Πώς να υπολογίσετε την ηλικία του κόσμου
greece / turkey / cyprus |
anarchist movement |
opinion/analysis
Thursday May 14, 2009 16:13
by Πρωτοβουλία Αυτόνομων Κέρκυρας

Μέρος Γ’
Μια απόπειρα ερμηνείας των γεγονότων του Δεκεμβρίου του 2008 και διερεύνησης των διαγραφόμενων προοπτικών
Το Δεκέμβρη, λοιπόν, σημειώθηκε μια αντίδραση ενός τμήματος της νεολαίας, κυρίως, απέναντι στην απουσία νοήματος. Όχι στην «απουσία προοπτικής στη νέα γενιά», στις «δυσοίωνες οικονομικές προβλέψεις», στον «αποκλεισμό από την παραγωγή και την κατανάλωση». Έχουμε εδώ, νομίζουμε, έναν «αποκλεισμό» σαφώς ουσιωδέστερο, βαθύτερο. Το ξέσπασμα είχε ως αιτία ακριβώς τη γιγάντωση της τάσης που περιορίζει τη συμμετοχή ασφυκτικά μονάχα στην παραγωγή και την κατανάλωση. Σε μια «συμμετοχή» για την οποία προαπαιτείται η μετατροπή του ανθρώπου σε γρανάζι· σε εμπόρευμα. Τη διαβρωτική επίδραση του καπιταλισμού η οποία έχει προξενήσει πλέον τέτοια διάλυση, όπου οι σημερινές κοινωνίες αποτυγχάνουν να διενεργήσουν την απαιτούμενη «μύηση» των νεότερων μελλών τους. Για πρώτη φορά έχουμε κοινωνίες δίχως κανένα ουσιαστικό «θέλγητρο» για τα άτομα· που αδυνατούν να καλύψουν τις στοιχειώδεις ψυχικές ανάγκες τους. Εξ ου και η αυξημένη «ευαισθησία» των νέων. Η «επαναστατικότητα» που τους αποδίδεται, «εξηγούμενη» ως ίδιον της ηλικίας τους, έχει στην πραγματικότητα ως αφετηρία της το γεγονός ότι από την αποδιάρθρωση πλήττονται αυτοί πρωτίστως.
Όσο για το πλέον ενθαρρυντικό στοιχείο εκείνων των ημερών το εντοπίζουμε στην κινητοποίηση ενός όχι αμελητέου αριθμού ανθρώπων, οι οποίοι δεν είχαν προηγούμενα ενεργή ενασχόληση με την πολιτική και που όμως εξέφρασαν τη διάθεση, τη θέληση να συμβάλουν στην έλευση ριζικών κοινωνικών αλλαγών. Η βούληση αυτή δεν μεταφράστηκε, δυστυχώς, στη δημιουργία νέων θεσμών. Η εν λόγω αδυναμία υπήρξε έκδηλη, εκμηδενίζοντας της ελπίδες η κινητοποίηση του Δεκέμβρη να μην οδηγηθεί σύντομα στον εκφυλισμό, την εκτόνωση, η οποία διαφαινόταν, αφού δεν κατέστη δυνατό η εξέγερση να προσλάβει νέα μορφή. Να σημειωθεί το κρίσιμο βήμα από την άρνηση στην εκδήλωση αποπειρών, έστω, άρθρωσης ενός θετικού προτάγματος, διαμέσου και της συγκρότησης ανάλογων απτών παραδειγμάτων. Τα όποια αντίστοιχα εγχειρήματα υπήρξαν σποραδικά, μειοψηφικά, μεμονωμένα, αν όχι παντελώς απόντα. Ανάμεσα στα αίτια της εν λόγω απογοητευτικής εικόνας θα πρέπει να συμπεριληφθεί και ο κάθε άλλο παρά εποικοδομητικός ρόλος των μιλιταντιστών, των στρατευμένων, των ήδη ενταγμένων στις ποικίλες ομαδοποιήσεις του «χώρου». Οι τελευταίοι περιόρισαν περεταίρω το χώρο τον αναγκαίο για να αναπτυχθεί η κινητικότητα. Η εκδήλωση μιας υπερκινητικότητας που αρμόζει σε ένα παγιδευμένο ζώο ήταν το αποτέλεσμα. Αυτή η επιθετικότητα, που εκφράστηκε εν είδει πατροπαράδοτου ακτιβισμού, ήταν προδιαγεγραμμένο, «μοιραίο», να μην οδηγήσει πουθενά. Πουθενά πέρα από την αυτοκαταστροφή.
