoa Workers Solidarity Movement (AWSM) – Aotearoa/Nova Zelanda
☆ Coordenação Anarquista Brasileira (CAB) – Brasil
☆ Devrimci Anarşist Faaliyet (DAF) – Turquia
☆ Die Plattform - Anarchakommunistische Organisation – Alemanya
☆ Embat - Organització Llibertària de Catalunya – Catalunya
☆ Federación Anarquista de Rosario (FAR) – Argentina
☆ Federación Anarquista de Santiago (FAS) – Xili
☆ Federación Anarquista Uruguaya (FAU) – Uruguai
☆ Libertäre Aktion – Suïssa
☆ Melbourne Anarchist Communist Group (MACG) – Austràlia
☆ Organización Anarquista de Córdoba (OAC) – Argentina
☆ Organización Anarquista de Tucumán (OAT) – Argentina
☆ Organisation Socialiste Libertaire (OSL) – Suïssa
☆ Union Communiste Libertaire (UCL) – França
☆ Zabalaza Anarchist Communist Front (ZACF) – Sud-àfrica

frankreich / belgien / luxemburg / geschichte des anarchismus / pressemitteilung Thursday March 18, 2021 17:51 byVerschiedene anarchistische Organisationen

In diesem Jahr jährt sich die erste moderne soziale Revolution in der ruhmreichen Geschichte des Kampfs der Unterdrückten, die Pariser Kommune von 1871, zum 150. Mal. 72 Tage lang organisierten die Proletarier*innen der Stadt Paris die gesellschaftlichen Verhältnisse im Sinne der direkten Demokratie neu, in Richtung wirtschaftlicher Gleichheit, gegenseitiger Hilfe und politischer Freiheit

Die Siege der Zukunft werden aus den Kämpfen der Vergangenheit erwachsen!
Lang lebe die Pariser Kommune!

In diesem Jahr jährt sich die erste moderne soziale Revolution in der ruhmreichen Geschichte des Kampfs der Unterdrückten, die Pariser Kommune von 1871, zum 150. Mal. 72 Tage lang organisierten die Proletarier*innen der Stadt Paris die gesellschaftlichen Verhältnisse im Sinne der direkten Demokratie neu, in Richtung wirtschaftlicher Gleichheit, gegenseitiger Hilfe und politischer Freiheit

Die strukturelle kapitalistische Krise von 1866 und das Machtstreben der Staaten hatten die Klassengegensätze und transnationalen Rivalitäten verschärft. Der Preußisch-Österreichische Krieg von 1866 (auch als Deutscher Krieg bezeichnet) ließ die Frage der Nichtrückgabe der vom Zweiten Französischen Kaiserreich beanspruchten Territorien offen. Am 19. Juli 1870 erklärte Frankreich Preußen den Krieg und griff wenig später, am 2. August, an. Bald waren die französischen Truppen geschlagen, das Zweite Französische Kaiserreich brach zusammen und die Armeen der verschiedenen deutschen Staaten unter preußischer Führung rückten bis an die Außengrenzen von Paris vor.

Die französische Bourgeoisie bildete daraufhin eine Regierung der nationalen Einheit und kapitulierte am 26. Februar 1871 vor den Preußen. Sie übergab daraufhin Gebiete und Festungen an den Feind. Der Waffenstillstand sah vor, dass innerhalb von acht Tagen eine Nationalversammlung gewählt werden musste, um über die Fragen von Krieg und Frieden zu entscheiden. Die wirtschaftlichen Bedingungen der Kapitulation waren für die Proletarier*innen in Frankreich besonders unerträglich.

