user preferences

Ποια ιστορική ενότητα;

category Ελλάδα / Τουρκία / Κύπρος | Μετανάστευση / Ρατσισμός | Γνώμη / Ανάλυση author Sunday September 25, 2005 12:18author by "Black Out" Report this post to the editors

Τα μυθεύματα περί ιστορικής ενότητας του ελληνι&#

Από το αντιεξουσιαστικό περιοδικό «Black Out», Θεσσαλονίκη, Απρίλης 2005

Οι σύγχρονοι απολογητές της αστικής τάξης, στηρίζουν την εκδοχή τους για το ’21 πάνω σε μυθοπλασίες περί δήθεν ελληνικότητας της βυζαντινής αυτοκρατορίας και -ακόμη χειρότερα - ιστορικής ενότητας της ελληνικής φυλής από τα ομηρικά χρόνια μέχρι σήμερα, παραβλέποντας ότι ο ιστορικός βίος της αρχαίας Ελλάδας τερματίζεται οριστικά το 147 μ.Χ. με την κατάκτηση της Κορίνθου από τους Ρωμαίους. Μετά την επέκταση και εδραίωση του χριστιανισμού, ο ελληνικός πολιτισμός ταυτίζεται με την ειδωλολατρία. Η φανατική αντιπαλότητα ανάμεσα στην Εκκλησία και τις διάφορες φιλοσοφικές σχολές που εδράζονταν στην Αθήνα και τις άλλες πόλεις, θα εγείρει τέτοια ανθελληνική λαίλαπα που, τελικά, το μόνο που θα μείνει να θυμίζει κάτι απ’ την κλασική Ελλάδα είναι η γλώσσα. Ακόμα και η λέξη Έλληνας ήταν υβριστική και σήμαινε τον ειδωλολάτρη, τον άπιστο.

Η πιο διαδεδομένη γλώσσα τον καιρό εκείνο στη λεκάνη της Ανατολικής Μεσογείου ήταν η απλή ελληνική (δημοτική) κι αυτή, φυσικά, διάλεξε η νέα θρησκεία για την εξάπλωσή της. Όταν, τελικά, ο χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία του βυζαντινού κράτους, υιοθετήθηκε με τη σειρά της και η ελληνική ως επίσημη γλώσσα, στην λόγια, όμως, εκδοχή της που ήταν η αρχαΐζουσα. Παρ’ όλα αυτά, το μωσαϊκό των λαών που κατοικούσε στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία δεν είχε καμία συνείδηση ότι καταγόταν από τους αρχαίους Έλληνες. Μέχρι και το 10ο μ.Χ. αιώνα αποκαλούσαν τους εαυτούς τους Ρωμαίους και το κράτος ρωμαϊκό που δεν ήταν παρά η συνέχεια της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας στην ανατολή. Ακόμη και η ονομασία Βυζαντινή Αυτοκρατορία είναι μεταγενέστερη. Όταν, λοιπόν, αναφερόμαστε στα βυζαντινά χρόνια, μπορούμε να μιλάμε για χριστιανική αυτοκρατορία, αλλά σε καμία περίπτωση για ελληνική. Οι μύθοι που θέλουν τους υπηκόους της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας να έχουν ασπαστεί τον ελληνικό πολιτισμό και να έχουν ομογενοποιηθεί γύρω απ’ αυτόν και γύρω από τη γλώσσα, μόνο στη σφαίρα της νοσηρότερης φαντασίας μπορούν να ανήκουν.

Μέχρι και τουλάχιστον το 14ο μ.Χ αιώνα φαίνεται ότι ακόμα και οι κάτοικοι του ελλαδικού χώρου δεν έδειχναν κανένα ενδιαφέρον για τη παλαιά ελληνική ιστορία. Εξάλλου και η σύνθεση του εκεί πληθυσμού μετά τις αλλεπάλληλες επιδρομές, τις σταυροφορίες, τους αποικισμούς και τις μετακινήσεις πληθυσμών μόνο ως αμιγώς ελληνική δεν μπορεί να χαρακτηρισθεί. Πρόκειται για ένα συνονθύλευμα λαών που περιλαμβάνει παλαιοελλαδίτες (Ρωμιούς), Σλάβους, Βούλγαρους, Αρβανίτες, Βλάχους, Άραβες (στη Ρόδο και στη Κρήτη), Εβραίους κ.ά.