Το ότι ο «χώρος» δεν διέθετε στοιχειώδη συναίσθηση των όσων συνέβαιναν, η σημασία τους του διέφευγε και έπραξε ανάλογα –έπραξε όπως πάντα, καθότι ο ψυχαναγκασμός δυσχεραίνει ανυπολόγιστα την εγκατάλειψη των πάγιων συνηθειών– υπήρξε πρόδηλο. Επαληθεύεται όταν ορισμένοι κινούμενοι σε αυτόν απευθύνονται σε εμάς, εκφράζοντας την απορία τους, διερωτώμενοι γιατί αυτή τη φορά «δεν κράζουμε». Λες και τα όσα συνέβησαν τη φορά αυτή ήταν τα ίδια με τις «επιδρομές» των συνωμοτών στα αστυνομικά τμήματα, επί παραδείγματι, που έχουμε στηλιτεύσει σε σχετικό κείμενο μας. Ήταν, βέβαια, ήδη γνωστό ότι η πραγματικότητα διαρκώς τους ξεπερνά. Ξάφνου μπορούσαν να δρέψουν τους καρπούς του αγώνα τους, να απελευθερώσουν την κοινωνία, όντας η πρωτοπορία του κινήματος. Η κοινωνία ήταν στο πλευρό τους. Υπάρχει στην ταινία «Διαλύοντας το Χάρρυ» του Γούντυ Άλλεν ένα σημείο, όπου ο πρωταγωνιστικός χαρακτήρας, τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο σκηνοθέτης, διαπληκτιζόμενος με τη θρησκόληπτη αδελφή του, την οποία επισκέπτεται μετά από καιρό, αφού οι μεταξύ τους σχέσεις έχουν διαρραγεί, απαντά στην εξαπολυόμενη εναντίον του από πλευράς της μομφή ότι παρουσιάζει ως παρανοϊκό το σύζυγό της, ορθόδοξο Εβραίο, δικαιολογούμενος: «δεν είναι παρανοϊκός· είναι το αντίθετο του παρανοϊκού. Πρόκειται για κάποιον που κυκλοφορεί με την παράλογη ιδέα ότι οι άλλοι των συμπαθούν».
Στις θλιβερές συνέπειες που προκύπτουν από το γεγονός ότι ο «α/α χώρος» υποφέρει, όπως όλα καταμαρτυρούν, από το ίδιο σύνδρομο, θα επανέλθουμε εν συνεχεία. Προηγούμενα θα πρέπει να σημειώσουμε ότι το καινούργιο στοιχείο στο Δεκέμβρη δεν το εισέφεραν οι «α/α». κάθε άλλο. Θα λέγαμε ότι, ίσως επειδή οι καινοτομίες, οι αλλαγές, τους «βγάζουν από τα νερά τους», κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να το απαλείψουν. Να γίνουν όλα όπως πριν. Να επιστρέψουμε σε αυτά που ξέρουμε, αποφεύγοντας τις προκλήσεις. Με έκπληξη ακούσαμε «α/α» συμμετέχοντα στην «ανοιχτή συνέλευση ΤΗΧΕΙ», σε κατ’ ιδίαν συζήτηση που έλαβε χώρα, αφότου η κατάληψη είχε αρχίσει πλέον να παρουσιάζει έκδηλα σημάδια εκφυλισμού, καθώς ο αριθμός των συμμετεχόντων στη συνέλευση –που αρχικά ανερχόταν στους 70 περίπου– είχε κατέλθει στους 20 μόλις, να εκστομίζει πως τώρα που μείνανε λίγοι θα γίνουν «καλά πράγματα». Επιτρέψατε μας, φίλτατοι αναγνώστες, να θεωρήσουμε πως ο εν λόγω άνθρωπος τη στιγμή εκείνη εξέφραζε τη σκέψη πολλών ακόμη συνοδοιπόρων του.
