user preferences

Πρώιμη αναρχική σκέψη στον ελλαδικό χώρο

category Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος | Αναρχική Ιστορία | Γνώμη / Ανάλυση author Sunday January 19, 2020 20:06author by Dimitri - MACG (personal capacity)author email ngnm55 at gmail dot com Report this post to the editors

Δημήτρης Τρωαδίτης, Πρόλογος στο βιβλίο “Πρώιμη αναρχική σκέψη στον ελλαδικό χώρο - Τα πρώτα κείμενα, οι πρώτοι στοχαστές”, σε ανθολόγηση-επιμέλεια Γιώργου Μπουρλή, Εκδόσεις Opportuna, Πάτρα 2018
82291883_2803905029631893_2968741683451133952_n.jpg

Η διάχυση του αναρχισμού στον ελλαδικό χώρο αποτέλεσε το φυσικό επακόλουθο των κοινωνικών εκείνων ριζοσπαστικών ιδεών και κινημάτων που εμφανίστηκαν και των εξεγέρσεων και επαναστάσεων που συντάραξαν την Ευρώπη από τα μισά κιόλας του 19ου αιώνα, κι εκεί είναι που εντοπίζονται οι ιδέες που στη συνέχεια ψήγματά τους σταδιακά εισήχθησαν στην τότε ελλαδική επικράτεια. Η ακτινοβολία, που εκπέμπουν οι επαναστάσεις του 1848-1849 και οι νεωτερικές ιδέες της εποχής οι οποίες και βρίσκουν την πλήρη έκφρασή τους στην Παρισινή Κομμούνα του 1871, συναντά πρόθυμα μυαλά τόσο ελλήνων φοιτητών ευρωπαϊκών πανεπιστημίων όσο και διανοούμενων κοινωνικά ευαίσθητων και ανοιχτών σε νέες ιδέες.

Στο εσωτερικό της χώρας η πολιτική, κοινωνική και οικονομική ζωή χαρακτηρίζεται από αστάθεια κι έντονες συγκρούσεις μεταξύ διαφορετικών πολιτικών και οικονομικών φατριών με στόχο την απόκτηση όλο και περισσότερων προνομίων και άρα εξουσίας. Γνώρισμα της περιόδου η υπερσυγκέντρωση του πληθυσμού στα αστικά κέντρα και η διόγκωση των μικροαστικών στρωμάτων, καθώς και η κατά τόπους και ασθενική ανάπτυξη της βιομηχανίας. Παράλληλα, δεν παύει η άγρια εκμετάλλευση και καταστολή σε βάρος τόσο του αγροτικού προλεταριάτου όσο και της τότε νεαρής και ακόμα ισχνής εργατικής τάξης στις πόλεις, η οποία δειλά προσπαθεί να αποκτήσει ταυτότητα και να προτάξει τις διεκδικήσεις της. Δεν θα πρέπει να παραλειφθεί και η έντεχνη διοχέτευση στα κατώτερα λαϊκά στρώματα κάθε είδους θρησκευτικών και μυστικιστικών δεισιδαιμονιών, προκαταλήψεων και μύθων από το μεγαλύτερο μέρος τού κλήρου και τους κάθε κοπής ή παραλλαγής παρατρεχάμενους του.

Μέσα σε ένα τέτοιο κλίμα μεταφέρονται οι ριζοσπαστικές και κοινωνικές ιδέες στον ελλαδικό χώρο, παρότι δεν μπορούμε να πούμε ότι δημιουργείται σε κάθε πεδίο της ελληνικής κοινωνίας πρόσφορο έδαφος για περαιτέρω ανάπτυξη, καθώς —όπως είναι φυσικό— η άνθηση πρώιμων τέτοιων αναρχικών και σοσιαλιστικών ιδεών εξαρτάται από τις εκάστοτε τοπικές, οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες, και ανάλογες μορφές αυτή λαμβάνει. Για παράδειγμα, διαφορετική είναι η ανάπτυξη των ιδεών αυτών σε αγροτικές περιοχές που ταλανίζονται από φτώχεια, αγραμματοσύνη. ύπαρξη φεουδαρχικών ακόμα σχέσεων εξουσίας και εκμετάλλευσης —ένα σίγουρα αρκετά παρθένο και γόνιμο πεδίο— και διαφορετική στα αστικά κέντρα, ειδικά στα εκεί ανώτερα εκπαιδευτικά ιδρύματα.