Περί έθνους

Οι πρώτες νύξεις για συγκρότηση του ελληνικού έθνους γίνονται στα τέλη του 14ου μ.Χ αιώνα, οπότε και οι πολιτικοοικονομικές συνθήκες αρχίζουν κατά τόπους να αλλάζουν. Η έννοια του έθνους αποτελεί ένα κατασκευασμένο ιδεολόγημα που εξυπηρετεί συγκεκριμένες οικονομοτεχνικές ανάγκες. Η εμφάνιση της τάξης των εμποροβιοτεχνών - που αργότερα θα χαρακτηρισθεί ως αστική - και του εμπορικού κεφαλαίου, απαιτεί για την ανάπτυξη της μία εξωγενή ομογενοποίηση, όπως αυτή του έθνους, με βάση την οποία μπορούν να κτισθούν σχηματισμοί (κράτη) που επιτρέπουν την επέκταση των εμπορικών συναλλαγών, τη δημιουργία μεγάλων εσωτερικών αγορών, τη θέσπιση ενιαίας νομοθεσίας και τη διάλυση της κοινοτιστικής αποκεντρωτικής οικονομίας.

Η κατάκτηση του ελλαδικού χώρου από τους Οθωμανούς, αρκετά πριν το 1453 μ.χ., ανέκοψε την όποια πορεία ανάδειξης της μεσαίας τάξης κι η προπαγάνδιση του ελληνικού εθνισμού παγώνει, για να αναζωπυρωθεί μετά την επικράτηση της Γαλλικής Επανάστασης. Σκόπιμα, η καθεστηκυία ιστοριογραφία θα αποδώσει την έξαρση των απελευθερωτικών αγώνων των καταπιεσμένων κατά την προεπαναστατική περίοδο, στην εκπορευόμενη από τους αστούς, κυρίως των παροικιών, μετάγγιση των ιδεών του ευρωπαϊκού διαφωτισμού στους παντελώς αναλφάβητους φτωχούς ραγιάδες, και την τόνωση ενός ουσιαστικά ανύπαρκτου εθνικού αισθήματος, στην πολυφυλετική, πολυπολιτισμική, πολυιδιωματική και χαλαρά συνδεδεμένη ελλαδική κοινωνία διαστρεβλώνοντας έτσι μια ιστορικά τεκμηριωμένη αλήθεια. Το γεγονός δηλαδή ότι η πολιτισμική ομογενοποίηση των ετερογενών ανθρώπινων πληθυσμών του ελλαδικού χώρου, μέσω της επιβολής του ιδεολογήματος του ελληνισμού, θα επιτευχθεί με τη βία και μια μακρόχρονη εθνική εκπαίδευση, μετά τη συγκρότηση του ελληνικού κράτους.