Και το «ξεσκαρτάρισμα» επετεύχθη. Διαμέσου μιας διαδικασίας εφάμιλλης εκείνης της «φυσικής επιλογής» που περιελάμβανε πλήθος δοκιμασιών, μονάχα οι άξιοι επαναστάτες παρέμειναν. Αυτοί ήσαν όσοι υπέφεραν μεταξύ άλλων τα κάτωθι: Ατέρμονες άνευ αντικειμένου συζητήσεις με κάθε προτροπή σχετιζόμενη με τη θέσπιση μιας διαδικασίας που θα τις διέπει, προκειμένου να αποφεύγεται αυτή η εικόνα, όπως, φερειπέιν, εκκλήσεις για τοποθέτηση ενός συντονιστή, άλλου κάθε φορά, υπόλογου στη συνέλευση και ανά πάσα στιγμή ανακλητού από αυτήν, να αντιμετωπίζεται με τις γνωστές ιδεοληψίες, κραυγές του τύπου «εδώ δεν θα έχουμε μπάτσους» κλπ. Στις ίδιες συζητήσεις τους επαγγελματίες επαναστάτες να φωνασκούν, σε σημείο που κανείς να μην ακούει κανένα, να γελούν σε περιστάσεις όπου άλλοι από αυτούς τύχαινε να πάρουν το λόγο, να διακόπτουν αναφωνώντας «αυτό εννοείται πως δεν το κάνουμε» όταν οι προτάσεις δεν ήταν της αρεσκείας τους. Κι εμείς που νομίζαμε ότι σε μια τέτοια διαδικασία, όπου στόχος είναι η προσέλκυση όσο το δυνατό μεγαλύτερου αριθμού ανθρώπων, κανείς οφείλει να ακούει όλους και να είναι διατεθειμένος να συζητήσει τα πάντα…
Ως συνέπεια αυτής της κατάστασης, που περιγράψαμε εδώ σε εξαιρετικά αδρές γραμμές με ένα απάνθισμα μόνο παραδειγμάτων, όσοι απετέλεσαν το πλέον ελπιδοφόρο στοιχείο των ημερών εκείνων, ο κόσμος που για πρώτη φορά κινητοποιήθηκε, σταδιακά άρχισαν, αποκαρδιωμένοι, να αποστασιοποιούνται, εκδηλώνοντας τη δυσαρέσκεια τους μόνο κατ’ ιδίαν, καθόσον δεν αισθάνονταν, κατόπιν όσων είχαν προηγηθεί, ότι θα εισακούγονταν. Ασφαλώς δεν σκοπεύουμε εδώ να τους απαλλάξουμε από το μερίδιο της ευθύνης που τους αναλογεί και αφορά στο ότι, ενώ αποτελούσαν την πλειοψηφία, δεν υπήρξαν αρκετά μαχητικοί, παραμένοντας αντιθέτως σιωπηλοί, παρά τη διαφωνία τους. Θα ήταν, όμως, περισσότερο ακόμη άδικο να μη λάβουμε υπόψη την απουσία σχετικής προηγούμενης πείρας. Την εύλογη απροθυμία τους να εμπλακούν σε μια στείρα αντιπαράθεση σε υψηλούς τόνους. Το ότι δίστασαν απέναντι στο ισχυρό ενδεχόμενο να γίνουν στόχος αγελαίων επιθέσεων ή αντικείμενο χλευασμού εάν οι απόψεις τους δεν θεωρούνταν αρκούντως «επαναστατικές».