Δεν είναι τυχαίες, επομένως, ούτε και ξεκομμένες από την κοινωνικά περιρρέουσα ατμόσφαιρα οι πρώτες διεργασίες και ζυμώσεις που οδηγούν στη δημιουργία των πρώτων σοσιαλιστικών ομάδων, οι οποίες ρέπουν την περίοδο εκείνη περισσότερο προς τις τότε αναρχικές αντιλήψεις, έτσι όπως αυτές εκφράζονται κυρίως μέσα από τη διαμάχη μεταξύ των ακολουθητών των Μαρξ και Ένγκελς και όσων ενστερνίζονταν τις απόψεις τού Μπακούνιν και της Διεθνούς Σοσιαλιστικής Συμμαχίας στους κόλπους της Α' Διεθνούς.
Οι πρώιμες αυτές απόψεις και ιδέες ποικίλουν εξάλλου τόσο σε θεωρητικό όσο και σε πρακτικό επίπεδο. Φορείς των ιδεών αυτών από τη μια οι διανοούμενοι, που προσπαθούν να ενσταλάξουν σε όσο το δυνατόν πιο πλατιά στρώματα την πεποίθηση της ανωτερότητας του σοσιαλισμού σε σχέση με άλλα ιδεολογικά σχήματα και ότι αυτός θα επέλθει με την πειθώ. Υπάρχουν όμως και εκείνοι, ο λόγος των οποίων επιχειρεί να ερμηνεύσει ανατρεπτικά την όλη κοινωνική κατάσταση και προωθεί απόψεις για την κατάργηση της ατομικής ιδιοκτησίας, του κράτους και κάθε εξουσίας. Και γίνεται λόγος για τους πρώτους αναρχίζοντες σοσιαλιστές ή πρώιμους αναρχικούς.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι τη συγκεκριμένη ιστορική περίοδο δεν είναι εύκολο να καθοριστούν με απόλυτα διακριτό τρόπο οι αναρχικές ή αναρχοσοσιαλιστικές ή αναρχίζουσες ομάδες στον ελλαδικό χώρο, καθώς οι συλλογικότητες που αναδύθηκαν δεν χαρακτηρίζονται πάντα από συγκροτημένη εσωτερική λειτουργία και επεξεργασμένη θεωρητική και πρακτική στρατηγική ούτε και αυτοπροσδιορίζονται με ξεκάθαρη συμφωνία μεταξύ των μελών τους. Τηρουμένων, όμως, των επικρατουσών πολιτικών και κοινωνικών συνθηκών της εποχής και της κατάστασης στην οποία βρίσκεται το εν τη γενέσει κίνημα, τρεις ήταν εκείνες οι ομάδες, οι οποίες διακρίθηκαν από μια κατά κάποιον τρόπο θεωρητική και πρακτική συνεκτικότητα και προσπάθησαν να ερμηνεύσουν και να αναλύσουν τα ζητήματα της εποχής και του τόπου τους υπό το πρίσμα των τότε αναρχικών ιδεών.

Η πρώτη απ’ αυτές ήταν ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού τής Πάτρας», ακολουθεί η ομάδα πατρινών αναρχικών που συσπειρώθηκε γύρω από την εφημερίδα «Έπί τά πρόσω», και τέλος ο «Αναρχικός Όμιλος Πύργου», που κατά κάποιον τρόπο διαδέχθηκε την προηγούμενη συλλογικότητα. Σ’ αυτά τα τρία σχήματα που προέρχονται και έδρασαν στη δυτική Πελοπόννησο —γεγονός που μας κάνει να πούμε ότι η γεωγραφική αυτή περιφέρεια είναι που κατέχει την «πρωτοκαθεδρία» στην ανάπτυξη του κινήματος στον ελλαδικό χώρο— έρχεται να προστεθεί και ο «Αναρχικός Εργατικός Σύνδεσμος Αθηνών», οντότητα που φαίνεται πως κατά κύριο λόγο χρωστά την ίδρυση και ύπαρξή της στη μετακίνηση στην πρωτεύουσα πατρινών και πυργιωτών αναρχικών λόγω διώξεων, και για την οποία, όμως, πέρα από τα ονόματα των μελών της και το Υπόμνημα που απέστειλε στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού του 1900, δεν υπάρχουν άλλα στοιχεία που να αφορούν τη δράση της.

