user preferences

Kαι τότε ρίξανε τον κλήρο

category Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος | Μετανάστευση / Ρατσισμός | Γνώμη / Ανάλυση author Monday May 28, 2012 14:01author by Clandestina Report this post to the editors

Μέρος Β’

και τότε ρίξανε τον κλήρο να δούνε ποιος θα φαγωθεί, «για να ξεβρωμίσει ο τόπος»
Αναδημοσιεύουμε μια εξαιρετική ανάλυση από το site clandestina news Μια προσπάθεια ερμηνείας ενός στημένου παιχνιδιού
με περισσευάμενους, αναλώσιμους, μετανάστες και φασίστες
07_1.jpg

ευρωπαϊκή αλληλεγγύη και βαλκανικά αλισιβερίσια

Όπως προαναφέραμε, πυρήνας της πολιτικής της Ε.Ε. για τη διαιώνιση της τόσο απαραίτητης εκμετάλλευσης των μεταναστευτικών ροών είναι η εξωτερίκευση των συνόρων της σε συνδυασμό με τη δημιουργία εσωτερικών απαρτχάιντ.
Aκούμε συχνά ότι η ΕΕ δεν μας δίνει αρκετά χρήματα «για να χτίσουμε φυλακές και να φυλάξουμε τα σύνορά μας», ποτέ όμως δεν αναφέρεται ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν διεκδικεί κονδύλια για να κάνει λιγότερο τραγικές τις συνθήκες ζωής των μεταναστών (που φυσικά στη συνέχεια υποβαθμίζουν και τις συνθήκες ζωής των Ελλήνων).

Στην πρόσφατη συνάντηση Χρυσοχοΐδη – Malmström, ο έλληνας υπουργός παραδέχθηκε ότι η Ελλάδα έχει χρησιμοποιήσει μόνο 40 από τα 250 εκατομμύρια ευρώ που της διατέθηκαν από το Ταμείο Προστασίας Εξωτερικών Συνόρων και το Ταμείο Επιστροφών. Ξέχασε όμως να αναφέρει το Ευρωπαϊκό Ταμείο για τους Πρόσφυγες που έχει δημιουργήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση, με προϋπολογισμό 628 εκατομμύρια ευρώ για τα έτη 2008-2013, όπως επίσης ξέχασε να αναφέρει ότι την τριετία 2008-2010 η Ελλάδα, ενώ διαμαρτυρόταν για το μεγάλο ποσοστό εισόδου μεταναστών χωρίς χαρτιά στην ΕΕ από τα ελληνικά σύνορα, ζήτησε από αυτά τα 628 εκατομμύρια ευρώ μόνο 16,8 εκατομμύρια (τα οποία και της δόθηκαν αμέσως).

Το περιεχόμενο της «διαμάχης» Ελλάδας-ΕΕ για το μεταναστευτικό είναι το εξής:
H ΕΕ λέει στην Ελλάδα: ξεσκαρτάρισε τους μετανάστες που περνάνε τα σύνορά σου, κράτησε ένα ποσοστό ως δικαιούμενους άσυλο, μετέτρεψε τους υπόλοιπους σε ελεγχόμενους υπό απέλαση, απέλασε αρκετούς, κράτησε τους υπόλοιπους ως φοβισμένο εργατικό δυναμικό, κατά καιρούς νομιμοποίησε κάποιους (όπως έκανε πριν 2 χρόνια η Ιταλία και λίγο παλιότερα το Βέλγιο και η Ισπανία), μόνο φρόντισε να κάνεις αυτές τις νομιμοποιήσεις σαν να παρακούς τις εντολές μου, αφού επισήμως είμαστε κατά των μαζικών νομιμοποιήσεων.

Η Ελλάδα απαντά ότι δεν θέλει να αναλάβει τις επαναπροωθήσεις γιατί η Τουρκία δεν τους δέχεται, θέλει να αναλάβει η ΕΕ τη διαπραγμάτευση με την Τουρκία και αφού η Ελλάδα δεν απελαύνει, δεν δίνει και άσυλο ούτε προβαίνει σε νομιμοποιήσεις – ενισχύοντας τελικά μια κατάσταση παρανομίας πέραν των ορίων αυτού που η Ε.Ε. θα ήθελε να υπάρχει στο εσωτερικό της (βέβαια η έννοια του «εσωτερικού» της ΕΕ όπως είδαμε αλλάζει…).

Η διαμάχη μεταξύ Ελλάδας – ΕΕ – Τουρκίας είναι πάντως δευτερεύουσα ως προς την ουσία του «μεταναστευτικού προβλήματος» γιατί αυτή η διαμάχη ούτε προκαλεί ούτε θα επιλύσει την ανθρωπιστική κρίση.

Η Ελλάδα θα μπορούσε να ικανοποιεί τις απαιτήσεις της ΕΕ και να συνεχίζεται ο εφιάλτης των ανθρώπων-σκουπιδιών στο κέντρο της Αθήνας ή να μην τις ικανοποιεί αλλά ο εφιάλτης να μην υπάρχει (μέσω της απορρόφησης ενός μέρους των μεταναστών στην αγροτική παραγωγή, της απελευθέρωσής τους από τα κυκλώματα, της διασποράς τους στο σύνολο της χώρας και της «κοινωνικής και εργασιακής ένταξής» τους, έστω και χωρίς νομιμοποίηση και υπό στυγνή εκμετάλλευση, βλ. π.χ. μπαγκλαντέζους μετανάστες στα φραουλοχώραφα της Ηλείας).

Η συσσώρευση των ανθρώπων-σκουπιδιών στο κέντρο της Αθήνας δεν είναι αποτέλεσμα της «παράνομης εισόδου τους στη γη της επαγγελίας». Η ανθρωπιστική κρίση έχει τα ίδια αίτια με αυτά της δημιουργίας 1,5 εκατομμυρίου ελλήνων ανέργων. Είναι η χρησιμοποίηση της Ελλάδας ως πεδίου πειραματισμού για τη δημιουργία και διαχείριση μιας εσωτερικής κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, ως μόνης διεξόδου της κρίσης του παγκοσμιοποιημένου καπιταλισμού, καθώς ο καπιταλισμός ο ίδιος παίρνει τη μορφή της παγκοσμιοποιημένης κρίσης διαρκείας.