Τα προεπαναστατικά χρόνια

Αρχικά, ο Ιερός Νόμος του οθωμανικού κράτους προέβλεπε ότι η γη ανήκει στο σουλτάνο και οι αγρότες καλλιεργητές έχουν κλήρους που παραχωρούνται από το κράτος, χωρίς να καταβάλουν κανένα ενοίκιο προς αυτό. Ανάμεσα στον τυπικό ιδιοκτήτη, το κράτος, και τον ουσιαστικό ιδιοκτήτη, τον καλλιεργητή, δεν υπήρχε κανένα ενδιάμεσο στρώμα αριστοκρατών, ευγενών και άλλων φεουδαρχών. Οι φόροι καθορίζονταν από τη κεντρική εξουσία στη βάση ενός απλού διανεμητικού συστήματος κι ο υπεύθυνος για την είσπραξή τους ήταν ο τιμαριώτης σπαχής που ασκούσε και τη διοικητική εξουσία στη περιοχή. Έτσι, οι φόροι δεν είχαν προσωπικό χαρακτήρα σε κανένα επίπεδο και οι κάτοικοι των περιοχών, των νομών, των επαρχιών και των χωριών ήταν συλλογικά υπεύθυνοι. Από ένα καιρό και μετά, επικράτησε το σύστημα ενοικίασης των φόρων, κατά το οποίο ο τοπικός άρχοντας (προύχοντας) κατέβαλε εκ των προτέρων στην κεντρική διοίκηση το ποσόν και εξασφάλιζε το δικαίωμα είσπραξης των φόρων από την αντίστοιχη περιοχή. Η ενοικίαση, κατανομή και είσπραξη των φόρων υπήρξε η βασική και πλέον προσοδοφόρα αρμοδιότητα των προυχόντων, ενώ με το καιρό τους παραχωρήθηκαν και διοικητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρμοδιότητες από τους Οθωμανούς, στους οποίους δεν ήταν αναγκασμένοι να λογοδοτούν για τον τρόπο άσκησης τους παρά μόνο για τα αποτελέσματά τους.

Οι προύχοντες ή κοτζαμπάσηδες είλκυαν την καταγωγή τους από τους χριστιανούς σπαχήδες των πρώτων αιώνων της Οθωμανικής Ααυτοκρατορίας και αποτέλεσαν την αγροτική αριστοκρατία της προεπαναστατικής εποχής στον ελλαδικό χώρο. Η αφαίμαξη, η καταπίεση και η εκμετάλλευση των λαϊκών μαζών από τους κοτζαμπάσηδες ήταν τέτοια που, σε πολλές περιπτώσεις, ολόκληρες κοινότητες ξεσηκώθηκαν και πήραν στο κυνήγι τους φοροεισπράκτορες και την ένοπλη συνοδεία τους. Στην αβάσταχτη φορολογία του τουρκικού κράτους με τον κεφαλικό φόρο, τη δεκάτη και τους διάφορους άλλους έκτακτους φόρους, ερχόταν να προστεθεί και ο φόρος που κάθε χριστιανός ραγιάς έπρεπε να καταβάλει στην Εκκλησία, ο επονομαζόμενος ρόγα ή ζητεία που άγγιζε το 1/3 του ετήσιου εισοδήματος κάθε χριστιανικής οικογένειας. Η αδυναμία των φτωχών χωρικών να πληρώσουν τους φόρους, τα θελήματα και να αποπληρώσουν τους τοκογλύφους – μεγάλη μάστιγα της εποχής εκείνης – οδήγησε σε συγκέντρωση της γαιοκτησίας στα χέρια λίγων, με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος του αγροτικού πληθυσμού να είναι σχεδόν σκλαβωμένο στους φεουδάρχες (Έλληνες και Τούρκους), τα μοναστήρια και τον ανώτερο κλήρο. Η Εκκλησία κατείχε από το καιρό του Βυζαντίου τεράστιες εκτάσεις, και παρά το πέρασμα μέρους αυτών στο οθωμανικό «δημόσιο», στο τέλος του 18ου αιώνα, αυτές κάλυπταν το ¼ του ελλαδικού χώρου. Από νωρίς, η σουλτανική εξουσία αναγνώρισε πόσο αναγκαία χρήσιμα τής ήταν για τη παγίωση της κυριαρχίας της, τόσο ο χειραγωγικός και κατασταλτικός ρόλος της Εκκλησίας όσο και ο γραφειοκρατικός της μηχανισμός και η παραχώρηση των περίφημων προνομίων δεν ήταν παρά το αντάλλαγμα για την παροχή των άνωθεν υπηρεσιών της προς το σουλτάνο. Έτσι, η Εκκλησία έδρασε σε συνεργασία με τον κατακτητή για να εκμεταλλεύεται πολιτικά και οικονομικά τους υποτελείς της. Γενικά, δεν ήταν ο Τούρκος αγάς αυτός που ερχόταν σε άμεση επαφή με τον αγρότη, όσο ο χριστιανός προύχοντας και ο δεσπότης, που με το να είναι υποχείρια της τούρκικης εξουσίας, έγδυναν με χίλιους τρόπους το ραγιά δουλευτή.

