user preferences

"Κάτω η Μάσκα" (συνέχεια)

category Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος | Αναρχική Ιστορία | Κριτική / Παρουσίαση author Tuesday June 01, 2010 19:48author by Dmitri - MACG - Anarkismo (personal capacity)author email ngnm55 at gmail dot com Report this post to the editors

«Ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης»

Από το Δωδέκατο Κεφάλαιο με τίτλο “Ο Σταύρος Κουχτσόγλους“ του έργου “Για Μια Ιστορία του Αναρχικού Κινήματος του Ελλαδικού Χώρου”. Ολόκληρο το έργο δημοσιεύεται στο http://ngnm.vrahokipos.net

VIII

Πάντοτε, όταν οι λαοί ηθέλησαν να αντισταθούν εις ένα κατακτητή, εάν εζήτησαν να συγκεντρώσουν τας δυνάμεις των έπραξαν τούτο, διότι ετυφλώνοντο από την πλάνην του μιλιταρισμού, εις του οποίου την αποτελεσματικότητα επίστευον. Νικώμεναι όμως αι συγκεντρωτικαί δυνάμεις των μια φορά, δεν ελευθερόνοντο πλέον, παρά δια μικροπολέμου λυσσώδους και συνεχούς.

Στρατιωτικώς η Ισπανία ενικήθη από τον Ναπολέοντα. Αι στρατιαί της κατεστράφησαν, η Κυβερνησίς της εσκορπίσθη, ο τόπος της κατεκτήθη και παντού ο εχθρός ήτο κύριος της καταστάσεως. Οι Ισπανοί όμως, ο λαός, εμίσει τον κατακτητήν και δεν άφισε την πάλην του. Κάθε σπίτι έγινε και ένα φρούριον, κάθε πέτρα, κάθε βάτος και μια ενέδρα για τον κατακτητή. Κάθε χωρικός και ένας στρατιώτης, ο οποίος υπομονητικά επερίμενε το θύμα του, δια να χαθή μετά την πράξιν του, γενόμενος ασύλληπτος, ως προστατευόμενος από την ανοχήν όλων και έτοιμος να ξαναρχίση πάλι μόλις του παρουσιάζετο η περίστασις. Ο μεμονωμένος στρατιώτης ήτο βέβαιος ότι κάποια σφαίρα θα του ήρχετο από κανένα δένδρο ή από καμμιά γωνιά κανενός σπιτιού ή καμμιά μαχαιριά θα εδέχετο την ώρα που δεν ήλπιζε.

Μπαίνοντας σ’ ένα χωριό κανένας λόχος ή τάγμα, εγνώριζεν ότι δεν θα εύρη ούτε νερό, ούτε τροφή. Παντού μοναξιά και ερημιά μπροστά στο δρόμον του κατακτητή, ενώ πίσω του και πέρα εσχηματίζοντο κύματα καταδιωκτών αοράτων. Και αυτά όλα χωρίς να γίνη αισθητή καμμιά ανάγκη κεντρικής τινός δυνάμεως για να δίνη συμβουλάς, διευθύνσεις ή διαταγάς. Η πρωτοβουλία του λαού υπερήρκει. Ο Ναπολέων εθραύσθη. Οι νικηταί μετά δύο έτη έφυγον νικημένοι.

Το ίδιο έγινε και εις το Μεξικόν όταν ο Μπαντίγκ πήγε να θέση εις εφαρμογήν το «μεγάλο βασιλικό πνεύμα». Μετά λυσσώδεις μάχας εγένετο κυρίαρχος της καταστάσεως, κατακυριεύσας όλας τας πύλεις δια των αγρίων εφόδων του. Αλλά αϊ λαϊκαί αψιμαχίαι, οι αόρατοι πολεμισταί, ηνάγκασαν τον κατακτητή να αφίση την λείαν του και να φύγη κακήν κακώς.

Αλλά προς τι να καταφεύγουμε στο παρελθόν; Μήπως και οι Ουκρανοί δεν έκαμαν και σήμερον το ίδιο στους Γερμανούς, εξαναγκάσαντες αυτούς να αποσυρθούν αμαχητεί, παραδόσαντες εκουσίως το πλείστον μέρος των στρατιωτών και τον οπλισμόν τους προς αυτούς; Και μετά την προδοσίαν των Μπολσεβίκων δεν έκαμαν και πάλιν την κατάστασιν του Ντενικίν ανυπόφορον, ώστε, και άνευ της μάχης των Μπολσεβίκων, εάν δεν του έστελλαν και νέας δυνάμεις - για να τας απολέση κι’ αυτάς - θα άφινε το κατηραμένο, γι’ αυτόν, έδαφος της Ουκρανίας;

Όλα αυτά αποδεικνύουν περιτράνως ότι η αληθής δύναμις έγκειται εις την θέλησιν των ατόμων, εις την ενέργειάν των και εις την πρωτοβουλίαν των, εφαρμοζομένων όταν επιστή η ώρα, με επιμονήν και συνέχειαν, χωρίς να αναμένωνται από κανένα διαταγαί και διευθύνσεις. Τας δικτατορίας τας μεταχειρίζονται μόνον εκείνοι, οι οποίοι θέλουν να κυριαρχήσουν επί των ομοίων των, και κατά συνέπειαν αισθάνονται τον φόβον από την αφύπνισιν της πρωτοβουλίας αυτών.