«…οι μετανάστες είναι καταστροφή για την Ελλάδα…»

Πολλοί μιλάνε για την αναγκαιότητα διατύπωσης ρεαλιστικών προτάσεων από τη μεριά της κοινωνικής αμφισβήτησης – δυστυχώς η μόνη ρεαλιστική λύση είναι το τέλος του καπιταλισμού και η μόνη ρεαλιστική πρόταση για απάλυνση των επιπτώσεων αυτού του βάρβαρου συστήματος μέχρις να επιτευχθεί η κατάργησή του είναι οι κοινωνικοί αγώνες. Για να συμβεί όμως αυτό θα πρέπει πρώτα να συνειδητοποιήσουμε τι πραγματικά συμβαίνει γύρω μας. Καμμιά φορά λοιπόν η διατύπωση προτάσεων που φαντάζουν ως ρεαλιστικές στο πλαίσιο του συστήματος είναι χρήσιμη γιατί μέσα από την άρνηση εφαρμογής τους αποδεικνύονται οι πραγματικοί στόχοι του αντιπάλου.

Όταν τις τελευταίες δεκαετίες εκατοντάδες χιλιάδες έχουν εγκαταλείψει την πρωτογενή παραγωγή καθιστώντας την Ελλάδα αν μη τι άλλο εξαρτημένη διατροφικά, είναι τουλάχιστον αστείο να λέμε ότι ένα διαθέσιμο φτηνό εργατικό δυναμικό εκατοντάδων χιλιάδων «δεν χωράει».

Για μια κλασική φιλελεύθερη οικονομική αντίληψη οι μετανάστες θα μπορούσαν να είναι «ευλογία» για την ελληνική κοινωνία, με όρους φυσικά στυγνής καπιταλιστικής εκμετάλλευσης και όχι κοινωνικής οικονομίας ή κοινωνικής δικαιοσύνης. Για να γίνουμε συγκεκριμένοι: ένας άνθρωπος προερχόμενος από μία χώρα όπου το μεροκάματο είναι 2 ευρώ, θα ήταν παραπάνω από πρόθυμος να εργαστεί με ένα μεροκάματο πενταπλάσιο από ό,τι στην χώρα προέλευσής του, δηλαδή ένα μεροκάματο, ας πούμε, 10 ευρώ, αρκεί να μην έπρεπε να το δαπανά σε δικηγόρους, δουλεμπόρους και για την επιβίωσή του. Τα ποσά που διατίθενται για καταστολή και κέντρα κράτησης θα μπορούσαν να διατεθούν για αξιοπρεπή στέγαση. Αν θα μπορούσαν οι μετανάστες να εργάζονται στον πρωτογενή τομέα και ταυτόχρονα να επιβιώνουν δαπανώντας καθημερινά 2-3 ευρώ (μέσω εσωτερικής ανταλλαγής προϊόντων και τη χρήση κουπονιών και όχι χρήματος για τις υπόλοιπες καθημερινές ανάγκες) θα μπορούσαν να χρησιμοποιούν το υπόλοιπο για να ενισχύουν τις οικογένειές τους πίσω στη χώρα προέλευσής τους στέλνοντας 150 ευρώ το μήνα, δηλαδή 2.000 ευρώ το χρόνο, ποσό τριπλάσιο από το μέσο ετήσιο εισόδημα στις χώρες τους.

Από μια τέτοια πρόταση όλοι θα έβγαιναν κερδισμένοι: οι μετανάστες για τους λόγους που προαναφέρθηκαν και οι ντόπιοι γιατί: (1) η Ελλάδα θα ήταν διατροφικά αυτάρκης, αντί να εισάγονται προϊόντα τα οποία ο έλληνας καταναλωτής πληρώνει πολύ ακριβότερα (και για την παραγωγή των οποίων ο παραγωγός τους στο λεγόμενο τρίτο κόσμο βγάζει πολύ λιγότερα), (2) αυτό που λένε εθνική οικονομία θα ενισχυόταν γιατί η χώρα αντί να εισάγει θα έκανε εξαγωγές, γεγονός που θα δημιουργούσε νέες θέσεις εργασίας, (3) το κέντρο της Αθήνας θα αποσυμφοριζόταν, (4) η ερημωμένη ελληνική ύπαιθρος θα αποκτούσε ζωή, (5) τα κυκλώματα της μαφίας θα δέχονταν θανάσιμο πλήγμα καθώς θα έφευγε από τον έλεγχό τους μια τεράστια πηγή κέρδους και συνακόλουθα η αποδυνάμωσή τους θα τα καθιστούσε λιγότερα ισχυρά και στους υπόλοιπους τομείς της δραστηριότητάς τους (πορνεία, εμπόριο όπλων και ναρκωτικών, εγκλήματα κατά της ζωής και της μικροϊδιοκτησίας).

Αυτό το απόλυτα ρεαλιστικό για μία τάση των καπιταλιστών σχέδιο φυσικά δεν πρόκειται να εφαρμοστεί από τους διαχειριστές της εξουσίας παρόλο που εξυπηρετεί τους δημόσια διακηρυγμένους στόχους τους και αυτό γιατί δεν εξυπηρετεί τους πραγματικούς τους στόχους οι οποίοι είναι: διατροφική εξάρτηση του πληθυσμού, εξάρτηση από τις διεθνείς τράπεζες και τις πολυεθνικές, υποβάθμιση του επιπέδου ζωής, δημιουργία μιας διαρκώς υποβαθμιζόμενης εργασιακής εφεδρείας, κατάργηση δικαιωμάτων, δημιουργία παρακρατικών συμμοριών με κοινωνική αποδοχή.