Καθ’ όλη τη διάρκεια της οθωμανοκρατορίας, σημειώθηκαν στη νότια Βαλκανική πολλές κοινωνικές εξεγέρσεις, κυρίως από τους αγροτοκτηνοτροφικούς πληθυσμούς, οι οποίες, φυσικά, δεν εξέλειψαν και μετά το ξεσηκωμό του ’21. Η επιδείνωση των όρων διαβίωσης και η άγρια καταστολή των εξεγέρσεων αυτών (όπως αυτή στη Θεσσαλία στα 1600-1601), θα οδηγήσουν μεγάλα τμήματα του πληθυσμού στην εγκατάλειψη του πεδινού χώρου και στον εποικισμό των βουνών και των νησιών. Στον σχετικά ελεύθερο ορεινό και νησιωτικό χώρο θα συντελεστεί η διαδικασία σύγκλισης των ετερογενών ανθρώπινων ομάδων (Ρωμιοί, Αρβανίτες, Βλάχοι, Σλάβοι κ.ά.) του ελλαδικού χώρου και θα συνεχιστεί η αντικαθεστωτική δραστηριότητα. Οι ορεινές αυτές κοινότητες θα αποτελέσουν και την αιχμή του δόρατος στην εξέγερση του 1821, σε αντίθεση με τη πενιχρή συμμετοχή των δουλοπάροικων πια αγροτών (π.χ. της Θεσσαλίας) και των αστικών πληθυσμών.

Οι Αρματολοί

Στην πραγματικότητα, οι αρματολοί ήταν οργανικό μέρος της κατασταλτικής μηχανής του οθωμανικού κράτους, όντας μισθοφόροι που λειτουργούσαν ως εκτελεστικό όργανο του πασά και του χριστιανού κοτζαμπάση. Οι αρματολίτικες ομάδες ήταν έντονα ιεραρχημένες και ανάλογα με τη θέση του καθένα στην ιεραρχία καθορίζονταν κι οι αμοιβές τους. Στις περιοχές που είχαν υπό την εξουσία τους είχαν σχηματιστεί δυνατές στρατιωτικές αριστοκρατίες, που εξουσίαζαν τους χωρικούς με βάρβαρο τρόπο. Η μόνη σχέση που είχαν με τους κλέφτες ήταν όταν σκόπιμα μεταπηδούσαν από το ένα στρατόπεδο στο άλλο (από αρματολοί κλέφτες και από εκμεταλλευτές των ανθρώπων σε σωτήρες τους) στο κυνήγι της εξουσίας και του πλούτου.

Στις παραμονές της επανάστασης, θα υιοθετήσουν επιφανειακά τη γεννημένη στις παροικίες του εξωτερικού εθνική ιδεολογία, για να πρωταγωνιστήσουν μαζί με τις υπόλοιπες ηγετικές ομάδες στο πολύχρονο κι αιματηρό ενδοεξουσιαστικό παιχνίδι, που θα παιχτεί στις πλάτες των εξεγερμένων ραγιάδων και θα οδηγήσει τελικά στη συγκρότηση του εθνικού κράτους.

This page can be viewed in
English Italiano Deutsch
George Floyd: one death too many in the “land of the free”
© 2005-2020 Anarkismo.net. Unless otherwise stated by the author, all content is free for non-commercial reuse, reprint, and rebroadcast, on the net and elsewhere. Opinions are those of the contributors and are not necessarily endorsed by Anarkismo.net. [ Disclaimer | Privacy ]