Θα μπορούσαμε να παραθέσουμε και την περίπτωση και των αναρχικών και αναρχοσυνδικαλιστών του Βόλου σχεδόν μια δεκαετία αργότερα. Η έλλειψη, όμως, στοιχείων μάς αποτρέπει από το να πούμε ότι οι αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές της πόλης αυτής έδρασαν ως συγκροτημένη και πολιτικά συνεκτική οργάνωση.

Το 1875, λοιπόν, ιδρύεται στην Πάτρα ο «Δημοκρατικός Σύλλογος», ο οποίος έπειτα από έναν χρόνο —και επειδή στόχος των εκεί αναρχικών ήταν η συγκρότηση μιας φεντεραλιστικού τύπου οργάνωσης που να συνενώνει τις υπάρχουσες τότε παρεμφερείς κινήσεις και ομάδες— απορροφήθηκε ως ιδρυτικό και βασικό όμως μέλος στον νεοσύστατο «Δημοκρατικό Σύνδεσμο τού Λαού». Αυτό που προσδίδει ιδιαίτερη σημασία στο χαρακτήρα του Συνδέσμου είναι ότι ευθύς εξαρχής φρόντισε να έρθει σε επαφή με αναρχικές συλλογικότητες και αντίστοιχες εκδόσεις της Ιταλίας και της Γαλλίας, αλλά πρωτίστως με την μπακουνικής τάσης Ομοσπονδία του Ζυρά (Jura) της Ελβετίας, προσχωρώντας στις θεωρητικές αποφάσεις των συλλογικών οργάνων της, δηλαδή στο ρεύμα του κολλεκτιβισμού που χαρακτήριζε το τότε νεαρό αναρχικό κίνημα στους κόλπους της Α' Διεθνούς. Τα μέλη τού Συνδέσμου φαίνεται έτσι ότι ήταν ενήμερα των εξελίξεων στο εξωτερικό και στόχευαν να θέσουν τις βάσεις για ένα ελλαδικό τμήμα της Διεθνούς και να συνδέσουν έτσι το τοπικό με το διεθνές αναρχικό και επαναστατικό κίνημα.

Από την άλλη, μέλη του Συνδέσμου είχαν σχέση συνεργασίας με συγκεκριμένες κινήσεις και αγωνιστές του υπόλοιπου ελλαδικού χώρου, σχέσεις οι οποίες χαρακτηρίζονται από μια ιδεολογική συγγένεια ή συνάφεια απόψεων. Αναφερόμαστε στην εφημερίδα «Εργάτης» του Παναγιώτη Πανά και του κύκλου του, που μπορούμε να πούμε ότι ήταν η μόνη που εμφορείτο και από διεθνιστικές και φεντεραλιστικές απόψεις. Μάλιστα, ήταν η πρώτη εφημερίδα που δημοσίευσε την είδηση περί ίδρυσης του Συνδέσμου, αλλά και κείμενα των μελών του.

Δεν γνωρίζουμε αν ο Σύνδεσμος, εκτός από την έκδοση της εφημερίδας «Ελληνική Δημοκρατία» ή τις διαλέξεις που φέρεται ότι οργάνωνε, είχε περαιτέρω πρακτική δράση και ποια ήταν η επίδρασή του τελικά στο εργατικό στρώμα, τη νεολαία ή άλλες κοινωνικές ομάδες της Πάτρας και της γύρω περιοχής. Κι ίσως δεν πρέπει να εξεταστούν εδώ οι κάπως θολές απόψεις του Συνδέσμου για το ρόλο του Κράτους ή για τον κατώτερο κλήρο, μιας και αυτό είναι έργο που απαιτεί μια πιο εμβριθή έρευνα και ανάλυση και δεν είναι έργο ενός ολιγοσέλιδου προλόγου.