…για το «παρεμπόριο»

Μια άλλη αφήγηση που επαναλαμβάνεται αδιάκοπα, είναι ότι «οι μετανάστες μικροπωλητές ευθύνονται για τα μαγαζιά που κλείνουν».
Δηλαδή η εξαφάνιση του διαθέσιμου εισοδήματος δεν σχετίζεται με το κλείσιμο των μαγαζιών! Για να το πούμε απλά, όσα χρήματα έχει για να ξοδέψει ο φτωχοποιημένος νεοέλληνας, τόσα θα ξοδέψει. Αγοράζοντας ένα υποκατάστατο προϊόν από μικροπωλητή, εξοικονομεί χρήματα τα οποία θα διαθέσει για την αγορά άλλων προϊόντων. Αν δεν αγόραζε φθηνά από το μικροπωλητή, θα του έμεναν λιγότερα χρήματα. Αγοράζοντας από μικροπωλητή, χάνει βέβαια το κατάστημα που πουλάει το ομοειδές προϊόν, κερδίζουν όμως όλα τα υπόλοιπα καταστήματα. Αγοράζοντας ένα φθηνό παπούτσι ή ένα φορτιστή για κινητό από το δρόμο, σου μένουν χρήματα για να αγοράσεις ένα βιβλίο, τρόφιμα ή τα φάρμακα τα οποία δεν διατίθενται πλέον δωρεάν. Από την άλλη, τα χρήματα που δαπανώνται για τις καθημερινές επιχειρήσεις-σκούπα της ΕΛ.ΑΣ., δεν θεωρούνται πεταμένα λεφτά και κανένας δεν χαρακτήρισε το «κίνημα της πατάτας» ως παρεμπόριο το οποίο βλάπτει τα μανάβικα, ούτε το σύστημα μη-χρηματικής ανταλλαγής υπηρεσιών το οποίο εξήγγειλαν π.χ. ο περιφερειάρχης κεντρικής Μακεδονίας Τζιτζικώστας και τοπικοί δήμοι θεωρήθηκε ότι πλήττει αυτούς που επιμένουν να «προσφέρουν τις υπηρεσίες τους» με χρηματικό αντάλλαγμα, όσους δηλαδή έχουν απομείνει να εργάζονται.

Στην «αναπροσαρμογή της οικονομίας» κερδίζουν οι πολυεθνικές, στοχοποιούνται οι μετανάστες και οι υπόλοιποι ας τα βγάλουν πέρα όπως μπορούν, όσο μπορούν.

Το κυνήγι των μικροπωλητών αφενός αποσκοπεί στην εδραίωση της εικόνας παραταγμένων διμοιριών των ΜΑΤ στα πάρκα και τις πλατείες, δημιουργεί δηλαδή τις προϋποθέσεις για την αποδοχή της διαρκούς παρουσίας ενός στρατού κατοχής, τόσο απαραίτητου σε μια χώρα υπό οικονομική κατάρρευση. Επιπλέον, το κυνήγι των μικροπωλητών συντελεί στην αύξηση της παραβατικότητας, με τον ίδιο τρόπο που το κυνήγι των μαλακών ναρκωτικών αυξάνει τη χρήση των σκληρών.

…για την παραβατικότητα, τις μαφίες και τη χρησιμότητά τους

Μιας και αναφερθήκαμε στα ναρκωτικά είναι ενδιαφέρον ότι στο δημόσιο λόγο σχετίζονται με την ηρωίνη οι μετανάστες και όχι οι δυνάμεις του ΝΑΤΟ στο Αφγανιστάν, λαμβάνοντας υπόψη ότι η παραγωγή της ηρωίνης στο Αφγανιστάν μετά την «απελευθέρωσή του» από τους συμμάχους πενταπλασιάστηκε (ή και δεκαπλασιάστηκε, σύμφωνα με άλλες εκτιμήσεις).

Όσο για την απόφανση ότι οι μετανάστες αυξάνουν την εγκληματικότητα, καθώς προέρχονται από χώρες όπου «η ανθρώπινη ζωή δεν έχει τόση αξία όσο στην πολιτισμένη Δύση», είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι αυτή διατυπώνεται ενώ λίγες βδομάδες πριν, στις 11 Μάρτη, αμερικανός πεζοναύτης εκτέλεσε «για πλάκα» 16 αμάχους (μεταξύ τους 9 παιδιά) κατά τη διάρκεια νυχτερινής του βόλτας σε 2 χωριά νότια της Κανταχάρ.

Είναι προφανές ότι η οικονομική κρίση και η προσπάθεια για επιβίωση σε συνθήκες παρανομίας και διωγμών δημιουργούν το περιβάλλον για την άνθηση των διαφόρων μαφιών.

Οι επιχειρήσεις σκούπα όμως δεν πολεμούν τις μαφίες, αντιθέτως τις τροφοδοτούν.
Όταν για εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους δεν υπάρχει νόμιμος τρόπος απόκτησης εισοδήματος και όταν οι μετανάστες μικροπωλητές αντιμετωπίζονται ως μεγαλέμποροι ναρκωτικών, όταν αλέθονται στη μηχανή του κιμά οικονομικοί μετανάστες, πρόσφυγες, αιτούντες άσυλο, θύματα trafficking και ασυνόδευτοι ανήλικοι οι οποίοι αντιμετωπίζουν καθημερινά ξυλοδαρμούς, βασανιστήρια, επιχειρήσεις σκούπα, είναι προφανές πώς δημιουργείται το υλικό για τη στελέχωση συμμοριών. Εξάλλου οι μαφίες του δουλεμπορίου και οι μαφίες της διακίνησης ναρκωτικών, trafficking, πορνείας και άλλων μορφών εγκληματικότητας διασταυρώνονται και αλληλοσυντηρούνται.