Αναφερθήκαμε μόλις πριν στις κραυγές περί «αυτονόητων» που εξαπολύονταν τακτικά. Εκείνο που εμείς θεωρούμε αυτονόητο είναι ότι σε μια διαδικασία, όπου διακηρύττεται ότι αποσκοπεί στο να συσπειρώσει κόσμο, να αποτελέσει σημείο συντονισμού και παράλληλα παράδειγμα, όσοι την πλαισιώνουν οφείλουν όχι να αποθαρρύνονται, αλλά αντίθετα να ενθαρρύνονται στην έκφραση της γνώμης τους, να νιώθουν προστατευμένοι ως ισότιμα μέλη μιας συλλογικότητας. Είναι απαραίτητη η εμπέδωση της αίσθησης ότι κάθε γνώμη μπορεί να εκφράζεται ελεύθερα και ότι λαμβάνεται υπόψη με τη δέουσα σοβαρότητα. Στην περίπτωση μας επεκράτησαν οι πιο «ψημένοι». Το ότι κατόρθωσαν να καταστούν επιβεβλημένη αυθεντία, να δοθεί η εντύπωση ότι «αυτοί ξέρουν», δεν είναι «χθεσινοί» –και επομένως πώς θα μπορούσαν όσοι είναι σημερινοί να αντιπαρατεθούν μαζί τους;– γίνεται κωμικοτραγικό, όταν αναλογιστεί κανείς ότι η αυθεντία, για την οποία εδώ πρόκειται, δεν είναι άλλη από την αυθεντία της επαναστατικής γυμναστικής. Όσων φώναζαν «εδώ γίνεται έξω ο χαμός και εμείς θα καθόμαστε και θα μιλάμε;». ρητορικό το ερώτημα τους, προφανώς…
Κατόπιν όσων ειπώθηκαν και όσων έγιναν –ή δεν ειπώθηκαν και δεν έγιναν– κατά τη διάρκεια εκείνου που απετέλεσε ένα ξέσπασμα ενός μειοψηφικού τμήματος της ελληνικής κοινωνίας, το οποίο η «σιωπηρή πλειοψηφία» έμεινε να παρακολουθεί αποσβολωμένη, αμήχανη, σαστισμένη, η «ομαλότητα» έχει αποκατασταθεί. Το γεγονός ότι η ελληνική κοινωνία συμπεριφέρεται σαν τίποτα να μη συνέβη ποτέ δεν αναιρεί τις επιπτώσεις των δονήσεων, οι οποίες θα εκδηλώνονται προοδευτικά. Το μόνο που εγγυάται είναι ότι θα εξακολουθεί να εκπλήσσεται ενώπιον τους, αδυνατώντας να εντοπίσει τα αίτια τους. Παρά την ήττα της η εξέγερση του Δεκέμβρη ασφαλώς δεν θα είναι –πως θα μπορούσε άλλωστε;– δίχως επιπτώσεις. Αλλά, λαμβανομένων υπόψη των κρατουσών συνθηκών, είναι αυξημένες οι πιθανότητες να είναι αυτές δυσμενείς. Ανάμεσα στις διαφαινόμενες προοπτικές συγκαταλέγεται και εκείνη της επίτασης, της επίσπευσης της κατάρρευσης.
Ασφαλώς εφόσον όσοι στελεχώνουν τα διευθυντικά κλιμάκια του καθεστώτος διέθεταν στοιχειώδεις ικανότητες, μια κάποια φρόνηση, ούτως ώστε να αφουγκραστούν τα μηνύματα που εκπέμφθηκαν, θα καθίστατο ενδεχομένως εφικτός ένας μετριασμός των κραδασμών. Αλλά εξ αρχής κατέστη σαφές εκείνο που ήταν ούτως ή άλλως ήδη γνωστό. Η ανθρωπολογική κρίση που χειμάζει την καπιταλιστική κοινωνία εκδηλώνεται με αμείωτη σφοδρότητα σε όλες ανεξαιρέτως τις βαθμίδες της πυραμίδας. Έτσι η φυσική τάξη των πραγμάτων αποκαθίσταται, καθότι κανείς περιμένει οι ένοικοι ενός τέτοιου οικοδομήματος να είναι μούμιες. Αυτές οι τελευταίες αρέσκονται στην ξηρασία της ερήμου. Ούτε λόγος για εγκλιματισμό σε νέες συνθήκες. Έτσι η ιλαρότητα, η ελαφρότητα, με την οποία οι «πολιτικοί ταγοί» από την πρώτη στιγμή αντιμετώπισαν την εξέγερση, η απροθυμία τους να προβούν σε υπαναχωρήσεις, απλά απηχούσε το ποιόν μιας κοινωνίας εξίσου ανίκανης να ανταποκριθεί σε νέα ερεθίσματα, η οποία –τι οξύμωρο!–, παρότι –ή ίσως ακριβώς επειδή– εκθειάζει την «προσαρμοστικότητα», ανάγοντας τη σε πανάκεια, μοιάζει να έχει απολέσει την ικανότητα να προσαρμόζεται. Ο μόνος «μετασχηματισμός», στον οποίο δείχνει να είναι δεκτική, δεν είναι άλλος από την περεταίρω αποσύνθεση.