Am 18. März 1871 schickte Adolphe Thiers – Kopf der neuen Regierung – seine Truppen in die Arbeiter*innenviertel von Paris, um die Kanonen vom Montmartre-Hügel zu beschlagnahmen – Kanonen, die der Nationalgarde gehörten und während der Belagerung der Stadt durch die Deutschen aus öffentlichen Beiträgen finanziert worden waren. Dieser Versuch scheiterte bemerkenswerterweise dank der Frauen* von Paris. Denn Frauen* des Sicherheitskomitees des 18. Bezirks, unter ihnen Louise Michel, überzeugten und organisierten die Angehörigen der Nationalgarde, die sich hauptsächlich aus Arbeitern* zusammensetzte. Die Pariser*innen revoltierten. Die Nationalgarde gab die Waffen nicht heraus. Daraufhin brach der Konflikt zwischen der Arbeiter*innenklasse und der bürgerlichen Regierung aus, die daraufhin aus Angst ihren Standort ins nahegelegene Versailles verlegte.

Angewidert vom Waffenstillstand trotz all der gemachten Opfer und mit dem Gefühl, von der Bourgeoisie verraten worden zu sein, schufen die Pariser Proletarier*innen eine Kraft, die der Übergangsregierung entgegenstand: Die Kommune wurde am 26. März 1871 gewählt. Auf der einen Seite gab es nun die Übergangsregierung, welche die Macht der Bourgeoisie verkörperte, die die herrschende soziale Ordnung bewahren wollte; Auf der anderen Seite stand die Kommune, welche ihre Fahne über dem Rathaus hisste und die die Macht von unten verkörpern wollte, um die Gesellschaft zu verändern.

Unter den gewählten Angehörigen der Pariser Kommune stellten die Arbeiter*innen einen großen Anteil (da die Bourgeoisie zu großen Teilen auf den rat von Thiers hin den Wahlen fern geblieben war). Besonders wichtig war der Beitrag der organisierten politischen Gruppierungen in ihr, deren Aktionen auf die Stärkung des revolutionären Charakters der Revolution abzielten. Blanquistische, proudhonistische, marxistische und anarchistische Mitglieder der Ersten Internationale handelten in diesem Sinne. Obwohl es sich um ein kurzlebiges revolutionäres Unterfangen handelte, erzielte die Pariser Kommune sehr wichtige und für ihre Zeit beispiellose Durchbrüche, die später zu Schlüsselthemen und -zielen der nachfolgenden sozialen Revolutionen werden sollten. Die Pariser Kommune war die Blaupause der politischen Organisationsstruktur der nachrevolutionären Gesellschaft und trieb die Entstehung und Entwicklung der politischen Strömung des anarchistischen Kommunismus voran.

Die Pariser Kommune war ein arbeitendes Organ, das in sich legislative und exekutive Macht vereinte. Sie ging dazu über, die reguläre Armee abzuschaffen und durch das bewaffnete Proletariat zu ersetzen, machte die Positionen gewählter Beamter* in der Verwaltung und der Justiz widerrufbar, schlug aber auch die Aneignung von Fabriken vor, die von den Kapitalisten* geschlossen oder aufgegeben worden waren, um sie den Arbeiter*innen zu übergeben. Diese Fabriken wurden den Arbeiter*innen übergeben und die Pariser Kommune ging dazu über, die Arbeiter*innengenossenschaften der industriellen und handwerklichen Produktion zu vereinigen. Außerdem trennte die Kommune die Kirche vom politischen Leben, vergesellschaftete die Kirchengüter und -schulen, um die freie Bildung und die Loslösung der Bildung von der Kirche einzuführen, wählte im Namen des Internationalismus Menschen aus verschiedenen Regionen in die Exekutiven der Kommune, verbot die Nachtarbeit für die Bäckereiarbeiter*innen, schob die Zahlung von Rente für drei Monate auf und schaffte die Zinsen bei Zahlungsverzug ab. Währendessen formten Frauen* eigenständige politische Klubs.

Wir verherrlichen weder die besonderen Maßnahmen, die die Kommune ergriffen hat, noch die von ihr geschaffenen Strukturen. Die Arbeiter*innenklasse improvisierte in einer Notsituation und lernte, während sie voranschritt, wobei einige Institutionen eher Überbleibsel der alten Regierung waren als frisch geschaffen. Vielmehr feiern wir den egalitären Geist der Kommune und ihre radikal-demokratische Haltung, die sich nicht auf die Politik beschränkte, sondern bis ins Wirtschaftsleben hineinreichte. Die Arbeiter*innen, die an der Macht waren, begannen eine grundlegende soziale Umgestaltung, aber die Gelegenheit, diese Umgestaltung zu beenden, bekamen sie nicht.