Παρενθετικά, ας αναφερθούμε σε μια άλλη πτυχή «της υποβάθμισης του κέντρου της Αθήνα», δηλαδή στην κατακόρυφη πτώση της αξίας γης και ακινήτων που ανοίγει τεράστια προοπτική κέρδους, μια πτυχή του «προβλήματος» η οποία αναφέρεται συχνά αλλά στη γενική στόχευση είναι μάλλον δευτερεύουσας σημασίας. Αξίζει εδώ να αναφερθεί επιγραμματικά το αίσχος όπου για διαμερίσματα που κανονικά θα νοικιάζονταν για 200 ευρώ, οι έλληνες ιδιοκτήτες εισπράττουν 1.800 ευρώ και πλέον (3 ευρώ το άτομο την ημέρα για 5 άτομα σε κάθε δωμάτιο ενός διαμερίσματος με 4 δωμάτια).

Επιστρέφοντας στη χρησιμότητα των μαφιών, ας διευκρινίσουμε πως δεν εννοούμε ότι η ίδρυση των μαφιόζικων συμμοριών έγινε με κρατική απόφαση ούτε ότι η επάνδρωσή τους έγινε με κρατική επίβλεψη, δεν αναπτύσσουμε κάποια θεωρία συνομωσίας. Το κράτος άφησε την κατάσταση να εξελιχθεί με συγκεκριμένα χαρακτηριστικά και όρους ώστε να τη διαχειριστεί προς το συμφέρον του. Δεν υπήρξε κάποιος ιθύνων νους πίσω από την ανάπτυξη μιας μαφίας που με τη δράση της βοηθά πολιτικά το κράτος κι ενός κράτους που με τη στάση του βοηθά πρακτικά τη μαφία. Αυτή η εξέλιξη ήταν αποτέλεσμα ενός συνδυασμού αδιαφορίας, ανικανότητας, φυσικής ροπής και δομικής συγγένειας, αφού οι εξουσιαστικοί σχηματισμοί με αμοιβαία συμφέροντα έχουν την τάση να αλληλοαναγνωρίζονται και να αλληλοϋποστηρίζονται. Άλλωστε, όπως έχει ειπωθεί στο παρελθόν, «η μαφία είναι το έμβρυο του κράτους».

Το κράτος προτιμά να αναθέτει σε μαφίες τη διαχείριση των μεταναστευτικών ροών και στους φασίστες την επίλυση του «μεταναστευτικού προβλήματος» γιατί στη συνέχεια μπορεί να εμφανίζει την κατασταλτική πολιτική ως αναγκαία και επιθυμητή (και στο βαθμό που μπορεί να «συνεννοείται» με τα αφεντικά των μαφιών και τους επικεφαλής των παρακρατικών, ρισκάροντας ένα μικρό ενδεχόμενο η κατάσταση να γίνει πραγματικά ανεξέλεγκτη). Τα αφεντικά των μαφιών σε πολλές περιπτώσεις διατηρούν σχέσεις με «συνεργάσιμους ποινικούς» αλλά και με τμήματα της αστυνομίας και φασίστες – οι τελευταίοι μπορεί την ημέρα να συμμετέχουν σε «επιτροπές κατοίκων» και το βράδυ να αναλαμβάνουν την εκτέλεση συμβολαίων θανάτου. Το (μικρό) ενδεχόμενο ανεξέλεγκτων μαφιών και παρακρατικών είναι για τους καπιταλιστές προτιμότερο από μια (ορατή) προοπτική ανεξέλεγκτης διάχυτης κοινωνικής ανυπακοής.

Γιατί τελικά, οι μαφίες είναι ιδαίτερα χρήσιμες σε περιόδους κοινωνικής έντασης.

Είναι ευρέως γνωστό το πώς χρησιμοποιήθηκε στο παρελθόν η μαφία ενάντια στο κοινωνικό κίνημα στην Ιταλία ή ότι σήμερα στο Μεξικό ο πόλεμος ενάντια στο κοινωνικό κίνημα διεξάγεται μέσω του πολέμου εναντίον της μαφίας.

Μετά το ξέσπασμα της κρίσης το 2007 δρομολογήθηκε στον αναπτυγμένο κόσμο η συρρίκνωση του κράτους πρόνοιας και η αντικατάστασή του από το κατασταλτικό κράτος της ασφάλειας.

Ειδικά στην Ελλάδα, αυτή η πολιτική εντάθηκε μετά την εξέγερση του Δεκέμβρη του 08, τότε που ένα αδύναμο κράτος μπαλαντζάριζε ανάμεσα στην επιλογή του να αφήσει τα πράγματα να ξεθυμάνουν και στην επιλογή της καταστολής και της κοινωνικής απονομιμοποίησης που αυτή θα προκαλούσε εφαρμοζόμενη ενάντια σε μαθητές που επιτίθονταν σε αστυνομικά τμήματα.

Από την άνοιξη του 2009 η δαιμονοποίηση των μεταναστών χρησιμοποιήθηκε ως αντιεξέγερση στον Δεκέμβρη, γειτονιές της Αθήνας μετατράπηκαν σε φυτώρια νεοναζιστικού λαϊκισμού και αυξήθηκε η δράση των μαφιών.

Στη θέση της διάχυτης κοινωνικής ανυπακοής, είναι πολύ προτιμότερη για την εξουσία μια κατάσταση άλογου μίσους όπου αντί για την αθωότητα της πολιτικής αμφισβήτησης του Δεκέμβρη θα υπάρχει ένα άλλο είδος βίας, με μαφίες και ναζιστικές πολιτοφυλακές στο δρόμο, μια σφαγή όπου η κοινωνία θα παρακαλάει για την επέμβαση του κράτους.

