Μια συνάντηση που (δεν) έγινε
Φοιτητικές καταλήψεις - απεργία δασκάλων Μέρος Α'
Πρόλογος του πολύ καλού βιβλίου με τίτλο "Φοιτητικές καταλήψεις - Απεργια δασκάλων - Μια συνάντηση που (δεν) έγινε", της συλλογικότητας Αιώνιοι καταληψίες- Αμετανόητοι απεργοί και άλλοι προλετάριοι σύντροφοι, Αθήνα, Απρίλης 2008.
Την περίοδο 2006-2007 μια «περίεργη αρρώστια» κατέλαβε το μεγαλύτερο κομμάτι των ανθρώπων που εμπλέκονται είτε από θέση διδάσκοντα, είτε από θέση διδασκόμενου, στο εκπαιδευτικό εργοστάσιο. Για ένα χρόνο αποφάσισαν να παρατήσουν τις αίθουσες διδασκαλίας και να βγουν στους δρόμους, επιλογή που από πλευράς φοιτητών εκφράστηκε με το σύνθημα «ή μια ζωή στις αίθουσες ή μια ζωή στους δρόμους». Αποτέλεσμα αυτής της «αρρώστιας» είναι κι η παρούσα έκδοση. Οι συγγραφείς της σε μεγάλο βαθμό γνωριστήκαμε στις καταλήψεις, τις απεργίες, τις διαδηλώσεις και τις συγκρούσεις που εκτυλίχθηκαν εκείνη τη χρονιά ενάντια στην καπιταλιστική/εκπαιδευτική αναδιάρθρωση.
Το ενωτικό σημείο που μας έφερε σε επαφή ήταν η συμμετοχή στα κινήματα των φοιτητών και των δασκάλων από μέσα και από τα κάτω' πριν από τα κινήματα άλλωστε δεν είχαμε συναντηθεί. «Από μέσα» λέγοντας, εννοούμε την κινηματική παρέμβαση με κοινωνικούς κι όχι ιδεολογικούς όρους, θεωρώντας δηλαδή αυτονόητη τη συμμετοχή μας στα κινήματα λόγω της κοινωνικής μας θέσης κι από εκεί και πέρα αναζητώντας τους συμμάχους μας όχι σ' αυτούς με τους οποίους έχουμε πάνω κάτω κοντινές ιδεολογικές θέσεις, αλλά σ' αυτούς που θεωρούμε ότι έχουμε κοινά (ταξικά) συμφέροντα: καταρχήν τους συμφοιτητές μας και τους συναδέλφους μας.
«Από τα κάτω» λέγοντας, εννοούμε τη συμμετοχή μας στον αγώνα χωρίς να κατέχουμε κάποια θεσμική/συνδικαλιστική θέση και δίνοντας ταυτόχρονα καθημερινή μάχη ενάντια στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία και τη λογική της ανάθεσης του αγώνα σε κάποιους «ειδικούς» κι αντιπροσώπους. Αντιπαλεύοντας κάθε διαχωρισμό ανάμεσα στο ίδιο το περιεχόμενο του αγώνα και τις δομές συλλογικής επικοινωνίας μέσω των οποίων πραγματοποιούνταν η κατάληψη κι η απεργία, πιέζαμε για τη δημιουργία δομών στην υπηρεσία του αγώνα κι όχι για έναν αγώνα που θα φετιχοποιεί τις δομές του. Αναζητώντας συναγωνιστές κι όχι ψηφοφόρους έτοιμων πλαισίων, παλέψαμε για να ενεργοποιηθούν από συλλογικά αγωνιστικά υποκείμενα και να γίνουν αδιαμεσολάβητες οι αμεσο-δημοκρατικές διαδικασίες των γενικών συνελεύσεων μέσω των οποίων αποφασίζεται ο αγώνας στη βάση των δασκάλων και των φοιτητών/εργαζομένων. Ταυτόχρονα, επιζητήσαμε το ξεπέρασμα του θεσμικού και δημοκρατικού χαρακτήρα τους, μέσω της δημιουργίας κοινοτήτων αγώνα και ανάλογων αυτοοργανωμένων δομών (επιτροπές/συνελεύσεις κατάληψης, απεργιακές επιτροπές, συντονιστικά), έτσι ώστε ο αγώνας να βρίσκεται κάθε στιγμή στα χέρια των ίδιων των αγωνιζόμενων κι όχι στα χέρια όσων συσκέπτονται σε κομματικά γραφεία. Τέλος, προσπαθήσαμε τα μέσα πάλης να μην αντιμετωπίζονται διαχωρισμένα από τον ίδιο τον αγώνα, ως «χάπενινγκς», δηλαδή, με θεαματικό παρά πρακτικό περιεχόμενο. Αντίθετα, προσπαθήσαμε οι καταλήψεις, οι απεργίες, οι διαδηλώσεις, οι αλυσίδες, οι συγκρούσεις κτλ. να ριζοσπαστικοποιηθούν και να προσεγγίσουν το αρχικό τους περιεχόμενο ως πράξεις απαλλοτρίωσης χώρου και χρόνου από το κεφάλαιο. Όλα αυτά, φυσικά, μέσα στα πλαίσια των περιορισμένων δυνατοτήτων μας.