Μια δεύτερη ομάδα πατρινών αναρχικών συγκροτήθηκε γύρω από την εφημερίδα «Έπί τά πρόσω» —σε μια ίσως πιο εξελιγμένη μορφή αναρχικής οργάνωσης απ’ ό,τι ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού»— στα μέσα της δεκαετίας του 1890, ως η μετεξέλιξη ενός κύκλου αναρχικών που δρούσε στο εσωτερικό της «Σοσιαλιστικής Αδελφότητος Πατρών», οργάνωσης-παραρτήματος του κεντρικού «Σοσιαλιστικού Συλλόγου» τού Σταύρου Καλλέργη, από τον οποίο και αποσπάστηκε εκδίδοντας αρχικά την εφήμερη έκδοση «Εμπρός». Ο κύκλος αυτός ήταν σημαντικός τόσο για τον αριθμό των μελών του όσο και σε σχέση με την δράση του, και ως φυσική συνέπεια ήρθε η αποχώρησή του από την υπό καλλεργικό έλεγχο σοσιαλιστική οργάνωση, μιας και ήταν αρκετά ώριμες οι συνθήκες για μια ξεχωριστή, πολιτική και συγκεκριμένη αναρχική οργάνωση.

Η αγορά και η ακόλουθη μετατροπή της αστικοδημοκρατικής εφημερίδας «Έπί τά πρόσω» του Ευμορφόπουλου σε αναρχική υπήρξε κυρίως πρωτοβουλία και έργο του Γιάννη Μαγκανάρα, γύρω από τον οποίο συσπειρώθηκε η ομώνυμη αναρχική ομάδα. Παρ’ ότι στην «Έπί τά πρόσω» επιχειρήθηκε να δοθεί μια ευρεία και όχι στενά αναρχική υφή με τη δημοσίευση και σοσιαλιστικών και μεταρρυθμιστικών απόψεων (κάτι το οποίο κακώς μερικοί μαρξιστές αποδίδουν σε ιδεολογική σύγχυση), τόσο η πρακτική ενασχόληση όσο και η θεωρητική δουλειά της συνηγορούν στην άποψη ότι η ομάδα γύρω από την εφημερίδα ενστερνίστηκε κατά κύριο λόγο τις αναρχικές κομμουνιστικές απόψεις, όπως αυτές εκφράζονταν τότε από τον Πιοτρ Κροπότκιν και τους συνοδοιπόρους και συντρόφους του, τις οποίες η ομάδα προσπάθησε να θέσει σε πρακτική εφαρμογή με τη συνεχή μετάφραση σημαντικών κειμένων της τότε αναρχικής βιβλιογραφίας, μα και την άμεση συμμετοχή των μελών της στις πρώτες εργατικές κινητοποιήσεις στην πόλη και τη συνεχή εξόρμησή τους στα γύρω χωριά και την επαρχία, ξεσηκώνοντας αγροτικά συλλαλητήρια και στάσεις, κυρίως των σταφιδοπαραγωγών.

Τα γεγονότα, όμως, του 1896 με πρωτεργάτη τον Δημήτρη Μάτσαλη (που —να τονιστεί— δεν είχε καμία σχέση με την «Έπί τά πρόσω») και η απόπειρα δολοφονίας του βασιλιά Γεωργίου Α' το 1898 είχαν ως αποτέλεσμα αλλεπάλληλα κύματα καταστολής από τον τότε κρατικό μηχανισμό (ο οποίος δεν είχε μόνο στο στόχαστρό του τους αναρχικούς, αλλά κάθε φορέα προοδευτικής άποψης γενικότερα), θέτοντας ένα φρένο στην όλη δραστηριότητα.

Αυτή η εξέλιξη έδωσε από την άλλη και μια ώθηση για περαιτέρω ιδεολογική δουλειά και, με δεδομένο ότι από το 1898 η ομάδα «Έπί τά πρόσω» ήταν πλέον παρελθόν, κάποια από τα στελέχη της συνενώθηκαν με αναρχικούς του Πύργου και συγκρότησαν τον «Αναρχικό 'Όμιλο Πύργου» που τον ίδιο χρόνο εξέδωσε την εφημερίδα «Νέον Φώς». Όμως, ο ιδεολογικός προσανατολισμός τού Ομίλου και της εφημερίδας αυτής διέφερε από αυτόν της «Έπί τά πρόσω» σε πολλά ζητήματα. Το διάδοχο αυτό σχήμα δεν ήταν μια κατά βάση αναρχική κομμουνιστική ή έστω μια συνεκτική συλλογικότητα, αλλά μάλλον ένα σχήμα σύνθεσης απόψεων. Συνυπήρχαν σε αυτή πολλές και διαφορετικές τάσεις, με κύρια την αναρχοχριστιανική, όπως αυτή εκφραζόταν από τον Βασίλη Θεοδωρίδη που προερχόταν από τον κύκλο του Αρνέλλου. Ωστόσο, και αυτή η ομάδα δραστηριοποιήθηκε ή φιλοδόξησε να δραστηριοποιηθεί έντονα στο χώρο των σταφιδοπαραγωγών.