Leider war das militärische Kräfteverhältnis enorm ungleich. In der Stadt befanden sich nur um die 40.000 bewaffnete Angehörige der Föderation der Nationalgarde von Paris, die mit minderwertigen Waffen ausgerüstet waren. Sie sollten bis zu 170.000 gut bewaffneten Soldaten, unterstützt von schweren Artillerieeinheiten, gegenübertreten. Aus Angst vor dem Triumph der sozialen Revolution koordinierte die französische bürgerliche Regierung unter Zustimmung Ottos von Bismarck, dem Kanzler des neugegründeten deutschen Kaiserreichs zu dieser Zeit), die Unterdrückung der Pariser Kommune. Am 21. Mai 1871 marschierten die Truppen der Regierung von Versailles in Paris ein. Es folgten acht Tage erbitterter und blutiger Kämpfe. Am 28. Mai 1871, um 14 Uhr, fiel die letzte Barrikade in der Rue Ramponeau in Belleville in die Hände des Feindes. Die Kommunard*innen kämpften heldenhaft, um die Freiheit bis zum Ende zu verteidigen, in jeder Straße und jeder Gasse von Paris.

Die Bilanz der Niederlage der Pariser Kommune war katastrophal: Mindestens 20.000 Kommunarden*innen – Erwachsene wie Kinder – starben, wobei mehr im Nachgang der Kämpfe als währendessen getötet wurden. Etwa 45.000 wurden verhaftet. Mindestens 3.000 starben in Internierungslagern, auf den Gefängnisgaleeren, in Strafkolonien oder im Exil. Am 1. Juli 1871 wurden 3.859 Kommunard*innen nach Neukaledonien vor der australischen Ostküste verbannt, unter ihnen die Lehrerin Louise Michel, die später eine der größten Unterstützerinnen des revolutionären Anarchismus werden sollte und die Reclus Brüder, die sich aktiv am Aufbau der Kommune beteiligten. Die Militärtribunale zwangen etwa 3.500 Kommunard*innen, nie mehr nach Frankreich zurückzukehren.

Nach der Niederlage der Pariser Kommune schrieb Eugene Pottier den Text der weltbekannten Hymne der Arbeiterklasse, “Die Internationale”. Die Hauptbotschaft der Pariser Kommune und der Hymne der Internationale ist, dass die Macht der Arbeiter*innen in Klassensolidarität und grenzübergreifender Solidarität liegt. Nur wenn wir uns auf unsere kollektiven Kräfte und gegenseitige Hilfe verlassen, werden wir in der Lage sein, uns von den Ketten der staatlichen und kapitalistischen Ausbeutung und Unterdrückung zu befreien.

Die nationale Einheit ist ein Hebel des Klassenkompromisses zur Täuschung der Arbeiter*innenklasse und eine ideologische Waffe der Bourgeoisie, welche sie benutzen, um die unterjochten Gesellschaftsschichten dazu zu bringen, den Interessen der herrschenden Klasse zu dienen, indem sie entweder die Zustimmung der Proletarier*innen bekommen oder sie in die Schlachthäuser der imperialistischen Kriege zwischen den Staaten führen. Diese Schlussfolgerung setzte die Kommune in die Tat um, indem sie die nationalen Einheit überwand zugunsten der Klasseneinheit und der grenzübergreifenden Solidarität. Es gibt keinen anderen Weg für die Emanzipation der Unterdrückten und Ausgebeuteten.