Το βασικό σημείο πάντως που μας έφερε σε επικοινωνία ήταν η κοινή πεποίθηση ότι ο αγώνας στον οποίο συμμετείχαμε δεν έπρεπε να θεωρείται υπόθεση μόνο των φοιτητών ή των δασκάλων κάθε φορά, αλλά συνολικός αγώνας ενάντια στην καπιταλιστική αναδιάρθρωση, που αφορά ευρύ τερα κοινωνικά κομμάτια και θα μπορούσε να θέτει συνολικότερα ζητήματα. Αντιλαμβανόμαστε την καπιταλιστική αναδιάρθρωση ως μια επίθεση του κεφαλαίου στις συλλογικές κατακτήσεις των προλετάριων, με στόχο τη διάσπαση του κοινωνικού ιστού σε απομονωμένες ατομικότητες, αδύναμες να αναπτύξουν οποιαδήποτε αντίσταση στην ανάγκη των αφεντικών για παραπάνω κέρδη. Την ίδια αντίληψη έχουν και όσα μέλη της συλλογικότητας, η οποία υπογράφει την παρούσα έκδοση, δεν είναι ούτε φοιτητές ούτε δάσκαλοι. Αυτή η αντίληψη μας επέτρεψε να συμμετάσχουμε από κοινού στις κινηματικές διαδικασίες, όπου αυτό ήταν δυνατόν, μιας και οι ευκαιρίες που δόθηκαν σε μισθωτούς εργαζόμενους να εμπλακούν πραγματικά στο κίνημα δεν ήταν και πολλές. Πίσω από το συνδικαλιστικό μανδύα με τον οποίον ντύνονταν πολλές φορές οι κινητοποιήσεις μας (υπεράσπιση του κράτους πρόνοιας και της «δημόσιας και δωρεάν παιδείας», «μόνιμη και σταθερή εργασία»), εμείς ζούσαμε άλλο ένα στιγμιότυπο του ανταγωνισμού ανάμεσα στο κεφάλαιο και τους ανθρώπους που αγωνίζονται για να ζήσουν κι όχι να επιβιώσουν ως εμπορεύματα-εργατική δύναμη. Ένα στιγμιότυπο οξυμμένου κοινωνικού ανταγωνισμού ενάντια στην περαιτέρω πειθάρχηση κι εντατικοποίηση στην εργασία και την εκπαίδευση, την προώθηση του νεοφιλελεύθερου μοντέλου του επιχειρηματικού σχολείου/πανεπιστημίου και των ελαστικών/επισφαλών εργασιακών σχέσεων. Ως τη μόνη διέξοδο για το ξεπέρασμα του μερικού/συντεχνιακού χαρακτήρα των κινητοποιήσεων διαβλέπαμε όχι κάποια «ιδεολογική ένεση» επαναστατικής συνείδησης, αλλά τη σύνδεση των κομματιών που αγωνίζονταν την ίδια περίοδο, κατ' αρχήν στο χώρο της εκπαίδευσης.