Το κεντρικό αίτημα που εκφράζουν οι «αναλυτές», διαμαρτυρόμενοι για την «απουσία ενός κεντρικού αιτήματος» από πλευράς των εξεγερθέντων, ουσιαστικά αντιστοιχεί στην αξίωση να προσαρμοσθεί η κοινωνική κίνηση στην αφαίρεση της στατιστικής, των δημοσκοπήσεων, στην οποία ο δικός τους εθισμός, είναι πασίδηλο, είναι απόλυτος. Καμία ερώτηση δεν είναι πιθανή, δίχως προκαθορισμένες πιθανές απαντήσεις. «Multiple choice». Οι «πολλαπλές επιλογές» μας αφήνουν δίχως άλλη επιλογή. Οι «μετρήσεις κοινής γνώμης» σήμαναν την έναρξη της αντίστροφης μέτρησης. Εκτόξευση. Όσα δυσοίωνα πραγματεύεται ο Stanley Kubrick στην ταινία του «2001: A space odyssey» κατά ορισμένους υπήρξαν προφητικά. Στην ταινία η τεχνολογία εξελίσσεται τόσο, ώστε ένας υπολογιστής μπορεί να επιβληθεί στον άνθρωπο. Η διαφορά με την πραγματικότητα, όπου η αυτονόμηση της τεχνοεπιστήμης είναι δεδομένη ως όψη του φαντασιακού της «ορθολογικής κυριαρχίας» επάνω στον άνθρωπο και τη φύση, είναι πως έχουμε εδώ την ανθρώπινη σκέψη που φαίνεται να περιορίζεται, να φτωχαίνει, προκειμένου να εναρμονιστεί με την «ορθολογικότητα». Ο άνθρωπος υποτάσσεται στον υπολογιστή, γινόμενος υπολογιστής ο ίδιος. Το κοινωνικό-ιστορικό παραδίδεται στη σφαίρα επιρροής των «πιθανοτήτων», όπου το καινούριο λογίζεται ως απίθανο. Η «διαφορά» προκρίνεται έναντι της ετερότητας. Ο κάθε αστροναύτης μόνος πλέει στο αχανές, ερεβώδες διάστημα, επιζητώντας τη συνέχιση του μόνο υπό τη μορφή της κλωνοποίησης.
Η δημιουργική σύνθεση αποκλείεται εκ προοιμίου ως ενδεχόμενη έκβαση, μιας και θα προϋπέθετε τη διάθεση προς υπαναχώρηση υπό την πίεση της σύγκρουσης. Αυτή με τη σειρά της φέρει ως προαπαιτούμενο τη στοιχειώδη κατανόηση. Αυτός ο πλανήτης δεν λέει να παρεκκλίνει χιλιοστό από την τροχιά του. Πρόκειται ίσως για μαύρη τρύπα. Είναι οι νέοι που καλούνται να προσαρμοστούν· να «αφομοιωθούν», όπως μόνο μια μηχανή του κιμά μπορεί να τους αφομοιώσει, συνθλίβοντας τους. Για να βρεις τη θέση σου στο θρυμματισμένο κόσμο, οφείλεις να κοπείς σε χίλια κομμάτια. Ο Δεκέμβρης υπήρξε ένας μετεωρίτης που, προσκρούοντας στη στρατόσφαιρα, ανεφλέγη, διαλυόμενος σε αναρίθμητα θραύσματα. Τα χιλιάδες πεφταστέρια, τα μικρά υπολείμματα που θα μπορούσαν κάποτε να αποτελέσουν ένα αστρικό σώμα, καθώς εισέρχονται στη βαριά γήινη ατμόσφαιρα, εκρήγνυνται, προκαλώντας στιγμιαίες εκλάμψεις. Οι ευχές δεν πιάνουν. Όσα δεν εξαϋλωθούν θα υποκύψουν στο νόμο της βαρύτητας.