Φαίνεται, επίσης, ότι και αυτό το σχήμα, συνεχίζοντας το έργο τού προκατόχου του σχήματος της Πάτρας, διατήρησε τις διεθνείς επαφές, και απόδειξη αυτού είναι ότι το 1899 προσκλήθηκε να συμμετάσχει στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού του 1900. Η οικονομική ανέχεια, όμως, δεν επέτρεψε στα μέλη του «Αναρχικού 'Ομίλου Πύργου» να στείλουν αντιπροσώπους, και απλώς απέστειλαν μια Έκθεση στο Συνέδριο, όπου παραθέτουν μόνο τη δράση τους.

Η συνεχιζόμενη καταστολή και η μεγάλη φτώχεια που μάστιζε την περιφέρεια είχαν ως αποτέλεσμα τη μαζική αστυφιλία και τη μετανάστευση στο εξωτερικό, γεγονότα που κατά πολύ συνέβαλαν στο σταδιακό άδοξο τέλος του αναρχικού κινήματος της δυτικής Πελοποννήσου ελάχιστους μήνες μετά, με κάποιες μόνο αυτόνομες αλλά εφήμερες αναλαμπές στα μετέπειτα αγροτικά συλλαλητήρια και εξεγέρσεις, ειδικά στην πόλη τού Πύργου και την Ηλεία.

Να ειπωθεί εδώ ότι στελέχη και των δύο ομάδων (Πάτρας και Πύργου), όπως οι Γιάννης Μαγκανάρας, Δρόσος Μεϊντάνης και Δημήτρης Καραμπίλιας, εγκαταστάθηκαν στην Αθήνα και σε συνεργασία με μέλη του προγενέστερου Σοσιαλιστικού Συνδέσμου «Κόσμος» προχώρησαν στην ίδρυση του «Αναρχικού Εργατικού Συνδέσμου Αθηνών». Ο Σύνδεσμος αυτός —που σύμφωνα με κάποιους μελετητές ήταν κατά βάση έργο του Δρόσου Μεϊντάνη και είχε ήδη ιδρυθεί από τα τέλη του 1898— απέστειλε, όπως αναφέρθηκε, το άκρως πληροφοριακό Υπόμνημά του στο Συνέδριο του Παρισιού του 1900, αλλά διαλύθηκε, σύντομα, το 1901, με το θάνατο του Μεϊντάνη τον ίδιο χρόνο.

Κείμενα ή αποσπάσματα κειμένων τέτοιων διανοούμενων και αγωνιστών ανθολογούνται στην εν λόγω εργασία. Και παρότι αυτά χαρακτηρίζονται από μια πανσπερμία απόψεων και διαφορετικών ερμηνειών όσον αφορά το κοινωνικό ζήτημα της εποχής τους, μοιράζονται ωστόσο όλα εκείνα τα στοιχεία και τα προτάγματα που συνθέτουν την αναρχική κοσμοθεώρηση. Προεξέχουν εδώ, φυσικά, η σαφής και ενδελεχής ανάλυση των θεμάτων που πραγματεύονται, η ανελέητη κριτική θεσμών και καταστάσεων και η προώθηση του αναρχικού ιδεώδους.

Έτσι παρατίθενται μνημειώδη έργα, όπως το «Σκέψεις ένός ληστού ή ή καταδίκη τής κοινωνίας», όπου ο διανοούμενος, συγγραφέας και ρομαντικός ποιητής Δημήτριος Παπαρρηγόπουλος, τάσσεται αναφανδόν στο πλευρό των εξεγερμένων της εποχής του, των λεγάμενων ληστών, στηλιτεύοντας και κατακεραυνώνοντας ανελέητα κυβερνήσεις και θεσμούς.