Η εξέγερσις ενός ολοκλήρου λαού είνε πάντοτε μία αυτόματος κίνησις, μία έκρηξις. Χωρίς αρχηγούς, χωρίς διαταγάς, με μόνη την ώθησιν των περιστάσεων, που έγιναν αισθηταί, για να εκτελέση πράξεις, των οποίων η ανάγκη επιβάλλεται. Μετά την νίκην ξεφυτρώνουν οι αρχηγοί - μετά τους Κερένσκυ, οι Λένιν - και περιορίζουν εις ένα σημείον, μιας περιορισμένης σκέψεως, την επανάστασιν, σύμφωνα με τα καπρίτσια των, τα συμφέροντά των ή τας ατομικάς πεποιθήσεις των.

Για μας η κοινωνική επανάστασις δεν μπορεί να συνίσταται σε μια αλλαγή των κυβερνώντων, αλλά σε μια πλήρη μεταβολή της κοινωνικής καταστάσεως. Εις την κατάργησιν όλων ανεξαιρέτως των τρεχουσών σημερινών πολιτικών και οικονομικών αξιών, δια να αφεθή η γη και τα μέσα της παραγωγής εις την διάθεσιν κάθε ανθρώπου.Δεν είνε ο σκοπός μας να βάλουμε μια Εξουσία της εκλογής μας απάνω στο κεφάλι μας και να κάνουμε γυμνάσια πειθαρχίας. Εμείς θέλουμε να χειραφετηθούμε και επομένως να καταστρέψουμε κάθε εξουσία που θα προσπαθήση να αντικαταστήση την παλαιάν. Η πάλη εννοούμε να είνε παντού, όπου θα υπάρχη γη για απελευθέρωσι, εκμετάλλευσις για να εμποδισθή ένα σημείον σκλαβιάς, πολιτικής ή οικονομικής φύσεως για να κατασυντριβή. Και μια τέτοια κοινωνική επανάστασις δεν γίνεται με διαταγάς ή συμβουλάς από καμμιά κεντρική εξουσία, αλλά δια της γενικής ενεργείας αυτών των ατόμων, οπουδήποτε και εάν ευρεθούν επιθυμούντα την χειραφέτησίν των, θέτοντα την πρωτοβουλίαν των είς έργον.Και γι’ αυτό λέγω ότι περισσότερον φόβον έχει μια επανάστασίς μας να εκφυλισθή από την οδόν Ευριπίδου, παρά να αποτύχη από την οδόν Σταδίου. Σκεφθήτε και θα δήτε ότι είνε όπως τα λέγω».

Ακολουθεί ένα άλλο άρθρο του Σταύρου Κουχτσόγλους με τίτλο «Ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης», το οποίο δημοσιεύτηκε στο τεύχος 72 της εφημερίδας «Άμυνα» (Τρίτη, 16 Ιουνίου 1920). Στο άρθρο αυτό ο Σ. Κουχτσόγλους ασκεί έντονη κριτική στην πολιτική και τις απόψεις του Αβραάμ Μπεναρόγια σχετικά με τη Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Ελλάδας (ΓΣΕΕ):

«Ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρηςΏστε λοιπόν ο κ. Μπεναρόγιας δέχεται κι’ αυτός το ξεκαθάρισμα. Ως εργάτης είμαι συμφωνότατος μαζή του, και πλειοδοτώ μάλιστα. Πρέπει χωρίς άλλο, όχι μόνον οι οργανώσεις να κάμουν το εσωτερικό αυτό ανακουφιστικό μπάνιο, αλλά και η Συνομοσπονδία, που αυτή προ πάντων, έχει απόλυτον ανάγκη ενός τοιούτου. Διότι τι ωφελεί αν το κάμουν μόνον αι οργανώσεις, η δε Συνομοσπονδία μείνη πάλιν αυτή το μίασμα της εις τας οργανώσεις;

Αλλ’ από τα γραφόμενά του φαίνεται ότι κι’ αυτός δεν είνε άλλο τι παρά ένα από τα πολλά μιάσματα που τριγυρνούν την δύστυχη Συνομοσπονδία και από τα οποία έχει άμεσον ανάγκην απαλλαγής. Διότι κατά βάθος δεν βλέπει εργάτην, αλλά ψήφον, δεν σκέπτεται οργανώσεις, αλλά βουλευτιλίκι.