Ο Δεκέμβριος δεν κατόρθωσε να αφήσει απτή παρακαταθήκη. Η «συνειδητοποίηση», για την οποία ορισμένοι κάνουν λόγο, δίχως θεσμούς για να επενδυθεί, μπορεί το πολύ-πολύ να οδηγήσει σε μια αδιέξοδη ατομική ηθική. Και το φάσμα του προσωπικού αδιεξόδου είναι εκείνο που διαγράφεται απειλητικό. Μια εκ των οδών που καταλήγουν εκεί, διέρχονται από τη στράτευση στις διάφορες ομαδοποιήσεις, οι οποίες είθισται σε ανάλογες συγκυρίες να βλέπουν να πυκνώνουν πρόσκαιρα οι τάξεις τους. Η αφελής ευφορία που τους καταλαμβάνει διογκώνει περεταίρω την απερισκεψία που μεταφράζεται στην παιδαριώδη από μέρους τους πρόκριση των «δυναμικών ενεργειών». Διακατεχόμενοι από τη λογική της πρωτοπορίας, επιδιώκουν να «συνεχίσουν» μόνοι τους. Είναι το «αντίθετο του παρανοϊκού» που λέγαμε προηγούμενα. Οι συγκεκριμένοι άνθρωποι με τις «καταδρομικές» ενέργειες τους, όπως τις χαρακτηρίζουν όσοι εκφέρουν λόγο δημόσια –και οι οποίοι αν κάνουν την τρίχα τριχιά είναι επειδή προσδοκούν, προφανώς, να βρεθεί κάποιος για να κάνει αυτό που οι ίδιοι δειλιάζουν, να τους περάσει τη θηλιά στο λαιμό, ούτως ώστε να τεθεί ένα τέλος σε μια ζωή πνιγμένη στην ασημαντότητα–, είναι επικίνδυνοι κυρίως για τον εαυτό τους. Καλώντας επί της ουσίας να διαλέξουμε πλευρά ανάμεσα σε εκείνους και «το κράτος/το κεφάλαιο» κλπ, αποδεικνύουν ότι διαφέρουν από το «αντίπαλο δέος» τους κυρίως ως προς την αυξημένη αυταρχικότητα και το συνωμοτισμό. Ταυτίζονται δε όσον αφορά στη λογική της ανάθεσης, της αντιπροσώπευσης, της διαμεσολάβησης.
Με ή χωρίς την ενδεχόμενη κλιμάκωση της βίας που εγγυάται τον αφανισμό τους, δεδομένης της υπεροπλίας και της κοινωνικής αποδοχής των κατασταλτικών μηχανισμών, η αυτοκαταστροφή των μιλιταντιστών μπορεί να προκύψει ποικιλοτρόπως, όπως προδίδει μια ματιά στην ιστορία. Αρκεί ακόμη και η παρακολούθηση μερικών ταινιών, αναφερόμενων στα επακόλουθα του Μάη του ’68 φερειπείν. «Η μαμά και η πουτάνα», «πεθαίνοντας στα 30», «Οι συνήθεις εραστές». Η ωραιοποίηση του περιθωρίου δεν είναι καινούριο πράγμα. Τελευταίως δε κανείς μπορούσε να αρρωστήσει, βλέποντας τους «πρωταγωνιστές» του Σ. Θεοδωράκη, τους αφιερωμένους στους «αγίους της πλατείας Εξαρχείων»: Γώγου, Άσιμος, Σιδηρόπουλος. Αλλά ενίοτε ελλοχεύει ο κίνδυνος το ιλουστρασιόν περιτύλιγμα να σκιστεί και η υγρασία του αδιεξόδου να εισχωρήσει. Ρευματώδεις πόνοι στις αρθρώσεις.
Η ροπή προς τον αυτοαποκλεισμό για όσους κινούνται στους χώρους της αμφισβήτησης υπήρξε πάντοτε έκδηλη σε περιόδους ήττας, οπότε και οι χώροι αυτοί καθίστανται γκέττο. Και είναι επόμενο ο ενστερνισμός τη πεποίθησης ότι είσαι «μόνος εναντίον όλων» να αποβαίνει εξαιρετικά ψυχοφθόρος. Η περιχαράκωση, ο ηθελημένος εγκλεισμός εντός «νησίδων αντίστασης», που ακολουθεί την απόφανση πως ό,τι μας περιστοιχίζει είναι εχθρικό, οδηγεί «μοιραία» στην αίσθηση ότι ασφυκτιείς. Στην ατμόσφαιρα διαχέεται η ερμητικότητα των κειμένων των τσαρλατάνων του «κριτικού» μεταμοντερνισμού· η συλλήβδην απόρριψη της δυτικής παράδοσης ως ολοκληρωτικής, πατριαρχικής, εξουσιαστικής. Κρίση ταυτότητας. Η αμφισβήτηση –ή, πιο σωστά, οι επίγονοί της–, καρπός της Δύσης, μαθαίνει να απεχθάνεται τον εαυτό της. Οι αντιεξουσιαστές βρίσκονται στην ίδια θέση με τους νεοέλληνες. Τους Βαλκάνιους που μισούν τον εαυτό τους για αυτό που είναι, θέλοντας να είναι απευθείας απόγονοι του Πλάτωνος. Η φετιχιστική λατρεία της παρανομίας υποδηλώνει επίσης την απαξίωση της απελευθερωτικής παράδοσης της Δύσης, απότοκο της οποίας, των κοινωνικών συγκρούσεων, υπήρξαν οι ελευθερίες· οι ατομικές ελευθερίες, η ελευθερία της έκφρασης. Αντιμετωπίζονται αυτές ως ανάξιες λόγου, η δια νόμου κατοχύρωση τους ως «απάτη», ανούσια παραχώρηση. Όσοι αγωνίστηκαν να της κατακτήσουν διαγράφονται μεμιάς. Το καθεστώς της φιλελεύθερης ολιγαρχίας βαφτίζεται δικτατορικό ή κρίνεται και εφάμιλλο ενός ολοκληρωτικού καθεστώτος. Ό,τι μας περιτριγυρίζει είναι απόλυτα κακό. Τα πάντα πρέπει να καταστραφούν εκ θεμελίων.