Ακολουθεί το πρώτο στην ουσία αναρχικό κείμενο που δημοσιεύτηκε ποτέ σε ελληνόγλωσσο έντυπο και φέρει τον τίτλο «Αναρχία» και υπογράφεται από τον Δήμο Παπαθανασίου, συγγραφέα επηρεασμένο βαθιά από τις ιδέες του Πιερ Ζοζέφ Προυντόν και έναν από τους ελάχιστους υμνητές της Παρισινής Κομμούνας στον ελλαδικό χώρο. Στη συνέχεια παρατίθεται απόσπασμα κειμένου με τον τίτλο «Ή ριζική πολιτευματική μεταρρύθμισις» του Παναγιώτη Πανά, ενός από τους πλέον ριζοσπάστες επτανήσιους και αφοσιωμένου συμπαραστάτη των πρώιμων αναρχικών οργανώσεων.

Όπως είδαμε πριν, ο «Δημοκρατικός Σύνδεσμος τού Λαού», η πρώτη ιστορικά καταγραμμένη αναρχική ομάδα στον ελλαδικό χώρο, συνήψε ηθελημένα συγκεκριμένες σχέσεις με ευρωπαίους αναρχικούς, κυρίως εκείνους που δραστηριοποιούνταν γύρω από την τότε Ομοσπονδία του Ζυρά στην Ελβετία, προσχωρώντας στις κολλεκτιβιστικές ιδέες. Το αρκετά σημαντικό κείμενο του στελέχους της ομάδας αυτής Διονυση Αμπελικόπουλου, με τίτλο «Μελέτη για τόν σοσιαλισμό στήν Ελλάδα», εντάσσεται στη διαδικασία της ανάλυσης υπό το πρίσμα των τότε αναρχικών ιδεών και της τότε επικρατούσας κοινωνικής κατάστασης στη χώρα.

Ακολουθεί απόσπασμα κειμένου του Ευάγγελου Μαρκαντωνάτου, στελέχους και για αρκετό διάστημα γραμματέα τού Κεντρικού Σοσιαλιστικού Συλλόγου του Σταύρου Καλλέργη στην Αθήνα, με τίτλο «Ή πολυτέλεια ώς προνόμιο πού πηγάζει από τό γένος καί τόν πλούτο», στο οποίο κατακρίνεται η ροπή προς τον άκρατο πλουτισμό από την πλευρά των εξουσιαστών.

Ο Ηρακλής Αναστασίου, αναρχοσυνδικαλιστικών απόψεων και επίσης μέλος των οργανώσεων του Σταύρου Καλλέργη, ήταν αυτοδίδακτος ερευνητής και συγγραφέας κειμένων και αναλύσεων.· Εδώ φιλοξενούνται δύο κείμενά του, το πρώτο με τίτλο «Ή άντιπροσωπεία ώς άπόρροια τοϋ λαϊκού φρονήματος», στο οποίο κατακρίνει όλους όσους συμμετέχουν στις εκάστοτε εκλογικές διαδικασίες με τις οποίες παγιώνεται το κράτος, και το δεύτερο με τίτλο «Εγχειρίδιο ή άποκτηνωτήριο τοΰ έργάτου;», όπου ασκεί κριτική στις απόψεις του μεταρρυθμιστή σοσιαλιστή (και εκ των πατέρων της ελλαδικής σοσιαλδημοκρατίας) Πλάτωνα Δρακούλη, που την ίδια εποχή είχε κυκλοφορήσει το «Εγχειρίδιο τοϋ Έργάτου».

Ο Παύλος (Παναγιώτης) Αργυριάδης έμεινε γνωστός από τη συμμετοχή του στο γαλλικό σοσιαλιστικό και αναρχικό κίνημα ως εκδότης του περίφημου «Almanac de la Question Sociale», ως ρήτορας και νομικός που υπεράσπισε με θέρμη και ζήλο σοσιαλιστές, αναρχικούς και άλλους αγωνιστές στα γαλλικά δικαστήρια. Ωστόσο, η συμβολή του στο βάθεμα των αναρχικών και επαναστατικών ιδεών στον ελλαδικό χώρο ήταν καθοριστική και εδώ δημοσιεύονται αποσπάσματα από δύο κείμενά του με τίτλο «Τά δεινά τής έργατικής τάξεως δέν έτελείωσαν ακόμα» και «Μόνο ό συναισθηματισμός μπορεί να κάνει μιά επανάσταση νά άποτύχει».