Τολμά μάλιστα να γράφη: «Φωνάζη ο κλέφτης, για να φύγη ο νοικοκύρης». Σωστά. Αλλ’ ας δούμε ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης.Γνωρίζουμε ότι δυο είδη κλεφτών υπάρχουν. Οι κλέπτοντες φανερά, αυθαίρετα, και οι κλέπτοντες υπούλως. Από τους πρώτους, επειδή φαίνονται, είνε εύκολο να προφυλαχθή κανείς, αλλ’ από τους δευτέρους, που κρατούν όλα τα προσχήματα των αστικών νόμων, τους «νομίμους» κλέπτας, απ’ αυτούς είνε κάπως δύσκολο. Και όμως, αυτούς ακριβώς πρέπει να ξεκαθαρίσουμε, αν θέλωμε να σώσουμε την κοινωνία απ’ την αθλιότητα.

«Ο Μαχαίρας, ο Δελαζάνος και ο Χατζημιχάλης», φωνάζει, «επούλησαν τους εργάτας». Αυτό θα πη ότι έχει απτάς αποδείξεις της πράξεώς των. Άρα έκαμαν κλοπήν φανεράν; Και αν είνε έτσι, οι κατερχόμενοι εις το Συνέδριον αντιπρόσωποι, δεν έχουν παρά να το λάβουν υπ’ όψιν τους, και (επειδή δεν έχει αυτός και η παρέα του το κουράγιο να παρουσιασθή σ’ αυτό), αφού το εξετάσουν και το βρουν βάσιμο, να τους ξεκαθαρίσουν.Αλλά αυτός ο ίδιος, που καταγγέλλει τους άλλους, αφού πλέκει το εγκώμιον των εργατών «που ξύπνησαν (γνωρίζοντας μέσα του τι μαύρο ξύπνημα έκαμαν) και γίνονται σοσιαλισταί, για να μπορέσουν κάτω από την κόκκινη παντιέρα να γκρεμίσουν το κοινωνικό σύστημα», καταλήγει εις το: «Να γιατί οι εργάται παρεδέχθησαν πως είνε ανάγκη να γείνη και στη πολιτική μορφή της η πάλη των τάξεων. Γι’ αυτό γυρεύουν πια (όχι χωρίς την ουρά σας) την σύνδεσιν των επαγγελματικών σωματείων των, με το κόμμα εκείνο, που αποβλέπει στην κατάλυσι του αστικού καθεστώτος, δηλαδή την άνοδο στην αρχή Μπεναρόγια και Σιας».

Εδώ ευρισκόμεθα προ ενός «νομίμου» εμπόρου... Προ ενός επιχειρηματίου, που κατώρθωνε να ξυπνήση ή να κοιμίση τους εργάτας, κατά τον τρόπον που επεδίωκεν αυτός, βέβαιος ων πλέον ότι θα μπόρεση και αυτός να κάμη μια «νόμιμον» κλοπή, αφού δεν μπορεί να κατορθώση την αυθαίρετον... Ο καυγάς για το πάπλωμα!...

Διότι αν μας ξυπνούσε διαφορετικά, δηλαδή πραγματικά, τότε αλλοίμονον στα συμφεροντάκια του, γιατί θα κάμναμε την εξής σκέψι. Εάν δεν μας δέρνη στο δρόμο η Κυβέρνησις, όπως έκαμνε άλλοτε, είνε διότι την ημέρα που θα θέληση να το κάμη αυτό, ο λαός σύσσωμος θα εξεγερθή και θα λυντσάρη τους εκτελεστάς. Εάν ο αριστοκράτης δεν ανοίγει πια στο πέρασμά του τον δρόμο κτυπώντας δεξιά και αριστερά καμτσικιές όπως άλλοτε, είνε γιατί οι δούλοι του που θα εκτελούσαν τις διαταγές του, τρέχοντας μπροστά στην άμαξά του, θα κομματιαστούν εκεί στον τόπο, με το πρώτο που θα θελήσουν να κτυπήσουν.