Όταν οι φιλήσυχοι πολίτες, κραδαίνοντας ελληνικές σημαίες επικροτούν και προτρέπουν σε πράξεις βίας και στην πυρπόληση κτηρίων, όπως έγινε στις 12 Φλεβάρη 2012 στην Αθήνα, ανοίγει ο δρόμος για ένα είδος κοινωνικού ριζοσπαστισμού που φύσει και θέσει είναι πιο κοντά στο φασισμό παρά στην κοινωνική απελευθέρωση. Είναι οι ίδιοι φιλήσυχοι πολίτες που λίγους μήνες πριν υψώναν κρεμάλες μπροστά στη βουλή και μιλούσαν για ένα νέο Γουδί…

Από την άμεση δημοκρατία στο να «ξεβρωμίσει ο τόπος»

Ο φασισμός ιστορικά αναπτύχθηκε χρησιμοποιώντας συνθήματα της αριστεράς (στην γενικότερη έννοια της αριστεράς συμπεριλαμβάνουμε και τον αντιεξουσιαστικό/αναρχικό χώρο) και «δίνοντας λύσεις» με τη μορφή της δράσης ενός «ανατρεπτικού κινήματος» ενάντια στο κατεστημένο, ενός κινήματος που γοήτευε με τη βία έχοντας επιλέξει έναν εύκολο στόχο ενάντια στον οποίο ασκούσε προπαγανδιστικά αυτή τη βία. Ο φασισμός ιστορικά αναπτύχθηκε μετά την ήττα της αριστεράς, χρησιμοποιήθηκε από τα αφεντικά για να συντριβούν τα κινήματα αρχικά και οι κοινωνίες συνολικά και στη συνέχεια ο καπιταλισμός να επανακάμψει ως δύναμη σωτηρίας.

Η δημιουργία γκέτο και η υποβάθμιση της αξίας της ανθρώπινης ζωής (είτε αυτή συμβαίνει στα σύνορα και στα δουλεμπορικά, είτε στις γειτονιές της Αθήνας ή στα εργασιακά κάτεργα) είναι, εκτός των άλλων, μια ιστορική ήττα της αριστεράς η οποία άνοιξε το δρόμο για τις «λύσεις» της ακροδεξιάς.

Ως απάντηση στην επίθεση του κεφαλαίου που διεξάγεται με το πρόσχημα της κρίσης στην Ελλάδα προτάχθηκαν κυρίως το κίνημα των πλατειών και οι βίαιες αντιπαραθέσεις με τις δυνάμεις καταστολής.

Το πρόταγμα της άμεσης δημοκρατίας μπορεί να υλοποιούνταν στις συνελεύσεις γειτονιάς ή σε όσους είχαν σταθερή και οργανική σχέση με τις πλατείες, όμως για τις εκατοντάδες χιλιάδες που κάποια στιγμή έφτασαν να συγκεντρώνονται στην πλατεία Συντάγματος ή «άμεση δημοκρατία» δεν ήταν προφανώς μια οργανωτική πραγματικότητα αλλά ένα σύνθημα το οποίο εναλλασσόταν με κατάρες ενάντια στους «κλέφτες-προδότες-πολιτικούς». Μια πολιτική ατζέντα δηλαδή που εύκολα υιοθετείται από την ακροδεξιά. Επιπλέον, αυτό που κυριαρχούσε ήταν μια πολιτική επιχειρηματολογία επικεντρωμένη στον «αντιμνημονιακό αγώνα» από την οποία απουσίαζαν (ή υπήρχαν με τελείως υποβαθμισμένο τρόπο) οι μετανάστες, ο ρατσισμός κλπ. Γι’ αυτό δεν πρέπει να εκπλήσσει η ευκολία με την οποία εντάχτηκαν στον ακροδεξιό λαϊκισμό τόσο η επιχειρηματολογία για δημιουργία «Επιτροπής Λογιστικού Ελέγχου» όσο και οι αφηρημένες αναφορές στην άμεση δημοκρατία και την αυτοοργάνωση (σε συνδυασμό βέβαια με αναφορές στην αναγκαιότητα μιας νέας Μακρονήσου για τον εσωτερικό εχθρό).

Από την άλλη πλευρά, ένα από τα αποτελέσματα του ανεβάσματος του επιπέδου της βίας ήταν η νομιμοποίηση της βίας και της ακροδεξιάς (δεν είναι άλλωστε ασύνηθες οι ίδιοι άνθρωποι που υπερασπίζονται επιθέσεις αναρχικών σε τράπεζες, να υποστηρίζουν και επιθέσεις ακροδεξιών σε μετανάστες – για κάθε πρόβλημα ο κατάλληλος άνθρωπος…). Βέβαια η βία της ακροδεξιάς ασκείται με την ανοχή, την κάλυψη ή και τη συνδρομή της αστυνομίας, γιατί αλλιώς το κοινωνικό κίνημα θα τους είχε συνθλίψει σαν μια κουράδα σκύλου στο πεζοδρόμιο. Πέραν όμως της «δυνατότητας των ακροδεξιών να ασκούν και αυτοί βία», είχαν επιπλέον το πλεονέκτημα να «δίνουν άμεσα λύσεις» – βλ. και το προπαγανδιστικό στερεότυπο του συνταξιούχου που οι χρυσαυγίτες τον συνοδεύουν μέχρι το ΑΤΜ για να πάρει με ασφάλεια τη σύνταξή του (τι ειρωνεία, την ίδια σύνταξη που έχουν πετσοκόψει τα αφεντικά των παρακρατικών…). Καλώς ή κακώς οι λύσεις μέσω της αυτοοργάνωσης και της δημιουργίας δικτύων αλληλεγγύης είναι πιο δύσκολες από τον χρυσαυγίτη που μοιράζει πόρτα-πόρτα κούτες με γάλα και μακαρόνια αφήνοντας το τηλέφωνό του για τα περαιτέρω. Επιπλέον οι έννοιες της αλληλεγγύης και των κοινωνικών δικτύων υφαρπάχθηκαν και «εθνικοποιήθηκαν» (άλλωστε και ιστορικά η φαιά πανούκλα εξαπλώθηκε μιλώντας για «εθνικό σοσιαλισμό»).