Η ρήση του Μπακούνιν σύμφωνα με την οποία «το πάθος για καταστροφή μπορεί να είναι δημιουργικό πάθος», θα μπορούσε από εμάς να γίνει αποδεκτή ως εξής: Η θεσμίζουσα κοινωνία, βρισκόμενη σε σύγκρουση με τη θεσμισμένη κοινωνία, προχωρά στην καταστροφή του θεσμισμένου, διαμέσου της ταυτόχρονης δημιουργίας νέων θεσμών. Που δεν γίνονται με το τίποτα (cum nihilo) ή μέσα στο τίποτα (in nihilo), αλλά προκύπτουν εκ του μηδενός (ex nihilo), υπό την έννοια ότι δεν συνάγονται εξ όσων συνετέθησαν. Δεν αποτελούν απλό άθροισμα αυτών, αλλά συνιστούν δημιουργίες ολοκληρωτικά νέες. Αντ’ αυτού όσοι φυλακίζονται μόνοι τους –εδράζεται, παρεμπιπτόντως, ίσως εδώ η συνθήκη ταύτισης που υποκινεί τον «α/α χώρο» να εκφράζει μετ’ επιτάσεως την αλληλεγγύη του στου φυλακισμένους– εμμένουν στο σκέλος της καταστροφής. Και επειδή το zeitgeist ή το matrix είναι πανίσχυρα ο αυτοεγκλωβισμός οδηγεί στην αυτοκαταστροφή. Ως «εκδίκηση» οι «λυσσασμένοι» επιδίδονται στην καταστροφή όσων ανήκουν σ’ αυτόν τον κόσμο, ξεκινώντας –τι πιο πρακτικό– από του εαυτούς τους. Όσοι χάνονται στο περιθώριο είναι σαν τα δελφίνια ή της φάλαινες. Ενίοτε τα θαλάσσια θηλαστικά, για άγνωστη σε όλους αιτία, αυτοκτονούν, εξοκέλλοντας στην ακτή. Απ’ όλες τις «σανίδες σωτηρίας», για τις οποίες μιλήσαμε νωρίτερα στο παρόν κείμενο, αυτή εδώ, συνοδευόμενη από το δυσβάστακτο αίσθημα του πνιγμένου, σε εγκαταλείπει τάχιστα, εάν δεν την εγκαταλείψεις πρώτος.