Εάν υπάρχη σχετική τις ισότης μεταξύ παραφέντου και εργάτου στους δρόμους ή στα δημόσια μέρη, είνε διότι ο εργάτης απέκτησε ένα αίσθημα προσωπικής αξιοπρέπειας, η οποία δεν του επιτρέπει να υποφέρη την προσβολήν του παραφέντου, και όχι διότι τα δικαιώματά του αυτά εγράφησαν στον κώδικα. Αν μας ξυπνούσε πραγματικά, θα μαθαίναμε ότι δεν είνε πλέον στους συνταγματικούς ή σοσιαλιστικούς νόμους που πρέπει να ζητούμε αυτά τα δικαιώματά μας. Δεν είνε μέσα σε ένα νόμον - σε ένα κομμάτι χαρτί, που μπορεί στο παραμικρό καπρίτσιο να το σχίση κανένας - που πρέπει να ζητήσουμε να προφυλάξουμε τα φυσικά μας δικαιώματα. Είνε μόνον όταν θα γίνουμε δύναμις ικανή να επιβολή τας θελήσεις της, που θα μπορέσουμε να κάμουμε σεβαστά τα δίκαιά μας.

Θέλουμε να έχουμε την ελευθερίαν του λόγου; Θέλουμε το δικαίωμα του συνέρχεσθαι; Δεν είνε από τη Βουλή, από τους Μπεναρόγηδες, που πρέπει να περιμένουμε την άδεια, δεν είνε από τον νόμον που πρέπει να το ζητιανεύσουμε αυτό. Ας γίνουμε μία δύναμις, αφυπνίζοντες την πρωτοβουλία των ατόμων, την αυτενέργειαν, διδάσκοντες αυτούς να μη αναμένουν τίποτε και να μη βασίζονται σε κανέναν επιχειρηματίαν Μπεναρόγιαν, αλλά στην ατομική τους δράσι μόνον, και τότε θα σχηματίσουμε δραστηρίας οργανώσεις, ικανάς να δείξουν τα δόντια τους, όταν θα θελήση κανένας να περιορίση τας ελευθερίας μας. Μόνον τότε θα είμεθα βέβαιοι ότι κανένας δεν θα τολμήση να εγγίση τα δικαιώματά μας, διότι όλοι οι εκμεταλλευόμενοι θα σηκωθούμε – στον δρόμο, στα εργοστάσια, στους κάμπους – να τα υπερασπισθούμε. Αλλά τότε μόνον θα τα αποκτήσουμε, όταν θα παύσουμε να τα ζητιανεύουμε δυο ή τρείς ντουζίνες χρόνια από τους Μπεναρόγηδες, από την Βουλήν. Αι ελευθερίαι δεν δίδονται από τας Βουλάς, αλλά παίρνονται. Αι Βουλαί δεν κάμνουν παρά να κωδικοποιούν τας ανάγκας που δεν μπορούν να αποφύγουν...Αλλ’ αν ξυπνούσαμε πραγματικά, και κάμναμε αυτές της σκέψεις, θα μας έπιανε φρίκη, γιατί θα βλέπαμε τότε τη πραγματική μορφή του Μπεναρόγια και των συν αυτώ. Και τότε δεν θα τρομάζαμε από εκείνους που νομίζουν την κοινωνική επανάστασι «πράσινα άλογα», όπως γράφει, αλλά από εκείνους που την νομίζουν βουλευτιλίκι δηλ. ανταλλαγή ρουσφετιών, και οι οποίοι, έχοντες ως καινούρια μάσκα της νέας των εκμεταλλεύσεως τον σοσιαλισμόν, εξασκούν, ως πραγματική εμπορική επιχείρησι, την πάλην των τάξεων, θωπεύοντες εμάς τους εργάτας, αποκλειστικώς, από αγάπη προς τα τομάρια μας, για να μπορέσουν κατ’ αυτόν τον τρόπον ευκολώτατα να τα παραδώσουν στο βυρσοδεψείον, που λέγεται Βουλή.Κατά συνέπειαν το πραγματικό ξύπνημά μας δεν συμφέρει στους διαφόρους Μπεναρόγηδες, γιατί τότε θα φανή φανερά πια ποιος είνε ο κλέφτης και ποιος ο νοικοκύρης. Γι’ αυτό φαίνεται ξελαρυγγίζονται να μη λάβουν μέρος σ’ αυτό το συνέδριο, που δεν μυρίζει βουλευτιλίκι, αποφεύγοντες ούτω και τας επικρίσεις της υπαρχούσης σήμερα αντιπολιτεύσεως, και όντες βέβαιοι ότι κατόπιν στο συνέδριο του κόμματος θα χειροκροτηθούν, και σαν καλοί σύντροφοι, αλληλοσυγχωρούμενοι, δια τα τυχόν λάθη, θα διασαλπίσουν την πλήρη επιτυχίαν των και την προσχώρησίν των και πέραν της 3ης Διεθνούς!»

Συνεχίζεται

Related Link: http://ngnm.vrahokipos.net
This page can be viewed in
English Italiano Deutsch
George Floyd: one death too many in the “land of the free”
© 2005-2020 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]