Η τραγική ειρωνεία ήταν ότι πάνω στο τελευταίο αναπτύχθηκε μια πρώτη χαλαρή επικοινωνία την περίοδο της απεργίας των δασκάλων, τη στιγμή ακριβώς που η αριστερίστικη συνδικαλιστική γραφειοκρατία είχε καταφέρει το... ακατόρθωτο: να μη συμπέσουν (έστω) χρονικά δυο δυναμικές κινητοποιήσεις ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, με τους φοιτητές να δίνουν εξεταστική τη στιγμή που οι δάσκαλοι απεργούσαν. Ταυτόχρονα, εκείνη την περίοδο, είδαμε κι ένα τρίτο υποκείμενο που αγωνιζόταν μέσω καταλήψεων, τους μαθητές, να μένουν (με ελάχιστες εξαιρέσεις) περιχαρακωμένοι στα κομματικά όρια που είχαν θέσει οι γραφειοκράτες του ΚΚΕ. Σ' αυτή την περιχαράκωση οφείλεται σε μεγάλο βαθμό κι η έλλειψη έστω και μειοψηφικής επικοινωνίας με τους μαθητές, έλλειψη που στην παρούσα έκδοση αντανακλάται στην απουσία αναφοράς στις μαθητικές καταλήψεις, από τη στιγμή που οι ίδιοι οι μαθητές θα ήταν οι μόνοι κατάλληλοι να μιλήσουν γι' αυτές.
Αυτή η αποτυχία σύνδεσης των αγώνων που ξέσπασαν θεωρούμε ότι επηρέασε σε μεγάλο βαθμό και το δεύτερο γύρο των φοιτητικών καταλήψεων (Γενάρης-Μάρτης 2007). Σ' αυτή την περίοδο, η δυναμική του αγώνα μεταφέρθηκε σχεδόν ολοκληρωτικά στο μόνο έδαφος που ήταν κοινωνικά ανοιχτό και μη ελεγχόμενο από τα κόμματα και τις παρατάξεις, στο δρόμο. Πέρα από το δρόμο, συνεχίστηκε η μειοψηφική κινηματική επικοινωνία που είχαμε κατακτήσει, με βάση την οποία μετά το τέλος των καταλήψεων αποφασίσαμε να καλέσουμε σ' ένα ανοιχτό διήμερο απεργών δασκάλων/ καταληψιών φοιτητών (16-17 Ιούνη 2007 στο Πολυτεχνείο) από το οποίο προέκυψε και η έκδοση της συγκεκριμένης μπροσούρας.
Οι βασικοί λόγοι για τους οποίους προχωρήσαμε στο ανοιχτό διήμερο και την έκδοση της μπροσούρας, ήταν οι εξής:
1. Το ζήτημα της κινηματικής μνήμης. Ανάλογες εμπειρίες και καταστάσεις, ανάλογα προβλήματα με τα δικά μας, έχει ζήσει μια πλειάδα ανθρώπων που έχουν συμμετάσχει σε αγώνες ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, από τις φοιτητικές καταλήψεις του 1979 κι έπειτα. Όμως αυτή η εμπειρία δε μεταδίδεται κινηματικά, μ' αποτέλεσμα τα ίδια λάθη του παρελθόντος να επαναλαμβάνονται και να συναντάμε τα ίδια αδιέξοδα που συνάντησαν κι αυτοί. Κι αυτό το έλλειμμα σύνδεσης των ανταγωνιστικών υποκειμένων στο χρόνο υπάρχει την ίδια στιγμή που βλέπουμε ξεκάθαρα ότι οι αγώνες του παρελθόντος επηρεάζουν τους αγώνες του μέλλοντος. Θεωρήσαμε έτσι ότι το ελάχιστο που θα μπορούσαμε να κάνουμε για να συμβάλλουμε στην υπόθεση της κινηματικής μνήμης ήταν η έκδοση της παρούσας μπροσούρας.