Ως αντιπαράθεση λοιπόν στην προοπτική της κοινωνικής απελευθέρωσης, αφεντικά και ΜΜΕ έστρωσαν το δρόμο προς τον ολοκληρωτισμό, ο οποίος εμφανίζεται ως ένα κίνημα ενάντια στο κατεστημένο, κίνημα που δεν διστάζει να χρησιμοποιήσει τη βία για να υπερασπιστεί τον «λαό». Αφεντικά και ΜΜΕ, το δρόμο που οι ίδιοι έστρωσαν, δεν χάνουν ευκαιρία στη συνέχεια να τον καταδικάζουν μετά βδελυγμίας…

Μια κοινωνία που έχασε την πίστη της στον πολιτικό κόσμο (αντιδρώντας σαν απατημένοι σύζυγοι) είναι σε μεγάλο ποσοστό πρόθυμη να ευθυγραμμισθεί με τις προσταγές του μίσους και της μισαλλοδοξίας.
Γι’ αυτό το λόγο εξάλλου, η καταγγελία των ναζιστικών συμμοριών ως βίαιων, λούμπεν στοιχείων στην ουσία αποτελεί διαφήμισή τους, τη στιγμή που ο λαός διψάει για αίμα και εκδίκηση.

Οι κήρυκες τους μίσους λένε πράγματα που ο λαός θέλει να ακούσει και από το «έξω όλοι οι μετανάστες» στο «θάνατος στους μετανάστες» η απόσταση είναι μικρή.
Δεν είναι πιθανή η εκδοχή ότι θα φτάσουμε σε ένα φασισμό του μεσοπολέμου, ούτε ότι οι επιθέσεις στους μετανάστες θα λάβουν τις διαστάσεις των αντισημιτικών πογκρόμ, καθώς οι μετανάστες, εκτός των άλλων χρήσεών τους, είναι πηγή τεράστιων εσόδων.

Ένα νεοναζιστικό κοινοβουλευτικό κόμμα που θα διατηρούσε τις πρακτικές του μακρόπροθεσμα θα οδηγούσε σε εμφυλιοπολεμική αντιπαράθεση καθώς θα ερχόταν στην κεντρική πολιτική σκηνή η εγκληματική δραστηριότητα του πεζοδρομίου που μέχρι τώρα παραμένει στην σκιά. Ο εμφύλιος πόλεμος ωστόσο δεν φαντάζει επιλογή της κυριαρχίας (τουλάχιστον προς το παρόν…). Ούτε όμως η επί μακρόν εγκατάλειψη της βίαιης και μαφιόζικης πρακτικής είναι ρεαλιστική επιλογή για ένα νεοναζιστικό κόμμα, καθώς αυτό θα σήμαινε αυτοακύρωσή του (μετατροπή του σε κοινοβουλευτική δύναμη «ήπιου» ρατσισμού και αντικατάστασή του στο δρόμο από μια άλλη οργάνωση βίας).

Η ύπαρξη ενός νεοναζιστικού κοινοβουλευτικού κόμματος εξυπηρετεί τη στρατηγική της έντασης και της απειλής της «ανωμαλίας» που επισείονται ως δαμόκλειος σπάθη για να αποκατασταθεί η ομαλότητα, δηλαδή για την επαναφορά στην παραδοσιακή πολιτική τάξη.
Επιπλέον, καθώς οι κοινωνικές πρακτικές και τα οράματα που υπερβαίνουν συνολικά το πολιτικό σύστημα παρουσιάζονται ως το ένα άκρο και οι νεοναζί ως το άλλο, επιδιώκεται η εξουδετέρωση της διάχυτης κοινωνικής αντιπολίτευσης. Οι επιπτώσεις δηλαδή στην ελληνική κοινωνία από την ανάδειξη της πιθανότητας ενός φασιστικού κινήματος θα είναι καταστροφικές και οι Έλληνες έχουν πιο πολλά να χάσουν από ό,τι οι μετανάστες. Η υπεράσπιση των μεταναστών είναι τόσο υπεράσπιση των κατακτήσεών μας που αφαιρούνται όσο και υπεράσπιση της δυνατότητάς μας για αγώνα προς την κοινωνική απελευθέρωση.

Τέλος, καθώς η ρητορεία των νεοναζί για το «μεταναστευτικό» δεν διαφέρει και τόσο από εκείνη της κυβέρνησης, οι «ακραίες» προτάσεις των νεοναζί κάνουν τις προτάσεις της κυβέρνησης να φαίνονται ρεαλιστικές, ανθρωπιστικές και αναγκαίες. Μακροπρόθεσμα, οι χωρίς χαρτιά κάπως θα ενταχθούν στην παραγωγή. Έχουμε ήδη αναφέρει ότι σκοπός του καπιταλισμού δεν είναι η εξαφάνιση των χωρίς χαρτιά αλλά η όσο το δυνατόν μεγαλύτερη «αξιοποίησή» τους. Όποιος εκμεταλλεύεται ένα κοπάδι δεν θέλει να το εξαφανίσει αλλά να εξασφαλίσει το προνόμιο του σφαγέα.