Die Herrschenden sind nicht bereit, die materiellen Privilegien, die durch ihre wirtschaftliche und politische Macht gesichert sind, die Institutionen, die Ideologie, die Mechanismen und die Gewalt, die sie stützen, kampflos aufzugeben. Deshalb wird die Bourgeoisie jeden Versuch einer radikalen sozialen Veränderung, jeden revolutionären Versuch, der ihre Macht in Frage stellt und ihren Sturz anstrebt, in Blut ertränken. Revolutionäre gesellschaftliche Umwälzungen werden nur durch den Kampf der unterdrückten und ausgebeuteten Klassen durchgesetzt. Wir sind gezwungen, diesen Weg zu gehen. Die Bourgeoisie lässt uns keine andere Wahl.

Und wir werden nicht für die Interessen der Kapitalist*innen kämpfen, wir werden nicht zu den Waffen greifen und sie auf die Proletarier*innen anderer Länder richten, denn wir haben nichts, was uns trennt. Wir haben gemeinsame Klasseninteressen und gemeinsame historische Aufgaben. Vereinigen wir uns also mit engen Beziehungen der Klassensolidarität und der revolutionären, grenzenlosen Solidarität, in Richtung der sozialen Weltrevolution und des libertären Kommunismus.

Die Siege der Zukunft werden aus den Niederlagen der Vergangenheit erwachsen!
Ewige Ehre denjenigen, die ihr Leben für das universelle Ziel der sozialen Revolution gegeben haben!
Es lebe die Pariser Kommune! Es lebe die Anarchie!
Unterdrückte und ausgebeutete Menschen der ganzen Welt, lasst uns uns organisieren und vereinigen, um das staatliche und kapitalistische Joch abzuschütteln!

☆ Alternativa Libertaria/ Federazione dei Comunisti Anarchici (AL/FdCA) – Italien
☆ Anarchist Communist Group (ACG) – Großbritannien
☆ Αναρχική Ομοσπονδία - Anarchist Federation – Griechenland
☆ Aotearoa Workers Solidarity Movement (AWSM) – Aotearoa/Neuseeland
☆ Coordenação Anarquista Brasileira (CAB) – Brasilien
☆ Devrimci Anarşist Faaliyet (DAF) – Türkei
☆ Die Plattform - Anarchakommunistische Organisation – Deutschland
☆ Embat - Organització Llibertària de Catalunya – Katalonien
☆ Federación Anarquista de Rosario (FAR) – Argentinien
☆ Federación Anarquista de Santiago (FAS) – Chili
☆ Federación Anarquista Uruguaya (FAU) – Uruguay
☆ Libertäre Aktion – Schweiz
☆ Melbourne Anarchist Communist Group (MACG) – Australien
☆ Organización Anarquista de Córdoba (OAC) – Argentinien
☆ Organización Anarquista de Tucumán (OAT) – Argentinien
☆ Organisation Socialiste Libertaire (OSL) – Schweiz
☆ Union Communiste Libertaire (UCL) – Frankreich
☆ Zabalaza Anarchist Communist Front (ZACF) – Südafrika

This page has not been translated into 한국어 yet.

This page can be viewed in
English Italiano Català Ελληνικά Deutsch



Les victoires de l

Les victoires de l'avenir naîtront des luttes du passé. Vive la Commune de Paris !

History of anarchism

Sat 24 Apr, 01:50

browse text browse image

houmerianos1.jpg imageΑναρχισμός και κ_... Apr 02 07:22 by Μανώλης Χουμεριανός 0 comments

salvador.jpg imageBook Review: ‘Salvador Puig Antich’ Mar 28 12:25 by LAMA 0 comments

photo_20210318_132700.jpg imageΖήτω η Παρισινή Κ ... Mar 18 18:43 by Διάφορες αναρχικές οργανώσεις 0 comments

paris_communestatementca2.png imageLes victòries del futur floriran de les lluites del passat.Visca la Comuna de París! Mar 18 18:33 by Diverses organitzacions anarquistes 0 comments

paris_communestatementde2.png imageDie Siege der Zukunft werden aus den Kämpfen der Vergangenheit erwachsen! Lang lebe die Pa... Mar 18 17:51 by Verschiedene anarchistische Organisationen 0 comments

paris_communestatementfr2.png imageLes victoires de l'avenir naîtront des luttes du passé. Vive la Commune de Paris ! Mar 18 17:01 by Diverses organisations anarchistes 0 comments