2. Να μιλήσουμε για τα χαρακτηριστικά των κινημάτων στα οποία συμμετείχαμε και να ψάξουμε συλλογικά τις απαντήσεις στα ερωτήματα που μας δημιουργήθηκαν: τι ήταν αυτά τα κινήματα; Για ποιους λόγους ξέσπασαν; Θα μπορούσαν να πάρουν άλλο περιεχόμενο, άλλη εξέλιξη κι αν ναι για ποιους λόγους αυτό δεν έγινε; Άφησαν τίποτα πίσω τους ή ήταν άλλη μια έκρηξη που θα ξεχαστεί;
3. Το ξεπέρασμα του διαχωρισμού των αγώνων ήταν επίσης ένα από τα βασικά ζητούμενα του διημέρου. Έστω και καθυστερημένα, θεωρήσαμε επιτακτικό να μπορέσουμε να μιλήσουμε μαζί δάσκαλοι και φοιτητές, να πάρουμε ο καθένας μια εικόνα από τον αγώνα του «άλλου» και ν' αναρωτηθούμε για ποιο λόγο ενώ «όλοι το θέλαμε» (σύμφωνα, τουλάχιστον, με τον επίσημο λόγο του οργανωμένου κομματιού των αγωνιζόμενων) οι αγώνες δε συνέπεσαν. Η εύκολη, και ταυτόχρονα οφθαλμοφανέστατη απάντηση, εκπορεύεται από την κριτική μας στη συνδικαλιστική γραφειοκρατία. Μπορεί για εμάς να θεωρείται αυτονόητη αυτή η απάντηση, δε νομίζουμε όμως ότι γνωρίζουν πολλοί τη μανιώδη αντίδραση με την οποία οι αριστεροί δάσκαλοι εργατοπατέρες αντιμετώπισαν μια πρωτοβουλία φοιτητών που παρενέβη στο «συντονιστικό» των απεργιακών επιτροπών την τρίτη μέρα της απεργίας όχι μόνο για να εκφράσει την αλληλεγγύη της αλλά και για να προτείνει μορφές κοινής δράσης. Δε μας έφτανε όμως αυτή η εύκολη απάντηση. Θέλαμε να αναζητήσουμε τους λόγους για τους οποίους κάθε συνδικαλιστική κάστα φοβάται όπως ο διάολος το λιβάνι τη σύνδεση των κοινωνικών αγώνων. Ταυτόχρονα, θέλαμε να αναζητήσουμε τις βαθύτερες κοινωνικές αιτίες για τις οποίες δεν προχώρησε από τη βάση των αγωνιζόμενων αυτή η σύνδεση. Τι γνώμη είχαν οι φοιτητές για την απεργία των δασκάλων κι αντίστροφα; Μήπως οι διαφορετικές μας θέσεις στην παραγωγική διαδικασία δημιουργούν αποστάσεις μεταξύ των αγωνιζόμενων, που σίγουρα δεν ξεπερνιούνται με επαναστατική φρασεολογία και γενικόλογες εκκλήσεις για πανεκπαιδευτικό μέτωπο- εκκλήσεις που πατάνε περισσότερο σε κομματικές και συντεχνιακές σκοπιμότητες παρά στο κοινωνικό έδαφος; Η δικιά μας απάντηση είναι ότι αυτές οι αποστάσεις μπορούν και πρέπει να ξεπεραστούν, γιατί χρησιμοποιώντας τα εργαλεία της εμβάθυνσης στους υλικούς όρους μέσα στους οποίους ζει και παράγει το κάθε υποκείμενο, τα κοινά σημεία αγώνα μπορούν να εντοπιστούν. Το πρόβλημα είναι ότι μέχρι στιγμής δεν αναδεικνύονται ως τέτοια στους επιμέρους αγώνες που διεξάγονται.
4. Κινηματική αυτοκριτική: το είπαμε και πριν. Στους αγώνες δεν υπάρχουν ειδικοί και στα κινήματα δεν υπάρχουν αλάνθαστες πολιτικές τακτικές. Έχοντας ήδη διαπιστώσει αλλαγές στον τρόπο σκέψης και δράσης μας, πριν και μετά τα κινήματα, θέλαμε με τον ίδιο τρόπο που τοποθετηθήκαμε δημόσια την περίοδο των κινητοποιήσεων υπέρ της μιας ή της άλλης επιλογής, να τοποθετηθούμε δημόσια και μετά τα κινήματα σε σχέση με ελλείψεις κι αντιφάσεις που ανακαλύψαμε εκ των υστέρων ή σε σχέση με επιλογές για τις οποίες νιώθουμε σίγουροι, αλλά θα θέλαμε ν' ακούσουμε και τη γνώμη των άλλων. Η αυτοκριτική είναι το μόνο όπλο που μπορεί να βοηθήσει τα ανταγωνιστικά υποκείμενα να πάρουν καλύτερες θέσεις μάχης στους αγώνες που συνεχίζονται- στον κόσμο των βεβαιοτήτων άλλωστε υπάρχουν πάμπολλα κομματικά γραφεία κι ιδεολογικές λέσχες που αναζητούν την «καθαρή» θεωρία...