Μία από τις φυσιογνωμίες εκείνες που έθεσαν όχι μόνο την πένα και το λόγο τους, αλλά και το πρακτικό τους παράδειγμα στην υπόθεση της εξάπλωσης των αναρχικών ιδεών στα κατώτερα κοινωνικά στρώματα της Πάτρας και των γύρω χωριών, στους εργάτες και τους αγρότες, υπήρξε ο Γιάννης Μαγκανάρας. Τα γραπτά και οι μεταφράσεις του αποτελούν σημαντική συμβολή στην εμφάνιση και ανάπτυξη της ελλαδικής αναρχικής φιλολογίας και βιβλιογραφίας. Στην παρούσα έκδοση φιλοξενούνται τα κείμενά του «Ή χειραφεσία τής γυναικός καί ή έγκληματικότης», «Χρυσούς αιών», «Τί είναι καί τί θέλουν οί άναρχικοί» και «Ή φωνή τών έργατών».

Αξιόλογη μορφή του αναρχικού κινήματος της δυτικής Πελοποννήσου ήταν και ο Δημήτρης Αρνέλλος, επίσης μορφωμένος και μεταφραστής έργων της αναρχικής βιβλιογραφίας στην ελληνική γλώσσα. Ο ίδιος, αν και εμφορούμενος και από κάποιες θρησκευτικές δοξασίες, έδωσε αυθεντικά κείμενα στα οποία εισάγει για πρώτη φορά απόψεις και εγχειρήματα καινοφανή στα ελληνικά χρονικά, όπως οι συνεταιρισμοί στο άρθρο του με τίτλο «Συνεταιρισμοί με άλληλοβοήθειαν καί έλευθερίαν καί εύτυχίαν».

Σημαντική πρέπει να θεωρείται και η συμβολή του εργάτη Πάνου Μαχαιρά. εμβληματικής προσωπικότητας του αναρχικού κινήματος επίσης της δυτικής Πελοποννήσου, του οποίου παρατίθεται εδώ η παρέμβαση με τίτλο «Έκμεταλλευτής καί έργάτης».

Ακολουθεί κείμενο του Βασίλη Θεοδωρίδη με τίτλο «Έρρέτω άπειράκις ό πολιτικός», στο οποίο εμφανίζονται και οι πρώτες οικολογικές ανησυχίες από την πλευρά των αναρχικών στον ελλαδικό χώρο, εν είδει κριτικής στην καλπάζουσα εκβιομηχανοποίηση των πάντων.

Αν και οι ιδεολογικές και θεωρητικές καταβολές τού Μαρίνου Αντύπα υπήρξαν πολυποίκιλες και όχι μόνον αναρχικές, ωστόσο ο ίδιος θεωρείται ο οραματιστής και ο αρχηγέτης του επαναστατικού αγροτικού κινήματος, το οποίο στα πρώτα του βήματα επηρεάστηκε ανάμεσα σε άλλα και από αναρχικές αγροτιστικές απόψεις. Δημοσιεύονται εδώ δυο κείμενά του, τα «Είμεθα έπαναστάται» και «Τό πρόγραμμά μας».

Οι αναρχικές ιδέες επιχειρήθηκε να διαδοθούν και στα αστικά κέντρα της Θεσσαλίας. Στο Βόλο η σημαντικότερη κίνηση γύρω από την οποία συσπειρώθηκαν οι εκεί σοσιαλιστές και αναρχικοί ήταν το «Εργατικό Κέντρο», το οποίο εξέδωσε την εφημερίδα «Έργάτης». Βασικό στέλεχος των αναρχικών του Βόλου εκείνης της εποχής —οι περισσότεροι από τους οποίους προέκριναν αναρχοσυνδικαλιστικές απόψεις— ήταν ο Γεώργιος Κόσσυβας, προερχόμενος από την Αίγυπτο, τακτικός αρθρογράφος του «Εργάτη», απ’ όπου παρατίθεται εδώ το κείμενο «’Έχουν οί εργάτες πατρίδα;».

Και φτάνουμε σε έναν από τους πλέον ολοκληρωμένους αναρχικούς μαχητές και δια νοητές της εποχής του, τον Σταύρο Κουχτσόγλους, ο οποίος είχε αναπτύξει μεγάλη δράση στην Τουρκία, την Αίγυπτο και την Ελλάδα. Στην παρούσα έκδοση παρατίθεται το κείμενό του με τον τίτλο «Δέν ψηφίζω-Είμαι έργάτης», με το οποίο κατακεραυνώνεται ο θεσμός των εκλογών και η ζημιά που επιφέρει στην εργατική τάξη και τη μαχητικότητά της, και ο πρόλογος της μπροσούρας «Κάτω ή Μάσκα» (που εκδόθηκε αρχικά στο Κάιρο το 1912) σχετικά με τον τρόπο διάδοσης των αναρχικών ιδεών.