Χάρτινα καράβια. Αν αυτοί οι λουόμενοι υψώνουν τείχη –ξύλινα τείχη; στη θάλασσα; δεν έχει σημασία;– εντός των οποίων περιχαρακώνονται, εξαπολύουν λυσσαλέα επίθεση, έναντι όποιου ασκεί κριτική, είναι επειδή πασχίζουν να υπεραμυνθούν βεβαιοτήτων· μιας πίστης βασισμένης σε σαθρά θεμέλια. Η οξύτητα της αντίδρασης είναι δηλωτική της ενυπάρχουσας, υφέρπουσας ανασφάλειας. Το εν λόγω οικοδόμημα λοιπόν αποτελεί το μόνο στέκι, όπου είναι ανοιχτό για όλες οι συνομοταξίες του «χώρου». Σε κάθε περίπτωση η παρεχόμενη φιλοξενία μέλλει να αποδειχθεί βραχεία, όπως σε όλα τα youth hostels. Έτοιμο να καταρρεύσει ανά πάσα στιγμή, είναι ένας πύργος από τραπουλόχαρτα. Αρκεί ένα από αυτά να μετατοπισθεί ελαφρώς και το οίκημα αυτοστιγμεί θα σωριαστεί, καταπλακώνοντας εκείνους ανάμεσα στους ενοίκους που δεν το εγκατέλειψαν εγκαίρως. Μια τρικυμία, ακόμη και αν ξεσπά σε ένα φλιτζάνι του τσαγιού, δεν πρέπει να υποτιμηθεί. Μπορεί τα συγκεκριμένα συντρίμμια να μη φαντάζουν και τόσο φονικά, αλλά είναι δυνατό υπό το βάρος του υπαρξιακού κενού κανείς να μείνει συντετριμμένος εφ όρου ζωής, υποφέροντας από τα προξενηθέντα τραύματα του. Ένα τραυματικό περιστατικό είναι άλλωστε πραγματικό ως περιστατικό και φαντασιακό ως τραύμα.
Όταν, βέβαια, η φυσαλίδα, ερχόμενη σε επαφή με την πραγματικότητα, προσκρούοντας σε κάποια αιχμή της, σπάει, μεγαλύτερο είναι το πλήθος όσων αισθάνονται πλέον έτοιμοι, πρόθυμοι να εξερευνήσουν τον έξω κόσμο.
Πρόκειται για όσους, εν αντιθέσει με τους ανήκοντες στην προηγούμενη κατηγορία, εξεδήλωσαν μια εμπλοκή καταφανώς επιφανειακή. Η θητεία τους στη νεολαιίστική υποκουλτούρα είναι σαν το πέρασμα από τους προσκόπους. Πηγαίνει κανείς κατασκήνωση –στα «εναλλακτικά» νησιά– διδάσκεται να δένει κόμπους… Και ύστερα κάθε δεσμός με το εν λόγω παρελθόν κόβεται – η αναπόληση του δεν φέρνει κόμπο στο λαιμό. Τα δεντρόσπιτα-καταλήψεις είναι προσβάσιμα μόνο σε παιδιά. Η μοίρα που επιφυλάσσεται στους εξεγερθέντες του Δεκεμβρίου ενδέχεται να είναι ανάλογη, καθώς ζητείται από αυτούς, προκειμένου να ενσωματωθούν, να αποκηρύξουν τα προτερήματα εκείνα που θα τους καθιστούσαν ικανούς να λύσουν το Γόρδιο δεσμό. Την εφευρετικότητα, τη φαντασία. Είναι αυτός ο δεσμός που κρατάει την κοινωνία ακινητοποιημένη. Οι πατέρες φέρνουν στο νου το θεό-τιμωρό της παλαιάς διαθήκης. Απαιτεί από τα δημιουργήματα του να είναι κατ’ εικόναν και καθ΄ ομοίωσιν του. Η όποια παρέκκλιση φέρει ως επίπτωση τη βύθιση των παραβατών στο αίμα. Όσοι αμφισβήτησαν την υφιστάμενη κοινωνική θέσμιση, καλούνται να δηλώσουν την υποταγή τους· να προσαρμοσθούν σε ένα status quo, το οποίο αρνείται πεισματικά να αλλάξει για να τους συμπεριλάβει, δίχως να τους συνθλίψει, να τους κατακρεουργήσει. Αυτή η πληγή, είναι προδιαγεγραμμένο, θα παραμείνει χαίνουσα· ή θα κακοφορμίσει. Παρότι το τραύμα, το είπαμε ήδη, είναι φαντασιακό, όπως με όλους τους ακρωτηριασμούς συμβαίνει, έτσι και στην προκειμένη περίπτωση, η πιθανή, φαινομενική, επούλωση όσων υπήρξαν συνέπειες μιας βίαιης εκρίζωσης, είναι δυνατό να επέλθει διαμέσου της δημιουργίας ενός νέου ιστού. Ιστού ουλώδους και, γι’ αυτό, διακρινόμενου από τη γνώριμη δυσκαμψία, ανελαστικότητα· τη μειωμένη ευαισθησία στο άγγιγμα.