Η πρώτη μέρα του διημέρου είχε ως θεματική τις φοιτητικές κινητοποιήσεις, χωρισμένες σε τρεις περιόδους: την πρώτη φάση, τις καταλήψεις του Μάη-Ιούνη-Ιούλη του 2006, τη δεύτερη φάση που υπήρχε η απεργία των δασκάλων κι οι μαθητικές καταλήψεις αλλά εξέλιπαν οι φοιτητικές καταλήψεις (μεσοδιάστημα Σεπτέμβρη-Δεκέμβρη 2006) και την τρίτη φάση με τις καταλήψεις του Γενάρη-Μάρτη του 2007. Στο διήμερο παρουσιάστηκε μια εισήγηση που γράφτηκε από ένα κομμάτι των συνδιοργανωτών, τους φοιτητές, η οποία παρουσιάζεται αυτοτελώς και στην παρούσα έκδοση. Στόχος της εισήγησης ήταν ν' ακολουθήσει μια ανοιχτή συζήτηση ανάμεσα στους φοιτητές διοργανωτές της συζήτησης και τους συναγωνιστές τους κατά τη διάρκεια των καταλήψεων, μια και η πραγματικότητα και το τρέξιμο ενός αγώνα δεν είχε αφήσει χρόνο να συζητηθούν οι γενικότεροι λόγοι για τους οποίους έγιναν οι όποιες κοινές δράσεις. Άλλωστε, είχαμε διαπιστώσει ως συλλογικά υποκείμενα ότι οι δράσεις στις οποίες προχωρήσαμε στη διάρκεια του φοιτητικού κινήματος δε συνοδεύονταν από ένα δημόσιο ριζοσπαστικό λόγο. Αναντιστοιχία την οποία έφερε τόσο το κίνημα συνολικά, όσο κι εκείνο το κομμάτι του που αποτελούνταν από φοιτητές πέρα από παρατάξεις, οι οποίοι αυτοπροσδιορίζονται συνήθως ως «ανένταχτοι», «αναρχικοί», «αντιεξουσιαστές» κι «αυτόνομοι». Επιπλέον -πάντα από την πλευρά των φοιτητών συνδιοργανωτών- ήταν επιτακτική η ανάγκη να καταγραφεί η υποκειμενική τους ματιά στις κινητοποιήσεις ως «ενεργός μειοψηφία», και ταυτόχρονα να τεθούν κάποιοι προβληματισμοί σχετικά με τους λόγους που οι φοιτητές ψηφίζουν καταλήψεις, την αντίθεση κατάληψης και (αμεσο)δημοκρατίας, καθώς και το αίτημα της κήρυξης γενικής απεργίας από τη ΓΣΕΕ την ίδια στιγμή που έλειπε μια πραγματική επικοινωνία με το χώρο της μισθωτής εργασίας, επικοινωνία που ελάχιστα αναπτύχθηκε.