Σήμερα οι μετανάστες χρησιμοποιούνται για την εδραίωση της κατάστασης εκτάκτου ανάγκης, αύριο θα αποτελέσουν φτηνό και χωρίς δικαιώματα εργατικό δυναμικό – και ποια συνθήκη δημιουργεί μεγαλύτερα περιθώρια εκμετάλλευσης από το διάχυτο φόβο σε συνδυασμό με τη δυνατότητα αυθαίρετης φυλάκισης και απέλασης όσων μεταναστών διανοηθούν σε οργανωθούν σε σχηματισμούς αγώνα στα εργασιακά κάτεργα; Συνήθως, όταν μια συνθήκη συγκροτείται ως παράδειγμα, έχει την τάση να εξαπλώνεται.
Από το κυνήγι μαγισσών λοιπόν, οι Έλληνες έχουν να χάσουν πολύ περισσότερα από ό,τι οι μετανάστες. Αυτό δεν φαίνεται να το συνειδητοποιεί η Αριστερά…

Το κυνήγι μαγισσών και η στάση της αριστεράς

Οι περισσότερες οργανώσεις της άκρας αριστεράς (αλλά και ομάδες του αντιεξουσιαστικού χώρου) αντιμετώπισαν τις εξαγγελίες Χρυσοχοΐδη-Λοβέρδου ως προεκλογικό τρυκ και ο πολιτικός λόγος που άρθρωσαν έμοιαζε να ωθείται περισσότερο από την ανησυχία τους να μην μετατοπιστεί ο δημόσιος λόγος από το προνομιακό (όπως νομίζουν) έδαφος του «αντιμνημόνιου» παρά να πηγάζει από την κατανόηση των πραγματικών επιπτώσεων ενός σύγχρονου κυνηγιού μαγισσών.

Το ΚΚΕ, ενώ αναπτύσσει ένα σχετικά θετικό λόγο ως προς το μεταναστευτικό, είναι ταυτόχρονα απρόθυμο να αντιπαρατεθεί έμπρακτα με τους φασίστες (οι οποίοι αναπτύσσονται σε λαϊκές γειτονιές παραδοσιακής ισχύος του κόμματος) και είναι παραπάνω από πρόθυμο να συγκρουστεί βίαια με την άκρα αριστερά και τους αναρχικούς. Το ΚΚΕ μοιάζει να χρησιμοποιεί τη «θεωρία των άκρων» με τον ίδιο τρόπο που το κάνει η κυβέρνηση, θέλοντας να εμπεδώσει την αρχή ότι «όποιος αγωνίζεται πρέπει να το κάνει μέσα από τη ασφάλεια του κόμματος». Όταν το κόμμα απειλείται με απώλεια του ελέγχου αγώνων καθώς σε αυτούς συμμετέχουν και δυνάμεις της κοινωνικής αμφισβήτησης, τότε πρέπει στο κάδρο να εισαχθούν και οι ακροδεξιοί, ώστε οι εργαζόμενοι να αποκηρύξουν εξίσου τις δύο απειλές. Πώς αλλιώς μπορεί να εξηγηθεί ότι μέλος του ΠΑΜΕ παρουσίασε στους απεργούς της Χαλυβουργίας τους νεοναζί αναφωνώντας «όλη η Ελλάδα είναι μαζί μας»;

Η «ήπια αριστερά» που ονειρεύεται την επιστροφή στη σοσιαλδημοκρατική διαχείριση έχει φτάσει να υιοθετεί τόσο την κρατική φρασεολογία (μιλώντας για «λαθρομετανάστες») όσο και την κρατική ρητορεία, παραδεχόμενη ότι «οι μετανάστες είναι πρόβλημα». «Διαφοροποιείται» λέγοντας ότι το «πρόβλημα» δεν λύνεται με «ακραίους» και αστυνομικές επιχειρήσεις. Μιλάει δηλαδή τη γλώσσα της εξουσίας και απλά γκρινιάζει γιατί το «μεταναστευτικό» αντικατέστησε στο δημόσιο λόγο τον «αντιμνημονιακό αγώνα».

Μια άλλη οπτική, αυτή της πολύχρωμης και καλόβολης πολυπολιτισμικότητας και της υποστήριξης της οργάνωσης των μεταναστών στη βάση της εθνικής τους καταγωγής, συνετρίβη μπροστά στη θλιβερή εικόνα αντιπροσώπων μεταναστευτικών κοινοτήτων στο πλευρό του Παπουτσή κατά τη διάρκεια των δηλώσεών του ενάντια στους 300 απεργούς πείνας, οι ίδιοι αντιπρόσωποι μεταναστευτικών κοινοτήτων που εμφανίστηκαν πρόσφατα στο πλευρό του Χρυσοχοΐδη για να στηρίξουν την πολιτική του για τα στρατόπεδα συγκέντρωσης.

Μια οπτική του κοινωνικού κινήματος η οποία προέτασσε το «είμαστε όλοι μετανάστες» και έτρεφε ελπίδες για ένα νέο επαναστατικό υποκείμενο (καθώς «οι αλβανοί μετανάστες 2ης γενιάς θα εντάσσονταν μαζικά στο κοινωνικό κίνημα») έφτασε σε μια στάση πλήρους αμηχανίας, βλέποντας αλβανούς μετανάστες να συμμετέχουν σε πογκρόμ εναντίον άλλων μεταναστών, πογκρόμ οργανωμένα από νεοναζί.

Εξίσου προβληματική αποδείχθηκε η «σκληρή ταξική» ανάλυση η οποία θεωρεί το καθεστώς εξαίρεσης δευτερεύον ως προς την εκμετάλλευση της εργασίας, χωρίς να αντιλαμβάνεται ότι το καθεστώς εξαίρεσης είναι μια τελείως διαφορετική διάσταση της εκμετάλλευσης. Όταν σε έναν άνθρωπο που στοιβάχτηκε με εκατοντάδες άλλους σε ένα κέντρο κράτησης, που τον εξευτέλισαν άντρακλες της αστυνομίας για να κάνουν τους καμπόσους, που τον κυνήγησαν παρακρατικοί, όταν σε αυτόν τον άνθρωπο λες ότι καλά όλα αυτά αλλά βασικά πρέπει να έχει «μίσος ταξικό», όταν υποτάσσεις το καθεστώς εξαίρεσης στα ζητήματα εργασιακής εκμετάλλευσης, τότε σύντομα όχι μόνο η εργασία αλλά και η κοινωνία συνολικά θα κυριαρχηθεί από το καθεστώς εξαίρεσης. Είναι επίσης χαρακτηριστικό ότι ενώ πολύ συχνά μια σειρά από αγώνες κατακρίνονταν γιατί ήταν «διαταξικοί», σπανιότατα κατακρίθηκαν αγώνες γιατί ήταν «εθνικοί», δηλαδή ελληνικοί, και όποτε έγινε αυτό, η ευθύνη αποδιδόταν στους μετανάστες «που δεν αγωνίζονται».