Επίσης, στο επισυναπτόμενο παράρτημα παρατίθενται αποσπάσματα από το Πρόγραμμα της πρώτης αναρχικής ομάδας του ελλαδικού χώρου, του «Δημοκρατικού Συνδέσμου τού Λαού» της Πάτρας, καθώς και ανάλυση από τον ίδιο Σύνδεσμο για το τότε Ανατολικό Ζήτημα, που δημοσιεύτηκαν στο ένα και μοναδικό φύλλο της εφημερίδας τους «Ελληνική Δημοκρατία», και αποτελούν μέρος, όπως είπαμε, της διαδικασίας θεωρητικής προσέγγισης των σημαντικότερων τότε ζητημάτων που απασχολούσαν την ελλαδική κοινωνία και της ερμηνείας τους υπό το πρίσμα των αναρχικών ιδεών.

Ακολουθούν δύο αποσπάσματα με τις προγραμματικές θέσεις των αναρχικών της ομάδας «Έπί τά πρόσω», το πρώτο με τίτλο «Οί ιδέες μας δέν πρέπει νά προξενώσι τρόμον», που πιθανόν γράφτηκε από τον Μαγκανάρα, και το δεύτερο με τον τίτλο «Ή μεταξύ των κοινωνικών άτόμων εθελούσια άλληλεγγύη», που δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα τους ως απάντηση στο κύμα καταστολής που εξαπέλυσε το τότε ελλαδικό Κράτος σε βάρος των αναρχικών και σοσιαλιστών μετά τα γεγονότα με πρωταγωνιστή τον Δημήτρη Μάτσαλη στην Πάτρα.

Παράλληλα, παρατίθεται το Υπόμνημα της «Αναρχικής Ομάδας Πύργου» προς το Συνέδριο του 1900, όπου γίνεται αναφορά στη μέχρι τότε θεωρητική της δουλειά, υπόμνημα που δημοσιεύτηκε και στο εκδοτικό της όργανο, την εφημερίδα «Νέον Φως», με τίτλο «Ή έπίδραση των ιδεών μας».

Στην έκδοση περιλαμβάνεται, επίσης, απόσπασμα από το Υπόμνημα του «Αναρχικού Εργατικού Συνδέσμου Αθηνών» στο Διεθνές Αναρχικό Συνέδριο του Παρισιού, όπου περιγράφεται η δράση της ομάδας και η κατάσταση του κινήματος στη χώρα, και τίθενται ερωτήματα ως προς το ποια είναι τα καλύτερα μέσα διαφώτισης για την ανάπτυξη των αναρχικών ιδεών κατά την κρίση των συνέδρων.

Το παρόν έργο είναι από τα σπάνια εκείνα που φιλοδοξούν να ανατρέψουν το κλίμα της ακινησίας που χαρακτηρίζει το ίδιο το αναρχικό κίνημα όσον αφορά τη γνώση της ιστορίας τού ελλαδικού αναρχισμού, ανάβοντας έναν μικρό σπινθήρα έρευνας, αξιολόγησης και άντλησης εμπειρίας και διδαγμάτων από τη δράση των πρώιμων εκείνων διανοητών που έδρασαν κυρίως στο δεύτερο μισό του 19ου και τις δυο πρώτες δεκαετίες του 20ού αιώνα.

Γι’ αυτό και στοχεύει να βρει τους αποδέκτες του: αυτούς που αυτοχαρακτηρίζονται αναρχικοί ή ελευθεριακοί, προσφέροντάς τους ένα ακόμα εργαλείο αντλημένο από ένα μέρος της ιστορίας τού επαναστατικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο, αλλά και όλους εκείνους που δεν βολεύονται με τα κάθε είδους «ιστορικά» σκευάσματα των ειδικών και των κάθε είδους βιαστών της επαναστατικής ιστορίας.

This page has not been translated into Kurdî / کوردی yet.

This page can be viewed in
English Italiano Deutsch
George Floyd: one death too many in the “land of the free”
© 2005-2020 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]