Η δεύτερη κουβέντα της Κυριακής άνοιξε με μια εισήγηση, που παρουσιάστηκε με τη μορφή (κοινών) ερωτήσεων σε δασκάλους και φοιτητές για τις κινητοποιήσεις, ερωτήσεις κι απαντήσεις τις οποίες είχαμε συζητήσει το προηγούμενο διάστημα μεταξύ μας. Αυτός ο τρόπος παρουσίασης ήταν ο πιο κοντινός στην όλη λογική του διαλόγου που θέλαμε ν' αναπτυχθεί μεταξύ δασκάλων και φοιτητών, αφού θεωρούμε ότι καμιά έτοιμη θεωρητική ανάλυση δεν μπορεί να καλύψει το κενό που δημιουργήθηκε από τη μη συνάντηση αυτών των δυο υποκειμένων. Πώς είδαν οι φοιτητές την απεργία των δασκάλων; Πώς είδαν οι δάσκαλοι τις φοιτητικές κινητοποιήσεις και στις δύο φάσεις; Μπορούν να συναντηθούν αυτοί που αναπαράγουν και κατανέμουν την αυριανή εργατική δύναμη με το αγωνιζόμενο ενάντια σε αυτήν τη συνθήκη «προϊόν» της εργασίας τους -και κάτω από ποιες προϋποθέσεις; Αναπτύχθηκαν μορφές αλληλεγγύης; Η επαφή με το πεζοδρόμιο άλλαξε τη συνείδηση των κινητοποιημένων υποκειμένων προς την κατεύθυνση του ξεπεράσματος των ρόλων τους; Αυτά ήταν τα βασικά ερωτήματα που τέθηκαν. Ήταν εστιασμένη λοιπόν η δεύτερη κουβέντα στον τρίτο από τους στόχους που αναφέραμε παραπάνω -αν και στη ροή της συζήτησης πιστεύουμε ότι καλύφθηκαν, ως ένα βαθμό, και οι υπόλοιποι στόχοι. Κι αυτό γιατί στην κουβέντα που ακολούθησε οι δάσκαλοι -κυρίως αυτοί πήραν το λόγο- μ' αυτά που ανέφεραν, πρόσφεραν πολλά σ' όποιον θέλει να καταλάβει τι κρύβεται πίσω από μια απεργία 6 εβδομάδων, από τα γνωστά συνδικαλιστικά παιχνίδια μέχρι την ελαστική εργασία (ωρομίσθιοι) και την αγωνία να μην επαναληφθεί στο μέλλον αυτός ο διαχωρισμός των κινητοποιήσεων. Φυσικά, όλα τα ζητήματα που θίχτηκαν -η εν λευκώ παράδοση της διεύθυνσης της απεργίας στα χέρια των γραφειοκρατικών ηγεσιών, η έλλειψη διασύνδεσης των απεργιακών επιτροπών, η συντεχνιακή αντίληψη και ο εγκλωβισμός των αγωνιζόμενων κομματιών στο μικρόκοσμο τους, η ταξική συνείδηση ή η έλλειψη της- είναι πρακτικά ζητήματα που δεν εξαντλούνται σε μια συζήτηση και βρίσκονται πάντα υπό διαρκή επεξεργασία από τη μεριά μας.Τις δύο αυτές κουβέντες τις καταγράψαμε ηχητικά και τις απομαγνητοφωνήσαμε, με σκοπό να γίνουν αντικείμενο συλλογικής επεξεργασίας πέρα από εμάς που καλέσαμε στο διήμερο και τους ανθρώπους που ανταποκρίθηκαν. Άλλωστε, γνωρίζουμε ότι μιλάμε σε μεγάλο βαθμό μόνο για τις κινητοποιήσεις στην Αθήνα, οπότε αυτή η καταγραφή μπορεί να βοηθήσει όσους βρίσκονται στην επαρχία και έζησαν διαφορετικά τα γεγονότα του τελευταίου χρόνου. Η κουβέντα της Κυριακής έχει απομαγνητοφωνηθεί όλη, σε αντίθεση με την κουβέντα του Σαββάτου που λόγω των προβλημάτων που αναφέρονται στην (αυτο)κριτική από πλευράς φοιτητών, η οποία προλογίζει τη συζήτηση της πρώτης μέρας, θεωρούμε ότι μόνο ένα κομμάτι της είχε αξία να καταγραφεί. Η μετατροπή του προφορικού λόγου σε γραπτό, είναι πάντως μια αρκετά δύσκολη διαδικασία κι ελπίζουμε να μην παραφράσαμε τα λεγόμενα κάποιου-ας.