Λοιπόν, δεν είμαστε όλοι μετανάστες, όπως και το πάρκο Ζουκότι στη Νέα Υόρκη δεν είναι πλατεία Ταχρίρ. Δεν είμαστε όλοι μετανάστες, ούτε οι μετανάστες είναι απλά τμήμα της εργατικής τάξης και πρέπει να στελεχώσουν τις ελληνικές οργανώσεις, όπως μεγαλόψυχα τους προτείνουν κάποιοι. Μ’ αυτά και μ’ αυτά φτάσαμε σήμερα να πρέπει να προσπαθήσουμε να πείσουμε ότι οι μετανάστες είναι άνθρωποι.

Εδώ βέβαια έχουμε φτάσει στο σημείο να ακούμε ότι οι μετανάστες είναι πρόβλημα, γιατί πάνω που τα πηγαίναμε τόσο καλά με τη ριζοσπαστικοποίηση του ελληνικού λαού μέσα από τον αντιμνημονιακό αγώνα και τις πλατείες, οι μετανάστες μάς χάλασαν τη δουλειά γιατί εξαιτίας τους αναπτύχθηκαν οι φασίστες…

Επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος

Μπορούμε βέβαια απλά να περιμένουμε μέχρις ότου η πλειοψηφία τρομάξει από «τους ακραίους νεοναζί» και επιστρέψει στην ασφάλεια των κυβερνητικών κομμάτων οπότε οι (παρα)κρατικοί υπάλληλοι θα αποσυρθούν στην εφεδρεία και στις συνήθεις ασχολίες τους, το «φασιστικό κίνημα» θα αποσυρθεί και θα επανέλθουμε στον συνήθη διάχυτο ρατσισμό.

Δηλαδή θα είμαστε ικανοποιημένοι επειδή απέναντί μας δεν θα βρίσκεται ο λούμπεν φασισμός αλλά ο γνώριμος πανταχού παρών ρατσισμός, ενώ η επανεμφάνιση του «φασιστικού κινήματος» θα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια των αφεντικών.

Όπως είδαμε, ο θεσμικός ρατσισμός είναι αυτός που ενισχύει τον φασισμό, για να ενισχυθεί με τη σειρά του από αυτόν, καθώς το κράτος πρέπει να εφαρμόσει ρατσιστικές πολιτικές «για να αποτραπεί η άνοδος του φασισμού». Από την άλλη, ο θεσμικός ρατσισμός, δηλαδή η επίσημη πολιτική της ΕΕ, σκοτώνει απείρως περισσότερο από ό,τι οι φασιστικές συμμορίες: το περσινό καλοκαίρι πάνω από 1.500 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους προσπαθώντας να περάσουν από τη Λιβύη στην Ιταλία δια θαλάσσης και ενώ η περιοχή ήταν γεμάτη από πλοία του ΝΑΤΟ που περιπολούσαν για να αποτρέψουν επίθεση του Καντάφι αλλά δεν πρόσεξαν τα σαπιοκάραβα που έπλεαν ακυβέρνητα, με χαλασμένες μηχανές και γεμάτα ανθρώπους που τελικά πέθαναν βασανιστικά από τη δίψα. Επίσης ο θεσμικός ρατσισμός είναι ευέλικτος: το «Clandestino» του Manu Chao μπορεί να ακούγεται σε σούπερ-μάρκετ, μπαρ κι εμπορικά κέντρα την ίδια ώρα που ανακοινώνονται στρατόπεδα συγκέντρωσης και τα αφεντικά μπορούν να παραλαμβάνουν μελέτες για το πόσους παραπάνω μετανάστες χρειάζονται την ίδια ώρα που ανακοινώνουν ότι εδώ και χρόνια δεν χωράνε πλέον άλλοι.

Η κεντρική ανάδειξη του ζητήματος των μεταναστών με όλες της πτυχές του, η ανάδειξη του ζητήματος ως πρωτοβουλία και επιλογή του κοινωνικού κινήματος και όχι ως ενοχική απάντηση όταν αυτό τίθεται από τον αντίπαλο, είναι προϋπόθεση για την επαναφορά του κοινωνικού ζητήματος.

Σε ό,τι αφορά την Ελλάδα, η τεράστια δυναμική του κοινωνικού κινήματος που ήρθε στην επιφάνεια το Δεκέμβρη του ’08, έχει κάθε δυνατότητα να αποκρούσει την έφοδο των αφεντικών, αρκεί να συνειδητοποιήσει τόσο τη δύναμη τη δική του όσο και τη σπουδαιότητα του ζητήματος.

Αρκεί να συνειδητοποιήσει ότι πέραν της δημόσιας αντιλόγησης της κρατικής προπαγάνδας (εκεί επιθυμεί να συμβάλει και το παρόν κείμενο) ο αγώνας «για» και «με» τους μετανάστες πρέπει άμεσα να πάρει τη θέση που του ανήκει στο αλληλένδετο και αδιαχώριστο πλαίσιο αγώνα που συναρθρώνει τη δημιουργία δικτύων αλληλεγγύης και αντιθεσμών, την υπεράσπιση των δημόσιων αγαθών και την αυτοοργάνωση στις γειτονιές.

Η αλληλεγγύη στους μετανάστες είναι ο καθοριστικός παράγοντας για να μην χαθούμε στη ζοφερή δυστοπία του ολοκληρωτισμού που οικοδομείται από την κατάσταση εκτάκτου ανάγκης.

Clandestina,

Απρίλιος 2012

04.jpg

This page can be viewed in
English Italiano Deutsch
George Floyd: one death too many in the “land of the free”
© 2005-2021 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]