paris_communestatementit2.png imageLe vittorie del futuro fioriranno dalle lotte del passato! Viva la Comune di Parigi! Mar 18 16:49 by Varie organizzazioni anarchiche 0 comments

paris_communestatementeng2.png imageThe victories of the future will flourish from the struggles of the past! Long live the Pa... Mar 18 16:20 by Various anarchist organisations 0 comments

kronstadt_catalan.jpeg image100 anys de l'aixecament de Kronstadt: Recordar significa lluitar Mar 01 20:00 by Diverses organitzacions anarquistes 0 comments

kronstadt_english_1.jpeg image100 Years Since the Kronstadt Uprising: To Remember Means to Fight! Mar 01 19:09 by Various anarchist organisations 0 comments

photo_20210301_172855.jpg image100 ans depuis le soulèvement de Cronstadt: la meilleure manière de se souvenir, c’est de ... Mar 01 16:10 by Diverses organisations anarchistes 0 comments

kronstadt_deutsch.png image100 Jahre nach dem Aufstand von Kronstadt: Erinnern heißt kämpfen! Mar 01 00:59 by Verschiedene anarchistische Organisationen 0 comments

kronstadt_italiano.jpeg image100 anni dalla rivolta di Kronstadt: ricordare significa lottare! Mar 01 00:47 by Varie organizzazioni anarchiche 0 comments

kronstadt_greek.jpeg image100 χρόνια από την εξ... Mar 01 00:34 by Διάφορες αναρχικές οργανώσεις 0 comments

kronstadt_castellano.jpeg image100 años del levantamiento de Kronstadt: Recordar es luchar Mar 01 00:25 by Vários organizaciones anarquistas 0 comments

transatlantic.jpg imageΔιατλαντικό Αναρ... Jan 23 19:15 by Morris Brodie* 0 comments

Από την εξέγερση στο Κρούσεβο imageΑναρχική παράδοσ... Jan 13 19:25 by Trivo Indic* 0 comments

kim_jwajin.jpg imageBaekyao, “Ο Μαχνό της Kορέ^... Jan 07 20:13 by Dmitri (μετάφραση) 0 comments

skirda.jpg imageΈφυγε ο Alexandre Skirda Dec 31 18:08 by Dmitri (translation) 0 comments

xmas_kropotkin.jpg imageΗ σχέση μεταξύ Κρ ... Dec 28 18:42 by Ruth Kinna 0 comments

max_stirner1200x900cropped.jpg imageSelf and Others: Max Stirner and Revolutionary Anarchism Dec 15 14:13 by Wayne Price 0 comments

alexei_alexeivich_olonetsky.jpg imageAlexei Alexeivich Olonetsky (1893-1964) Nov 28 16:46 by Nick Heath 0 comments

ciriaco_duarte.jpg imageCiriaco Duarte - Ο αναρχισμός σ... Oct 17 20:56 by Paul Sharkey 0 comments

.jpg imageΗ Αναρχική Κομμο`... Oct 06 19:29 by Percy Hill* 0 comments

daf_ag9e8zk.jpg imageΑναρχισμός στην \... Sep 25 21:47 by Dmitri (translation) 0 comments

textSeptember 2020 Kate Sharpley Library Bulletin online Sep 23 19:08 by KSL 0 comments

tne_three_roses.jpg imageΤα τρία τριαντάφ`... Sep 20 19:19 by Dmitri (translation, editing) 0 comments

bfe4f243a8e9af091bf522fcee239347.png image“Biennio Rosso-Η Κόκκινη Διετ&... Sep 17 20:15 by Ortus 0 comments

460_0___30_0_0_0_0_0_carlo_cafiero.jpg imageCarlo Cafiero Sep 04 20:20 by Dmitri (republishing) 0 comments

vasily_kolyada.jpg imageΟ Λευκορώσος ανα`... Aug 21 21:14 by Yuri Glushakovi 0 comments

more >>
© 2005-2021 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]