Πέρα από την εισήγηση και την απομαγνητοφώνηση των συζητήσεων, η έκδοση αυτή συνοδεύεται από ένα χρονολογία της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης τα τελευταία χρόνια (από Σεπτέμβρη του 2004 που η κυβέρνηση Καραμανλή έπιασε δουλειά) και των κινήσεων αντίστασης που αναπτύχθηκαν μέχρι τις τελευταίες φοιτητικές καταλήψεις. Το χρονολογία αυτό ούτε πλήρες είναι ούτε διεκδικεί δάφνες απόλυτης ακρίβειας, αφού άλλωστε ένα κομμάτι του στηρίζεται στα υποκειμενικά βιώματα που είχαμε ως συμμετέχοντες στις κινητοποιήσεις. Επομένως, θα μας ενδιέφερε ο εμπλουτισμός του με γεγονότα και παρατηρήσεις από τη στιγμή που θα εκδοθεί. Στο χρονολογία, τέλος, έχουν προστεθεί και κάποιες λίγες πληροφορίες από ανάλογες αντιστάσεις που εκτυλίσσονταν παράλληλα στο εξωτερικό, για να φανεί το ευρύτερο διεθνές πλαίσιο της καπιταλιστικής αναδιάρθρωσης που πολλές φορές μας διαφεύγει, όπως και κάποιες πληροφορίες γύρω από την ίδια τη διαδικασία της αναδιάρθρωσης (τι λένε οι νόμοι κτλ.) που δεν υπάρχουν σε κανένα άλλο σημείο της έκδοσης. Αυτό δε σημαίνει ότι υποτιμούμε το ζήτημα της θεωρητικής ανάλυσης της εκπαιδευτικής αναδιάρθρωσης, αλλά θεωρούμε ότι κάτι τέτοιο προϋποθέτει μια συνοχή πολιτικής ομάδας που το σύνολο όσων συναντηθήκαμε γι' αυτή την έκδοση ούτε την είχαμε, ούτε την επιθυμούσαμε. Για λόγους κινηματικής μνήμης στην έκδοση αυτή έχουν προστεθεί κάποιες προκηρύξεις, κινηματικό υλικό από τις κινητοποιήσεις, όπως και μια λίστα με τα συνθήματα που γεννήθηκαν στον ένα χρόνο που περάσαμε στο δρόμο.
Μετά από κάθε άμπωτη έρχεται η παλίρροια. Και κανείς δεν ξέρει αν το επόμενο κύμα θα είναι ακόμα πιο δυνατό, ή αν η θάλασσα θα ηρεμήσει για λίγο. Το διήμερο και η συγγραφή της μπροσούρας έγιναν στην περίοδο της «άμπωτης» που ακολούθησε την παλίρροια των κινητοποιήσεων ενάντια στην εκπαιδευτική αναδιάρθρωση, την περίοδο δηλαδή από τον Απρίλιο μέχρι το Δεκέμβριο του 2007. Σ' αυτό το διάστημα, οι δυνάμεις της τάξης και της ενσωμάτωσης έκαναν μια μεγάλη προσπάθεια να ξεχαστεί η προηγούμενη ταραχώδης περίοδος. Αναπλήρωση μαθημάτων και τριπλές εξεταστικές, φοιτητικές και βουλευτικές εκλογές, επάνοδος στη συνδικαλιστική τάξη. Οι δρόμοι άδειασαν, τα χαμόγελα αντικαταστάθηκαν από το άγχος της ατομικής επιβίωσης, οι παρατάξεις και τα αριστερά κόμματα έπιασαν δουλειά για να εξαργυρώσουν τη σύγκρουση με εναλλακτικές ψήφους διαμαρτυρίας επικαλούμενα τη «γενιά του άρθρου 16».
Η κινηματική «παγωμάρα» πάει πακέτο με μια αναδιαρθρωτική παγωμάρα. Δεν πρέπει να μας ξεγελάνε κι οι δύο, αφού πρόκειται στην ουσία περισσότερο για θέσεις μάχης εν αναμονή, οι οποίες αποφεύγουν ακόμα να διαταράξουν την επίπλαστη γαλήνη που επικρατεί. Ο νόμος πλαίσιο που ψηφίστηκε την ίδια μέρα που το κέντρο της Αθήνας συγκλονιζόταν από συγκρούσεις κι οδοφράγματα, βρίσκεται στο «ψυγείο» με κομμάτια του να σερβίρονται στα τμήματα συνδιοίκησης των πανεπιστημίων για να δοκιμαστεί η κοινωνική τους αποδοχή.